Ανθρωπινες Ιστοριες μεσα στη λασπη…

««Ε λοιπόν, εμένα μου αρέσει η βροχή πριν πέσει» ανακοινώνει η μικρή Τέα. Εγώ συνέχισα: Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλαδή η βροχή πριν πέσει. Πρέπει να πέσει, αλλιώς δεν είναι βροχή». Ήταν ανόητο να λες κάτι τέτοιο σε ένα μικρό παιδί. Έχω μετανιώσει που το ξεκίνησα. Αλλά η Τέα δεν φάνηκε να δυσκολεύεται να συλλάβει το νόημα. Κάθε άλλο, μάλιστα – γιατί ύστερα από λίγες στιγμές με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι με οίκτο, σαν να δοκίμαζε την υπομονή της συζητώντας τέτοια θέματα με μια χαζή. «Και βέβαια δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα», είπε. «Γι’ αυτό είναι το αγαπημένό μου είδος. Μπορεί κάτι να σε κάνει χαρούμενη, ακόμα κι αν δεν είναι αληθινό, έτσι δεν είναι;»» οι ήρωες του Τζόναθαν Κόου στο μυθιστόρημα: «Σαν τη Βροχή πριν πέσει» (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ) αναζητούν τις δικές τους αλήθειες. Αντίθετα, οι κάτοικοι του οικισμού της Μελέτης, στο αληθινό έργο της ζωής, θα προτιμούσαν να ξεφύγουν από τις δικές τους…

Στις λάσπες της Μελέτης «κολλάει» σήμερα το «Εμείς η Πόλις», μετά την βροχή και τις πλημμύρες, με μεγαλύτερες αγωνίες, περισσότερο πόνο, φανερή απογοήτευση, βρίσκει τους κατοίκους του υποβαθμισμένου οικισμού και καταγράφει στιγμιότυπα μιας ζωής που «κόλλησε» και εκείνη στις λάσπες.

Σουκριέ Ρ. Ογλού: «Το ποτάμι της ζωής μας είναι πικρό»

«Με λένε Σουκριέ. Εδώ γεννήθηκα, εδώ ζω, είμαι 53 ετών γυναίκα. Κάθομαι κοντά στην γέφυρα, μέσα στα νερά. Το χωριό μας δεν έχει τίποτα το καλό. Κάθε χρόνο αυτή την ιστορία τραβάμε. Φέτος, όμως, έγινε μεγάλος κατακλυσμός, δεν μας έμεινε τίποτα όρθιο στο σπίτι, ούτε ντουλάπια ούτε ψυγεία ούτε καναπέδες ούτε ρούχα. Πόσο θα πάει αυτή η κατάσταση; Κάθε χρόνο όλο υποσχέσεις ακούμε. Το ποτάμι της ζωής μας είναι πικρό. Έλεγαν συνέχεια ότι θα μας κάνουν την γέφυρα. Εκεί που είπαμε ότι θα χαρούμε λιγάκι, εκεί έγινε το κακό. Μισές δουλειές έκαναν. Ευτυχώς πάλι που ήρθαν οι υπεύθυνοι και έσπασαν το ανάχωμα και έφυγαν τα νερά. Όσες οικογένειες είναι κοντά στην γέφυρα έχασαν τα πάντα.

Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι χειρότερο χωριό από την Μελέτη δεν υπάρχει. Πολύ βρωμιά, πολύ σκουπίδι, πολλά προβλήματα. Οι δήμοι φταίνε, τι φταίει το χωριό. Κάνουν μισές δουλειές. Το κράτος δίνει χρήματα, αλλά τα τρώνε άλλοι. Έτσι πιστεύω εγώ. Δεν μπορεί το ελληνικό κράτος να μην νοιάζεται για όλους τους Έλληνες. Έτσι δεν είναι; Ευτυχώς έκαναν για τα παιδιά μια παιδική χαρά κι ένα νηπιαγωγείο. Έχουμε σχολείο, έχουμε παιδιά, πρέπει να είναι όμορφος ο χώρος τους. Κοιτάτε γύρω και δείτε πού μεγαλώνουν τα παιδιά μας.

Για την Μελέτη ένα σου λέω μόνο, ζούμε με τα τρωκτικά, με τα ποντίκια, με τους αρουραίους. Μέσα στα ρούχα μας θα μπούνε σε λίγο. Το πιο μικρό είναι σε μέγεθος γάτας και υπάρχουν και άλλα πιο μεγάλα. Πόρτες και παράθυρα φοβόμαστε να τα αφήσουμε ανοιχτά. Αυτό οφείλεται στα σκουπίδια και στις βρωμιές. Κανένας δεν έχει έρθει να μας ενημερώσει για θέματα υγείας. Μόνο όταν έρχονται οι εκλογές, τότε έρχονται για να πάρουν ψήφους. Τότε λοιπόν όλο λένε «Θα σας κάνουμε το Α, θα σας κάνουμε το Β» και στο τέλος δεν έχει γίνει τίποτα. Τα παιδιά μας τα στέλνουμε σχολείο. Όσοι έχουν χρήματα, συνεχίζουν και στο Γυμνάσιο. Σπάνια τα καταφέρνει κανείς, μέσα στη φτώχεια και στη βρωμιά τι γράμματα να μάθεις;

Ζούμε καλλιεργώντας τη γη. Με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ασχολούνται οι περισσότεροι. Σπέρνουν καλαμπόκια, ηλιόσπορο, τριφύλλια, κάποιοι ζουν φροντίζοντας μόνο τα ζωντανά τους. Άλλοι πάλι ζουν με ένα μεροκάματο ή με την σύνταξη του ΟΓΑ και της Πρόνοιας. Άρρωστοι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να αγοράζουν τα φάρμακά τους. Για ποια ζωή στην Μελέτη να σου μιλήσω…».

Γιουσούφ Ραϊφ, 63 ετών: «Κάθε φορά πριν τις εκλογές αρχίζουν τις υποσχέσεις: «θα φτιάξουμε, θα κάνουμε…». Πότε όμως;»

«Από τον παππού μου ακόμη ζούμε εδώ. Τώρα είμαι 63 ετών. Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα. Είμαστε στο έλεος του Θεού. Κάθε χρόνο και χειρότερα. Νομίζω ότι δεν μας κοιτάζει το κράτος. Αν άνοιγαν περισσότερο το ποτάμι, δεν θα είχαμε τα προβλήματα. Ένα μέτρο νερό μπήκε στο σπίτι μου. Τώρα ξανά από την αρχή. Θα μας δώσουν λένε 3.000 ευρώ, ευχαριστούμε πολύ, αλλά θα ήταν καλύτερα να έκαναν τα έργα που χρειάζονταν έγκαιρα και να μην φτάναμε εδώ. Κι εμείς άνθρωποι είμαστε.

Έχω ένα αγόρι. Είναι στην Κρήτη και δουλεύει. Εδώ δεν έβρισκε δουλειά. Πήγε ένα χρόνο στο Γυμνάσιο και τα παράτησε. Ακόμη αυτό συνεχίζεται. Κάποια παιδιά τελειώνουν το Δημοτικό Σχολείο, ελάχιστα όμως συνεχίζουν στο Γυμνάσιο. Αν δεν μάθεις γράμματα, αποκλείεται να έχεις μια καλύτερη ζωή. Είσαι μια ζωή εργάτης και εκείνο αν σταθείς τυχερός και σου δώσουν δουλειά. Με το μεροκάματό, όμως, βγάζεις ίσα – ίσα για να φας. Αν δουλεύεις, δεν μένεις χωρίς φαγητό, αλλά και αυτός ο αγώνας κάθε μέρα για ένα πιάτο φαγητό σε εξοντώνει.

Από τον Δήμο δεν έχω παράπονο. Έντεκα χωριά είμαστε πού πρώτα και ο Δήμος; Λίγη φροντίδα παραπάνω, όμως, θα ήταν καλοδεχούμενη. Κάθε φορά πριν τις εκλογές αρχίζουν τις υποσχέσεις, θα φτιάξουμε, θα κάνουμε, πότε όμως; Πότε; Πέθανε ο παππούς μου, πέθανε ο πατέρας μου, θα πεθάνω κι εγώ και δεν άλλαξε τίποτα. Έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι την ζωή την κάνει δύσκολη η αδιαφορία, δεν είναι δύσκολη από μόνη της. Αν είχαμε και εμείς τα αυτονόητα, τότε δεν θα είχαμε κανένα παράπονο, δεν τα έχουμε όμως. Εδώ το θέμα με τα ποντίκια δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν. 40 χρόνια δουλεύω και πάντα ξεκινάω από την αρχή, κουράστηκα».

Ιμπράμ Μεμέτ: «Είμαστε ξεχασμένοι»

«Όσο κι αν σου φανεί περίεργο, πιστεύω ότι η ζωή είναι ωραία, η φτώχεια την κάνει δύσκολη. Ό,τι έχει γίνει στη Μελέτη, έγινε για το σήμερα, χωρίς να σκεφτούν το αύριο και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Δεν καθάρισαν ούτε τα κανάλια, η γέφυρα είναι μικρή, τα αναχώματα δεν ενισχύθηκαν και τα νερά «έπνιξαν» το χωριό. Αν είχαν γίνει σωστά οι εργασίες, δεν θα είχαμε πρόβλημα. Εγώ γράμματα δεν ξέρω πολλά, αλλά γι αυτό που σας λέω είμαι σίγουρος.

Καλλιεργώ τη γη για να ζήσω. Είμαι γεωργός κι αυτό σημαίνει πολλή δουλειά, λίγα χρήματα. Οι περισσότεροι εδώ ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Είναι άνθρωποι φτωχοί, δεν έχουν να φάνε. Με δυσκολία καλύπτονται οι ανάγκές μας και πάντα υπάρχουν και χειρότερα από εμάς. Έτσι, ακόμη και τα απαραίτητα για τα παιδιά μας με δυσκολία τα βρίσκουμε. Τα παιδιά οι περισσότεροι τα στέλνουν σχολείο, αλλά όταν υπάρχει φτώχεια είναι δύσκολα. Είμαστε ξεχασμένοι από όλους, για να καταλάβετε ακόμη και τα λεωφορεία δεν περνούν κανονικά από το χωριό μας. Έρχονται δύο φορές την ημέρα και εκείνο δεν είναι πάντα βέβαιο ότι θα συμβεί.

Πάνε τώρα στο καφενείο, όλους τους νέους θα τους βρεις εκεί. Δουλειά κανείς νέος δεν έχει. Παρακαλούν να δουλέψουν και δεν τους παίρνουν. Κάθονται στα καφενεία και περιμένουν. Χτυπούν πόρτες, αλλά δεν βγαίνει τίποτα. Τι να κάνουν μετά και οι γονείς, πού να βρουν χρήματα;».

Σαλή Ογλού Ισμαήλ, 40 ετών: «Αν είχα μια δουλειά, όλα θα ήταν διαφορετικά»

«Ό,τι είχαμε στο παλιόσπιτο το χάσαμε. Θα μας δώσουν αποζημίωση, αλλά ας είχαμε το σπίτι σωστό και δεν θέλαμε τα χρήματά τους. Αν είχα μια δουλειά, όλα θα ήταν διαφορετικά. Τώρα, μια μέρα δουλεύω, δέκα σταματάω, έτσι είναι η ζωή του εργάτη. Απορώ πού θα βγει αυτό; Πάω, ζητάω δουλειά, μόλις ακούν ότι είμαι εργάτης, μου λένε «σήκω φύγε». Δεν ξέρω γράμματα, ό,τι γίνεται με το φτυάρι και τον κασμά στο χέρι μπορώ να το κάνω, αλλά δεν μου δίνουν δουλειά. 15 μεροκάματα όλη τη χρονιά έκανα, πώς να βγάλω τα έξοδα του σπιτιού; Σακατεύτηκα να κουβαλώ βάρη και τώρα δεν με παίρνει κανείς. Στο δήμο ποιον πρώτα να πάρουν; Στη Νομαρχία δεν έχουμε καμία τύχη να μας πάρουν σε κανένα έργο.

Εμείς δεν θέλουμε μεγαλεία. Δουλειά – δουλειά – δουλειά, μόνο αυτό ζητάμε. Όλοι ψάχνουν για δουλειά. Ένα γιο έχω και δεν μπορώ να το στείλω σχολείο. Δεν πηγαίνει σχολείο, με τι λεφτά να πάει; Τελείωσε το δημοτικό, πήγε ένα χρόνο πέρσι στο Γυμνάσιο, ζητούσαν χρήματα όμως και εγώ δεν είχα, οπότε το παιδί έμεινε σπίτι. Ο πατέρας μου είχε εννέα παιδιά και μας άφησε αγράμματους κι εγώ έχω ένα και δεν μπορώ να το σπουδάσω, αυτή είναι η κατάντια μας».

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.