Αριστειδη Μπαρχαμπα, Καπνεργατες οι κυνηγοι του ονειρου

Είναι πολλές οι φορές, και στο παρελθόν, που αναφερθήκαμε στο κοινό παρελθόν της γενέθλιας πόλη του Αγρινίου με τις δύο εκ των πρωτευουσών της Θράκης, την Κομοτηνή και την Ξάνθη, όπως και την πόλη της Καβάλας, που επίσης ανήκει στην Περιφέρειά μας, πόλεις όλες που συνέδεσαν την πορεία και την ανάπτυξή τους με την παραγωγή του καπνού. Μια δύσκολη παραγωγή που σημάδεψε την ιστορία των πόλεων και των κατοίκων της καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα και τους έδωσε την ευκαιρία να ενταχθούν στον παραγωγικό χάρτη της χώρας ως συνδεδεμένες με μια, τότε, δυναμική καλλιέργεια. Η ανάπτυξη βέβαια των πόλεων δεν ακολούθησε τον ίδιο ρυθμό, ήδη η Ξάνθη πρωτοπορούσε σε αστική ανάπτυξη από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες του 20ου αι., ενώ στην Καβάλα, εκτός από την ανάπτυξη της αστικής τάξης την ίδια ακμαία πορεία ακολούθησε και η ανάπτυξη του καπνεργατικού κινήματος και των συνακολούθων με τα εργασιακά δικαιώματα αγώνων, η εδραίωση των οποίων όπως και η ανάπτυξη εργασιακής συνείδησης στο Αγρίνιο άργησε σχετικά.

 

Η καλλιέργεια του καπνού σ’ όλες τις πόλεις όπου αυτός υπήρξε βασική παραγωγή, είχε τις ίδιες περίπου επιπτώσεις στην κοινωνική δομή των πόλεων (από τις πρώτες βιομηχανικές εργάτριες στη χώρα μας ήταν οι καπνεργάτριες) κι όπου ως καλλιέργεια άνθησε, το ίδιο σ’ όλες τις πόλεις κατέλιπε σφοδρά εργασιακά βιώματα, ανάπτυξη αλλά και καπναποθήκες ενώ απέδωσε στην οικονομική ζωή της χώρας μεγάλους καπνεμπόρους στην αρχή κι αργότερα καπνοβιομήχανους, όπως οι αδελφοί Παπαστράτου, Παναγόπουλοι, Καρέλια, Ματσάγγου κ.α.
Την ιστορία τους βέβαια σε σχέση με τον καπνό όλες σχεδόν οι προαναφερθείσες πόλεις άρχισαν να την ανακαλύπτουν και να την παρουσιάζουν προς τα έξω, αμέσως μετά την αποσύνδεσή τους με τον καπνό ως παραγόμενο προϊόν, μετά δηλαδή την «κακοδαιμονία» των τελευταίων χρόνων που σχετίζεται με τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν χρονικό ορίζοντα και, κυρίως, μετά την εμφάνιση νέων αγορών καπνού με φθηνότερες τιμές απ’ ό,τι οι προσφερόμενες από τους Ευρωπαίους καπνοπαραγωγούς. Στη δύση της σήμερα η καπνοκαλλιέργεια αλλά μ’ ανοικτά πολλά ζητήματα για την τύχη των καπνοκαλλιεργητών, έγινε πλέον αντικείμενο ιστορικής έρευνας αλλά το ίδιο και αντικείμενο της γραφής, που πριμοδοτείται από την αίσθηση του βιώματος, γόνιμα ερωτηματικά για το πώς και το γιατί της άνθησης, του πλουτισμού και της παρακμής, αλλά σήμερα και τη μνήμη.

 

Στο πλαίσιο αυτό προέκυψε και το νέο δοκίμιο του συντοπίτη συγγραφέα Αριστείδη Μπαρχαμπά, Αγρινιώτη λογίου που πολλά έχει συνεισφέρει στην κατάρτιση του σώματος της ιστορίας του γενέθλιου τόπου, ιδιαίτερα, με τη συνολική έκδοσή του «Το Αγρίνιο κάποτε…», στην οποία η εφημερίδα μας έχει, επίσης, πολλές φορές αναφερθεί. Ο τίτλος του νέου του δοκιμίου, στο οποίο επίσης ήδη έχουμε αναφερθεί, είναι «Καπνεργάτες του ονείρου», και αυτό θα τύχει συνολικότερης παρουσίασης σήμερα, προκειμένου ν’ αντιληφθούμε κι εδώ, συγκρίνοντας, ότι το αντικείμενο της καπνοκαλλιέργειας ως ιδιαίτερος συντελεστικός παράγοντας στη διαμόρφωση της ζωής πολλών Στερεοελλαδιτών αλλά και Θρακιωτών εν τω άμα, χρήζει και έρευνας και καταγραφής.
Αριστείδης Μπαρχαμπάς, όμως, και «Καπνεργάτες του ονείρου» μέσα από τα εισαγωγικά σημειώματα της έκδοσης, φωτογραφικό υλικό αλλά κι ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, όπου αναφαίνεται το προσωπικό γλαφυρό αλλά και γεμάτο καημό ύφος του συγγραφέα για πρόοδο και προκοπή του συνόλου των πολιτών και δη των εργαζομένων της γενέθλιας πόλης, του Αγρινίου.

Παύλος Π. Μοσχολιός, Δήμαρχος Αγρινίου, Οι καπνεργάτες σημάδεψαν τη μετέπειτα προοδευτική πορεία της πόλης

Το βιβλίο του συμπολίτη μας Αριστείδη Μπαρχαμπά «Καπνεργάτες, σι κυνηγοί του ονείρου» είναι μια σημαντική βιβλιογραφική κατάθεση στην ιστορία της πόλης του καπνού, όπως σωστά έχει χαρακτηριστεί το Αγρίνιο, αλλά και στην ιστορία των άλλων καπνουπόλεων, στις οποίες αναφέρεται προκειμένου να δώσει πανελλήνια διάσταση στους αγώνες των καπνεργατών. Και αυτό γιατί, μέσα από γραπτές και προφορικές μαρτυρίες αλλά και προσωπικά βιώματα, φέρνει στην επιφάνεια ιστορικές και κοινωνικές αλήθειες καταγγέλλοντας την «κατά καιρούς απαξιωτική στάση της εξουσίας απέναντι στην καπνεργατική τάξη».

 

Επιχειρώντας μια διαδρομή απ’ την αρχή της καπνεργασίας στον Ελληνικό χώρο μέχρι την εποχή που σήμανε και το τέλος της, επιμένει πρώτα στην εποχή του μεσοπολέμου (δεκαετία του 1920 κυρίως), τότε που τα καπνεργατικά σωματεία αρχίζουν να συνειδητοποιούν τον κοινωνικό τους ρόλο και συντονίζονται με άλλους κλάδους εργαζομένων διεκδικώντας την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων τους, ύστερα στον ερχομό των προσφύγων που δίνουν νέα πνοή στην ακμή της καπνεργασίας αλλά και αμέσως μετά στους αγώνες για την κατοχύρωση του καπνεργατικού επαγγέλματος. Τονίζει επίσης την είσοδο των γυναικών στην καπνεργασία και γενικά φωτογραφίζει με τον δικό του τρόπο την μεθοδευμένη πολλές φορές αντιπαράθεση της αστικής τάξης ενάντια στην καπνεργατική τάξη.

 

Εστιάζει μέσα στην καρδιά της πόλης μας και φέρνει στην επιφάνεια όλη την μυρωδιά του καπνού. Αρχίζει από τα καπνομάγαζα και τις καπναποθήκες με το πλήθος των ανώνυμων εργατών και εργατριών: Στοιβαδόροι, χαρμαντζήδες, τογκαδόροι, ξεφυλλίστριες και σοπανατζήδες. Μέσα στην σκόνη και την υγρασία. Προχωράει μετά, στους δρόμους και στις πλατείες. Απεργίες, συλλαλητήρια, συγκρούσεις με την Αστυνομία. Θύματα, κηδείες, μνημόσυνα, ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Ανασκαλεύει δύσκολες εποχές και αναμοχλεύει τις μνήμες της καπνούπολης από τους αναζωπυρωμένους αγώνες του Μεσοπολέμου μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 2Οου αιώνα με τα «κατάλοιπα ενός ωραίου αγώνα».
Δεν είναι βέβαιο αν οι καπνεργάτες κυνηγώντας το όνειρο πέτυχαν τη δημιουργία μιας κοινωνίας με ισοτιμία και δικαιοσύνη, όπως γράφει στο τέλος ο Αριστείδης Μπαρχαμπάς. Αυτό που σίγουρα πέτυχαν είναι να σημαδέψουν την μετέπειτα προοδευτική πορεία της πόλης και να αποτελέσουν ένα σημαντικό στοιχείο της ταυτότητάς της.

Δημήτρης Πατούλας, Πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Αγρινίου, Σημαντική διδαχή αφύπνισης των συνδικάτων για τις σύγχρονες ανάγκες της ταξικής πάλης

Η βιωματική σχέση, τα συναισθήματα, το πάθος, διαπερνά την κοινωνική έρευνα, τα ιστορικά γεγονότα της ζωής των καπνεργατών -τριών του Αγρινίου.
Ο Αριστείδης Μπαρχαμπάς με το ιστορικό δοκίμιο «Καπνεργάτες, οι κυνηγοί του ονείρου» δίνει μια ενδιαφέρουσα αφήγηση, σύνθετη σε ερμηνείες και κοινωνικό-ιστορικά συμπεράσματα. Οι καπνεργάτες, ιστορικά, ήταν από τους πρωτοπόρους κλάδους της εργατικής τάξης, ο αγώνας τους στιγμάτισε διαχρονικά το συνδικαλιστικό Κίνημα της χώρας μας. Η ανάγκη του αγώνα για ψωμί, γέννησε τη συγκρότηση του συνδικάτου, τη συνδικαλιστική δράση, τη διεκδίκηση συνθηκών δουλειάς, εργασιακών σχέσεων, κοινωνικής ασφάλισης, περίθαλψης.
Η ανάταση των αγώνων της παγκόσμιας εργατικής τάξης, οι προοδευτικές ιδέες, το Κομμουνιστικό μανιφέστο, η Κοινωνική – επιστημονική θεωρία των Μαρξ -Ένγκελς (ξεχωριστή η προσφορά ως μεταφραστή της, αλλά και ο ρόλος γενικότερα στο εργατικό Κίνημα της Ελλάδας του Αγρινιώτη Κ. Χατζόπουλου), οι κοινωνικοί αγώνες στην Ευρώπη, η Οκτωβριανή επανάσταση μπολιάζουν τη νεοσύστατη εργατική τάξη της χώρας μας, διαπερνούν το περιεχόμενο της δράσης της, δένουν διαλεκτικά το ασυνείδητο με το συνειδητό, διαμορφώνουν όρους και προϋποθέσεις ταξικής πάλης στη βάση της κυρίαρχης αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας. Αντικειμενικά η ιδεολογική διαπάλη μπαίνει «στην ημερήσια διάταξη», στη δράση των συνδικάτων. Διαμορφώνονται δυο γραμμές που σηματοδοτούν την πορεία της εργατικής τάξης και σήμερα:
— Η γραμμή του συμβιβασμού, της υποταγής στο κεφάλαιο.
— Η γραμμή της σύγκρουσης για την κατάργηση της ανθρώπινης εκμετάλλευσης μέσα από την οριστική ανατροπή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.
Ο κλάδος των καπνεργατών διαμορφώνεται μέσα από αυτή τη διαπάλη σε ταξικό καμίνι. Η σκληρή, «χτικιάρα» δουλειά, μεταμορφώνεται σε σκληρό μαχητικό αγώνα. Αγώνα που καλλιεργεί στις γραμμές των καπνεργατών τη συναδελφική αλληλεγγύη, την προσφορά, την αυταπάρνηση, την αυτοθυσία. Η ταξική πάλη δίνει περιεχόμενο στη μίζερη ζωή των καπνεργατών, τη γεμίζει με ιδανικά, κοινωνικούς στόχους, προοπτική. Αυτές οι αρετές αφήνουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους, αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη στη νέα φρουρά της εργατικής τάξης, φωτίζουν το δρόμο της, δίνουν τη σιγουριά για τα δίκια του αγώνα, την οπλίζουν με αγωνιστική υπομονή στα πισωγυρίσματα που φέρνει η αδυσώπητη ταξική σύγκρουση.

 

Η συνδικαλιστική – κοινωνική δράση των καπνεργατών του Αγρινίου είναι η βασική αφετηριακή ιστορία του Ε.Κ.Α. Βιώνουμε τις εμπειρίες του δικού τους αγώνα, μπορούμε μέσα από αυτές να συγκρίνουμε τη σκληράδα του καπνεμπόρου αφέντη, την ωμότητα των κρατικών μηχανισμών καταστολής του χθες με τον αδηφάγο συλλογικό καπιταλισμό του σήμερα. Αντλούμε τη δύναμη να αντιπαλέψουμε τη λυσσαλέα επίθεση που ασκεί μέσα από τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στις εργασιακές σχέσεις, την κοινωνική ασφάλιση, την παιδεία, επιδιώκοντας με το πέρασμά τους, να πάρει πίσω τα αποτελέσματα του αγώνα της εργατικής τάξης του προηγούμενου αιώνα, να απαξιώσει το άλικο αίμα της καπνεργάτισσας Γεωργαντζέλη.

 

Το σύστημα σήμερα πνίγεται στις αντιθέσεις, στα αδιέξοδα. Συγκεντρώνει αμύθητα πλούτη στα χέρια λίγων, σπέρνει παντού την ανέχεια, την ανεργία, την εξαθλίωση και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Η κατάσταση αυτή προδιαγράφει και την τελική φάση της βαρβαρότητάς του. Σηματοδοτεί το επαναστατικό πέρασμα του μετασχηματισμού της κοινωνίας. Συμπέρασμα: το «όνειρο» του καπνεργάτη είναι η συνειδητή φυγή από την αλλοτρίωση της εκμετάλλευσης, καταγράφεται απλά στη διαχρονικότητα της πάλης των τάξεων που είναι η νομοτελειακή εξέλιξη της κοινωνίας μας.
Το βιβλίο είναι μια σεμνή αναφορά στη ζωή και τους καημούς της καπνεργάτισσας, του καπνεργάτη του Αγρινίου, ιδιαίτερα πολύτιμο για το Ε.Κ.Α. Αποτελεί ταυτόχρονα σημαντική διδαχή αφύπνισης των συνδικάτων για τις σύγχρονες ανάγκες της ταξικής πάλης.

Αριστείδης Μπαρχαμπάς, Την Ιστορία την γονιμοποιούν οι ανώνυμοι

Βίωσα με κορμί και ψυχή το επάγγελμα του καπνεργάτη. Σ’ αυτή την εργασία μου προσπάθησα να κατανοήσω τα ιστορικά γεγονότα και την αιτιώδη συνάφεια αυτών τούτων των γεγονότων ν’ αντιληφθεί ο αναγνώστης. Χωρίς καμία προκατάληψη ή συναισθηματική φόρτιση, προσπάθησα να ερμηνεύσω τις συνθήκες και τους όρους, μέσα στους οποίους έδρασε ο εργατικός κλάδος με τα χλωμά πρόσωπα που τους ‘λέγαν καπνεργάτες. Επεδίωξα, με άλλα λόγια, να δείξω στον αναγνώστη ποιοι είναι οι υλικοί, κοινωνικοί και πνευματικοί όροι και ποιες σι υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες για να συντελεστεί ένα ιστορικό γεγονός. Επεδίωξα να μην αποσιωπηθεί ο οικονομικός βίος και η επίδραση αυτού επί του λοιπού βίου, αλλά, αντιθέτως, να τονιστεί ότι ο οικονομικός βίος αποτελεί το ιστορικό υπόβαθρο των ιστορικοκοινωνικών γεγονότων. «Εν κατακλείδι», η ιστορική επισκόπηση που επιχειρώ σ’ αυτή την εργασία μου, έγινε για να φανεί ο ιστορικοκοινωνικός ρόλος της Καπνεργατικής Τάξης.
Ποτέ δεν υποτίμησα την αντιληπτικότητα του αναλφάβητου εργάτη, αυτή που ποτέ δεν έγινε κατανοητή από τους ιδεολογικούς ιεροφάντες του επικρατήσαντος, μετά το 1922, πολιτειακού και πολιτικού καθεστώτος, την αστική ιδεολογία, αλλά και τον εργατοπατερισμό. Αντί δηλαδή, οι αστοί και οι πάσης κομματικής αποχρώσεως εργατοπατέρες να δώσουν στην Εργατική Τάξη όλα τα ιστορικά στοιχεία, και ελεύθερους να αφήσουν τους Εργάτες να δουν κατάματα τις κοινωνικές ανισότητες, ποντάρισαν απλώς στον ασυνείδητο αυθορμητισμό τους, με αποτέλεσμα μέρος τη Σύγχρονης Νεοελληνικής Ιστορίας να καταλήξει Τραγωδία.

 

Έγραψα για την Καπνεργατική Τάξη και η πρώτη φράση αφιερώνεται σε όσους δούλεψαν το «μαγικό βοτάνι» στις σαρκοφάγες «Καπναποθήκες». Αφιερώνω αυτό το βιβλίο μου σ’ εκείνους που με τον αγώνα, το αίμα, και τον θάνατό τους ακόμα, κατοχύρωσαν το επάγγελμα του Καπνεργάτη που για πολλά χρόνια έγινε σεβαστό από την Πολιτεία και τους καπνέμπορους. Παρ’ όλες τις ιδιαίτερες δυσκολίες που συνάντησε η έρευνά μου (σμίκρυνση ή μεγαλοποίηση των γεγονότων από τους πρωταγωνιστές στην προφορική αφήγησή τους), και τα λειψά ως συνήθως «Αρχεία», — Αρχεία πάσης φύσεως— με πλημμυρίζει εσωτερική γαλήνη και υπερηφάνεια για την προσφορά των ανωνύμων αυτών ανθρώπων στην πάλαι ποτέ καπνούπολη που ζούμε! (το Αγρίνιο).

 

Αναρωτήθηκα, μήπως είναι μια αυταπάτη η επιδίωξή μου αυτή να καταγράψω την καπνεργατική οδύσσεια. Το επιχείρησα όμως, και μάλιστα όσο γίνεται πιο αντικειμενικά, για να καταδείξω ότι την Ιστορία την γονιμοποιούν οι ανώνυμοι. Το δείχνει, πρώτο απ’ όλα, αυτό που αποτελεί ύστατο κριτήριο της ιστορίας, δηλαδή η δοκιμασία του χρόνου: η καπνεργατική παρουσία και η κοινωνική προσφορά της ανακρατάει εδώ και εκατόν τριάντα (130) τόσα χρόνια. Σκεφθείτε αυτά τα χρόνια, πόσα γεγονότα διαδραματίστηκαν, πόσες προσωπικότητες, πόσοι άνθρωποι, πόσοι εργάτες, πόσοι καπνεργάτες χάθηκαν, και ύστερα ξεχάστηκαν από την απαξιωτική στάση της:
α) καθεστηκυίας τάξης προς την Εργατική
β) των Εργατοπατέρων προς τους Εργάτες και
γ) της «Νέας τάξης πραγμάτων» προς την παλαιότερη.
Όμως, δεν υπάρχει πειστικότερο τεκμήριο από το αίμα που χύνεται σε δίκαιους αγώνες. Κι έχει χυθεί πολύ αίμα για να πεθάνει η αδικία και η καπνεργατιά ανθρώπινα να ζήσει. Ιστορία, είναι ο αγώνας για το ψωμί, για τη δουλειά, για την πνευματική ανάταση, που με τόσο πάθος αγωνίσθηκαν οι εργάτες καπνού. Η Καπνεργατική Τάξη, αν και το αστικό καθεστώς την πολέμησε λυσσαλέα, δεν χάθηκε. Φυτοζωεί στ’ απόσκιο του συστήματος, γιατί το καπνικό, τα «καπνά», συντηρεί τους κεφαλαιοκράτες και τους κομπραδόρους του καθεστώτος.
Με την ελπίδα ότι οι νέες γενιές έμαθαν να περνάνε από το δημιουργικό σταυροδρόμι της αμφισβήτησης και του κριτικού ελέγχου, μα και να στέκονται σκεπτικοί σε κάποιες «βεβαιότητες» ακόμα που ταλάνιζαν την αναλφάβητη Τάξη, θεωρώ ότι θα πρέπει να χαίρονται τη ζωή τους. Όμως πόσοι νέοι γνωρίζουν τις ίδιες τους τις ρίζες, τις ρίζες της ύπαρξής τους; Η Καπνεργατική Τάξη μπορεί ν’ απαξιώθηκε από τους ανιστόρητους, να συντρίφτηκε από το εχθρικό Κράτος, μα αν φυσήξουμε τη στάχτη της λήθης από την τραπεζαρία της κενολογίας και της ιδιοτέλειας που διακρίνει την εποχή μας, θα φανεί σαν μαργαριτάρι η Κοινωνική προσφορά της, καθώς και η προσφορά ολόκληρης της Εργατικής Τάξης.

 

Σήμερα, που τα ξέφτια της καπνεργατιάς σαν ένα παράπονο εκτεθειμένο στ’ ακρόριζο του αφανισμού, με τεντωμένες τις αισθήσεις, ξεσκονίζουν τις αναμνήσεις χρόνων ηρωικών, που τώρα κρέμονται σε παλιομοδίτικα κάδρα, το μόνο που ζητούν είναι: Γλυκό κρασί να πλύνουν τις πληγές τους!
Σήμερα, αν τα ποικιλώνυμα έργα της ωριμότητας τ’ αφήνει πίσω της μ’ αδιαφορία η νεολαία, είναι γιατί οι φωτοσβέστες της αλήθειας δεν της δίδαξαν την ιστορία του γενέθλιου τόπου! Έτσι πολλοί αρπάζουν τον σύγχρονο Θεό (παράς) από τα μαλλιά κι αρνούνται τα πρώτα σκαλοπάτια της κλίμακας της ζωής τους. Κι αυτή η πρακτική οδηγεί τους νέους σ’ ένα αύριο απροσδιόριστο, γιατί αγνοούν ότι η γνώση του παρελθόντος είναι το κλειδί του μέλλοντός τους!

Ιωάννης Νεραντζής, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης, Χρειάζονται να βγουν στην επιφάνεια και άλλες καταγραφές και, κυρίως, οι γραπτές και προφορικές μαρτυρίες των ίδιων των Ιστορικών ποκειμένων, καπνεργατών και καπνεργατριών

Αυτό το ιστορικό δοκίμιο, «Καπνεργάτες, σι κυνηγοί του ονείρου», του Αριστείδη Μπαρχαμπά, αποτελεί μια δοκιμή, μια προσπάθεια του συγγραφέα προς πραγμάτευση ενός θέματος που ασφαλώς δεν εξαντλείται. Γιατί, όντως, η προσπάθεια να αφηγηθείς την Ιστορία της Καπνεργατικής Τάξης του Αγρινίου, να συμπεριλάβεις δηλαδή τα δραματικά ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν σε έναν ολόκληρο αιώνα (20ο αιώνα) με πρωταγωνιστές τους Καπνεργάτες, να περιγράψεις την κοινωνική προσφορά τους, τους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες τους, τη δράση του Σωματείου τους, και συνάμα να δώσεις όψεις της καθημερινής ζωής τους τόσο στην μικρή τότε καπνούπολη του Αγρινίου, όσο και στον χώρο εργασίας τους (Καπναποθήκες), είναι ένα τεράστιο Ιστορικό θέμα, έργο όλων των αναζητητών της ιστορικής αλήθειας.

 

Η ιστορική αφήγηση της ζωής και της δράσης των καπνεργατών Αγρινίου σ’ αυτό το ιστορικό δοκίμιο του Αριστείδη Μπαρχαμπά έχει μια ιδιομορφία:
Η ιστορία που λέγεται είναι συνάμα, τόσο απρόσωπη όσο μια δημοσιογραφική «εξιστόρηση» συμβάντων της τρέχουσας ιστορικής πραγματικότητας, όσο και πολύ προσωπική, αφού αφηγείται γεγονότα και καταστάσεις πού βίωσε ο ίδιος προσωπικά.Το ενδιαφέρον του συγγραφέα εστιάζεται σε μια ακολουθία γεγονότων και καταστάσεων που έλαβαν χώρα στην καπνούπολη του Αγρινίου με πρωταγωνιστές τους Καπνεργάτες, σε ολόκληρον τον εκπνεύσαντα εικοστόν αιώνα. Η ουσία της ιστορίας του βρίσκεται στο ότι μας λέει την «αλήθεια» για κάτι που είναι από μόνο του επικαιρικό και συνάμα ανήκει στο ιστορικό παρελθόν. Μπορεί δηλαδή στο Αγρίνιο να «πέθανε» η Καπνεργατική Τάξη, και ο Αριστείδης Μπαρχαμπάς να αφηγείται ιστορικά επεισόδιά της, σε άλλες πόλεις όμως δεν έσβησε ακόμη εντελώς το όνειρο των Καπνεργατών.

 

Η «αλήθεια» αυτού του ιστορικού δοκιμίου περικλείει όχι μόνον ακρίβεια και σεβασμό σε πραγματικά δεδομένα, αλλά και βαθιά ενόραση των αιτίων και των σημασιών που έχουν τα συμβάντα, των κινήτρων και των αξιών των προσώπων που παρουσιάζονται. Στο δοκίμιο ως ιστορία, τα «πού» και «πότε» του δημοσιογράφου γίνονται τα «πώς» και «γιατί» του ιστορικού. Και η ερμηνεία του ιστορικού είναι η θέση πειθούς ενός αφηγηματικού – ιστορικού δοκιμίου.

 

Στο δοκίμιό του αυτό ο Αριστείδης Μπαρχαμπάς ασχολείται, όπως υποδηλώνει ο τίτλος, με ιδιαίτερα στιγμιότυπα της καθημερινής κοινωνικής ζωής της καπνεργατιάς, της βαρειάς «χτικιάρικης» δουλειάς της στις Καπναποθήκες, των κακουχιών και των πολιτικών διώξεων των «κομμουνιστών» ή «κομμουνιζόντων» καπνεργατών, των ταξικών και συνδικαλιστικών τους αγώνων και της αγωνίας τους για μια θέση στον ήλιο. Δημιουργεί, έτσι, μια ισχυρή αίσθηση του χώρου και των ανθρώπων. Στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή χαρακτηριστικών ιστορικών στιγμών, αλλά και στην περιγραφή και τον χαρακτηρισμό των προσώπων – πρωταγωνιστών για να μας εμπλέξει στο επιμέρους περιστατικό που αφηγείται. Και, όπως κάθε δοκιμιογράφος, έχει επίσης σκοπό να πείσει. Σε όλα τα επιμέρους εξιστορούμενα περιστατικά προβάλλει μια θέση, αλλά με έμμεσο τρόπο.
Εξετάζοντας την ίδια την εξιστόρηση — την αφηγηματική διάταξη των επεισοδίων – παρατηρούμε ότι αυτά – τα επεισόδια — μοιράζονται, με τρόπο φυσικό,
σε τομείς, που έχουν να κάνουν:
— με την ιδιαίτερη φύση και χαρακτήρα του επαγγέλματος του Καπνεργάτη.
— με την εκμετάλλευση της «χτικιάρικης» δουλειάς του από τους Καπνεμπόρους.
— με τον καθημερινό του βιοπορισμό, τη φτώχεια του, τα όνειρά του, την ψυχαγωγία του.
— με την πικρή γεύση των καπνόφυλλων στα χείλη της «καπνουλούς» μάννας, κόρης, καπνεργάτριας, και το βάρος του καπνοδέματος στους ώμους του καπνεργάτη.
— με την αντιμετώπιση που έτυχε η Καπνεργατική Τάξη από τους μεγαλοαστούς, αλλά και τους μικροαστούς της καπνούπολης του Αγρινίου.
— με την προσπάθεια των καπνεργατών και των καπνεργατισσών να αποκτήσουν Ταξική Συνείδηση και να τη μετουσιώσουν σε κοινωνικούς αγώνες, αλλά και σε συνδικαλιστικούς αγώνες, με το πρωτοπόρο Σωματείο τους.
Η γλαφυρότητα του δοκιμίου μάς κινεί το ενδιαφέρον και μάς επιτρέπει να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας πάνω σε καίρια στοιχεία των επιμέρους επεισοδίων – κεφαλαίων, χωρίς να χάνουμε την αίσθηση των συμφραζομένων που μας παρέχει η όλη δομή του έργου, αντιλαμβανόμενοι συνάμα τη διάσταση πειθούς του δοκιμίου, διάσταση που κατορθώθηκε αφηγηματικά.

 

Στην καλοφτιαγμένη αφήγηση, κάθε πρόσωπο συμβάλλει με κάτι στη δράση, τη διάθεση ή το νόημα. Μελετούμε τους τρόπους συμπεριφοράς τους (ή τους τρόπους με τους οποίους ο αφηγητής τους δίνει ατομικές ιδιότητες) και τις αξίες που υποδηλώνουν εκείνοι οι τρόποι. Ο συγγραφέας –αφηγητής δημιουργεί μια σχέση πειθούς με μας ως αναγνώστες, συμβάλλοντας τελικά στην αυτοεπίγνωσή μας και στην επίγνωση των δικών μας αξιών. Το παρελθόν μιας καπνούπολης ανασταίνεται από την πληγωμένη Μνήμη των ανώνυμων καπνεργατών, όπως τη βίωσαν από γενιά σε γενιά, γράφοντας σι ίδιοι τον επίλογο, μέσα στη μυρωδιά και την αποπνικτική ατμόσφαιρα των Καπναποθηκών. Και δεν είναι μόνο το πικρό ψωμί και το χτικιό, οι εφιάλτες τους. Είναι και η οργή για κάθε μορφής εξουσία που έστηνε τα δόκανα για να συντρίψει τους αγώνες τους. Εκμετάλλευση, απολύσεις, διώξεις και η «ρετσινιά» του κομμουνιστή ή του «κομμουνίζοντος» για όποιους τόλμησαν να διεκδικήσουν μιαν ελάχιστη αύξηση στο φτηνό μεροκάματο.

 

Δεν αρκούν μόνο οι σελίδες της επίσημης Ιστορίας να καλύψουν την καπνούπολη του Αγρινίου και τις υπόλοιπες καπνουπόλεις της Ελλάδας (Κομοτηνή, Ξάνθη, Δράμα. Καβάλα, Βόλο).Χρειάζονται να βγουν στην επιφάνεια και άλλες καταγραφές: Ο τύπος, τα φυλλάδια των Εργατικών Κέντρων, οι φωτογραφίες, τα κτίρια των Καπναποθηκών και κυρίως οι γραπτές και προφορικές μαρτυρίες των ίδιων των Ιστορικών υποκειμένων (καπνεργατών και καπνεργατριών). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αριστείδης Μπαρχαμπάς, σηκώνει ένα τεράστιο βάρος μνήμης και μαζί με τον στοιβαδόρο του εξωφύλλου, καταξιώνουν τους κυνηγούς του ονείρου.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Από το χειροποίητο στο βιομηχανοποιημένο τσιγάρο

ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ παρουσιάζονται το 1885 μέχρι την εκπνοή του 19ου αιώνα. Τα πιο σημαντικά κέντρα συσκευασίας χειροποίητων σιγαρέτων βρίσκονται στην Ερμούπολη, τον Πειραιά, τον Βόλο, τη Λαμία, το Αγρίνιο. Όλα αυτά τα κέντρα συσκευασίας χειροποίητων σιγαρέτων έχουν ως πρώτη ύλη τα καπνά της Αιτωλοακαρνανίας. Μετά το 1913, τα χειροποίητα τσιγάρα εμφανίζονται και στη Μακεδονία.
Γύρω στο 1915, κάνουν την διαττονική εμφάνιση «κάρτες τσιγάρων» στα ελληνικά πακέτα των σιγαρέτων «Ζενίθ» του «Συνδέσμου Καπνοπαραγωγών Αγρινίου».
Όμως η επακολουθήσασα βιομηχανοποίηση των σιγαρέτων δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις. Το στρίψιμο ενός τσιγάρου, είχε γίνει απαραίτητο στάδιο στην δεδομένη απόλαυση του φουμαρίσματος. Ήταν μια ιεροτελεστία, μια ανταγωνιστική επίδειξη μεταξύ των θεριακλήδων. Η βιομηχανοποίηση όμως, που κάλπαζε στη δεκαετία 1925-1935, κατευθύνει τους βιομηχάνους καπνού να προσπαθούν μέσω των εφημερίδων να πείσουν τους αμετανόητους «στρίφτες» (τσιγάρων) να προτιμήσουν το βιομηχανοποιημένο τσιγάρο, χρησιμοποιώντας προς τούτο διάφορες παραινέσεις και «σλόγκαν», όπως:
«Με το χέρι; ή με την μηχανήν;
Ποίον είναι το ευγενέστερον, το ιδανικότερον, το καλαισθητικώτερον: Το χέρι ή η μηχανή; Εις μερικάς περιστάσεις το πρώτον, εις μερικάς περιστάσεις το δεύτερον…
Άλλο το τσιγάρο, άλλο το σιγαρέτο. Εδώ εφαρμόζεται η αντίστροφος αρχή. Το χειροποίητο είναι οπισθοδρόμησις, ή ανθυγιεινότης, ή προστυχιά, ή αηδία, ή βραδύτης. Το μηχανοποίητον είναι η αριστοκρατία, το ιδεώδες, ή ποίησις, ή υγιεινή, ή ταχύτης, ή ευμορφία, η ασφάλεια, το θαύμα…»
«Ο εργατικός κόσμος είχεν εξαναστή κατ’ αρχάς. Ενόμισεν ότι το άψυχον θα φάγει το έμψυχον. Ότι η μηχανή θα φάγει τον άνθρωπον. Και όμως εις την Αμερικήν, όπου τα πάντα εμηχανοποιήθησαν, αι ταχύτεραι σιγαρετομηχαναί συμβαδίζουσιν εκ παραλλήλου με τα υψηλότερα εργατικά ημερομίσθα».
Στην Αμερική όμως…Στην Ελλάδα το επάγγελμα του καπνεργάτη τσιγαροποιού σταμάτησε μόλις το 1908, όταν οι τσιγαρομηχανές παρήγαγαν 200.000-250.000 τσιγάρα, σε επτάωρη εργασία, έναντι 2.000-3.000 σιγαρέτων που παρασκεύαζε ο σιγαροποιός με τους δύο βοηθούς του. Η κάθε σιγαρετοποιητική μηχανή αντικαθιστούσε 100 εργάτες. Έτσι ξεσπούν εργατικές κινητοποιήσεις ενόψει της καταφθάνουσας ανεργίας.
Έτσι η σχέση του καπνιστή με το τσιγάρο έχει αλλάξει: η γευστική και οσφρητική αρμονία χάνονται. Το στρεσάρισμα, που αρχίζει και αυτό να μπαίνει πλέον στη ζωή του, οδηγεί τον καπνιστή στην εύκολη, στην ετοιματζίδικη λύση. Οι αισθαντικές ιστορίες που το στρίψιμο ενός τσιγάρου δημιούργησε χάνονται για πάντα στη λήκυθο των αναμνήσεων, μαζί με τις ονομασίες των τσιγαρόχαρτων, όπως: «Κλειώ», «Η Ωραία Ελένη», «Η Ευανθεία», «Τα Άνθη», «Η Ουρανία», κ.λ.π.

 

Στη δεκαετία 1900-1910, η καπνεμπορία στο Αγρίνιιο ήταν υποτυπώδης. Αυτή διεξαγόταν ως πάρεργον άσχετων με το προϊόν του καπνού εμπόρων, που αδιαφόρησαν για την πολυποίκιλη εκμετάλλευσή του. Πουλούσαν τον καπνό όπως τα «εδώδιμα – αποικιακά». Δεν μπόρεσαν ή δεν επιθυμούσαν να οραματισθούν τον πλούτο του. Έτσι, μέσα από τις διαφημίσεις της περιόδου αυτής νοιώθουμε ότι οι παλαιο-Αγρινιώτες δεν εκτίμησαν τις ντόπιες ποικιλίες καπνού, το «τσεμπέλι», το «μυρωδάτο», τον «μπασμπά», παρόλο μάλιστα που το όνομα «Αγρίνιο», σταμπαρισμένο σε δεκάδες διαφορετικές μάρκες τσιγάρων, διαφήμιζε ό,τι εκείνοι απαξίωσαν. Στ’ αλλεπάλληλα κύματα εκσυγχρονισμού, οι παλαιο-Αγρινιώτες αντιστέκονταν μανιωδώς, για να συντηρούν τα κεκτημένα τους που ήταν αφιλοδημοτικά. Αντιδρούσαν με πείσμα σε κάθε τι νεωτεριστικό που την κοινωνία ωφελούσε, έφθασαν μέχρι να εγκληματήσουν γι’ αυτό. Οι γαιοκτήμονες, οι τοκιστές και οι εκ γενετής εισοδηματίες, με την αφιλοδημοτική τους συνείδηση θέρισαν τις ελπίδες της πόλης για πρώιμη ανάπτυξη.

 

Ξένοι όμως, μέτοικοι στην πόλη του Αγρινίου, επένδυσαν το μέλλον τους στην Αιτωλική Γη! Είχαν διορατικότητα, ήσαν δημιουργικοί, και εγκολπισθέντες τ’ Αγρινιώτικα συναισθήματα, απέδειξαν με την φιλοπατρία τους ότι την ιστορία τη γονιμοποιούν οι ανώνυμοι κι αυτοί τέτοιοι σαν πριν τα «Γεφύρια του Αλάμπεη» περάσουν! Το προϊόν του καπνού, που το Αγρίνιο έκανε γνωστό στην υδρόγειο, για τους γηγενείς προ του 1920 ήταν απλώς ένα εμπορικό προϊόν γρήγορου ατομικού κέρδους.
Παρακολουθώντας την τύχη των εκλεκτών καπνών της Αιτωλοακαρνανίας από το 1880 έως το 1920, διαπιστώνουμε ότι αυτά αγοράζονταν, επεξεργάζονταν συστηματικά και τσιγαροποιούνταν χειρωνακτικά, σε διάφορες πόλεις και πολίχνες της χώρας. Όταν για το «μαγικό αυτό βοτάνι» ήταν υποτυπώδης η κάθετη εκμετάλλευσή του στην γενέθλια γη μεταξύ των ετών 1870-1912, ο Ιωάννης Δημητριάδης πουλά χειροποίητα τσιγάρα με καπνά Αγρινίου και Ξηρομέρου στην οδό Αδριανού στην Αθήνα.

 

Η παράπλευρη έκθεση ορισμένων φωτογραφιών από πακέτα σιγαρέτων αποδεικνύει ότι η Αιτωλοακαρνανική αβελτηρία στάθηκε αιτία για τον οικονομικό εκσυγχρονισμό όχι μόνο διαφόρων ατόμων, αλλά και πόλεων, πλην του καπνοπαραγωγικού νομού μας(!), του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Σ’ όλους τους άλλους τα καπνά της Αιτωλοακαρνανίας έφεραν πλούτο, ενώ στους παλαιαγρινιώτες, έχοντες και κατέχοντες, πρόσφεραν μόνο τη ψεύτικη ικανοποίηση που ένιωθαν όταν διάβαζαν στα πακέτα των χειροποίητων τσιγάρων τ’όνομα του τόπου καταγωγής των: «Αγρίνιο», «Ζαπάντι», «Κατούνα», «Παραβόλα», «Ματαράγκα», «Ξηρομέρου».

 

Οι βιομήχανοι και οι έμποροι αγόραζαν σ’ εξευτελιστικές τιμές την ψυχή της Αιτωλοακαρνανικής γης, τον καπνό, και μας τον πουλούσαν τσιγαροποιημένο και πακεταρισμένο να φουμάρουμε το αποτέλεσμα της συντηρητικής τους κουλτούρας! Κανείς ντόπιος Αγρινιώτης μεγαλοσχήμων, κανείς ντόπιος Αγρινιώτης προύχοντας, δεν ενδιαφέρθηκε για τον τόπο, για το Αγρίνιο. Ευτυχώς που ήλθαν από το Ζελίχοβο οι Παπαστραταίοι, από την Πελοπόννησο οι Παναγοπουλαίοι, από τον Μαχαλά οι Παπαπετραίοι, από τη Σύρα ο Χασουράκης, από τη Ματαράγκα οι Σακελλαριδαίοι, από την Σύρα ο Σκαλίγκος. Ο Ηλιού διωγμένος από την πατρίδα του, αγάπησε τ’ Αγρίνιο περισσότερο από όλους τους κοτζαμπάσησες μαζί! Μαζί με αυτούς οι αδελφοί Κόκκαλη, ο Θεμ. Καπέρδας, ο Καμποσιώρας, ο Βασίλης Παπαβασιλείου και ο Χαρ. Φαρμάκης, έγιναν, μ’ απόδειξη, Αγρινιώτες κι εξαλείφθηκε η τραγικότητα της καπνεμπορίας από τους αδιάφορους «Μπαραμπάτηδες», όπως μάθαμε ότι λέγονταν όσοι ασχολήθηκαν πάρεργα με την καπνεμπορία, διαβάζοντας το βιβλίο του Ευάγγελου Παπαστράτου, «Η δουλειά και ο κόπος της – από τη ζωή μου», εκδομένο το 1964. Έτσι μελαγχολούμε σήμερα μαθαίνοντας τα έργα των γηγενών τ’ αόρατα!

 

Η παράπλευρη έκθεση των διαφημίσεων χειροποίητων τσιγάρων μας οδηγεί ν’ ανάψουμε ένα σέρτικο Αγρινίου, και μαζί με το ξεφύσημα του καπνού να ξεφυσήσουμε και την απορία μας ή την αγανάκτησή μας για την τύχη του προϊόντος, που ξένοι το διαφήμισαν προς όφελός μας!
Όμως το Κράτος, που από τη φύση του είναι οκνό στην πρόοδο, δεν μπόρεσε ν’ αντιστρατευθεί στα συμφέροντα των καπνεμπόρων. Αναλώθηκε, με την πολυνομοθεσία του, σε μια καπνική πολιτική που εξυπηρετούσε το πολιτικό συμφέρον των εκάστοτε κυβερνώντων, δηλαδή των καπνεμπόρων και των «μπαραμπάτηδων» της Άρχουσας Τάξης. Έτσι το «ευτελές προϊόν με την οικονομική ευρωστία», μαζί με τους καπνοπαραγωγούς και τους καπνεργάτες, αφανίσθηκαν, «παρόλο τον συγκρουσιακό χαρακτήρα των διεκδικήσεών τους, όπου η μαχητικότητα του καπνεργατικού κινήματος και ο αριστερός προσανατολισμός του, το έφεραν στο προσκήνιο των πολιτικών αγώνων, καθιστώντας το ένα από τα πιο δραστήρια τμήματα των ελληνικών κοινωνικών τάξεων».

Στο τέλος του βιβλίου, εκτός από τα απαραίτητα ευρετήρια φωτογραφιών και κυρίων ονομάτων, υπάρχει ακόμη η απαραίτητη βιβλιογραφία και επιπλέον σκίτσα του ανδριάντα προς τιμήν του καπνεργάτη που εποίησε ο γλύπτης και ζωγράφος Αντώνης Ναστούλης, καθώς και πρόταση για την οργάνωση του περιβάλλοντος χώρου του μνημείου από τον αρχιτέκτονα Χρήστο Κατσιμπίνη. Μνημείο που ευχόμαστε σύντομα να στολίσει την γενέθλια πόλη. Εις μνήμη των τεθνεώτων αγωνιστών και του ιδρώτα τους που μας έθρεψε…

Ο συγγραφέας Αριστείδης Μπαρχαμπάς

Ο Αριστείδης Μπαρχαμπάς γεννήθηκε στο Αγρίνιο στο 1937 στη συνοικία Φούσκαρη.
Πέρασε τα παιδικά του χρόνια δουλεύοντας στα καπνοχώραφα του Ζαπαντιού με την πολυμελή οικογένειά του.
Έμαθε την τέχνη της μπάλας στις αλάνες της Τσίτας και στα σοκάκια της πλατείας Χατζοπούλου που ύμνησε. Στα εφηβικά του χρόνια εργάστηκε σκληρά στα καπνομάγαζα του Αγρινίου σαν τογκαδόρος. Τελείωσε την Εμπορική Σχολή Αγρινίου και παρακολούθησε μαθήματα Διακοσμητικής και Σχεδίου στο Σχολή ABC. Μεγάλες του αγάπες η φιλομάθεια και η έρευνα. Υπήρξε για πολλά χρόνια ποδοσφαιριστής του Παναιτωλικού. Με ενέργειες του Δ.Σ. του Συλλόγου, το 1963, διορίστηκε στον Ο.Τ.Ε.
Τον καιρό της Χούντας αντέδρασε, φυλακίστηκε, πέρασε στρατοδικείο στην Τρίπολη, με συνέπεια να εκδιωχθεί από Ο.Τ.Ε. και Παναιτωλικό. Το 1974 επανήλθε στην υπηρεσία του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του τμήματος Ενόργανης Γυμναστικής του Παναιτωλικού και πρωτεργάτης στην επανίδρυση του Φιλολογικού Ομίλου Κώστας Χατζόπουλος.
Φιλέρευνος και φιλομαθής, ασχολήθηκε με το γράψιμο. Αρκετά κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά.

Τα κεφάλαια του βιβλίου

Καπνός και καπνοχώραφα. «Τα καπνά των Ζεμπάν» (Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα))
Διαμάχη μεταξύ αυτοχθόνων και εποίκων Σουλιωτών, για τα καπνοχώραφα της περιοχής Αγρινίου & Ζαπαντίου, μετά την Επανάσταση του 1821
Όψεις της κοινωνίας του Βραχωρίου (Αγρινίου) μετά την Επανάσταση του 1821)
Η καπνοπαραγωγή στην Αιτωλία και Ακαρνανία
Τσιγαρόχαρτο και λαθρέμποροι
Καφενείον «Στεροδήμα – Πασέτα – 1905-»
Από το χειροποίητο στο βιομηχανοποιημένο τσιγάρο
Απαρχή καπνεμπορίας – καπνεργασίας
Ο εργατικός συνδικαλισμός στο Αγρίνιο και πανελλαδικά
Η γενέτειρα πόλη εξοφλεί προσωρινά το χρέος της απέναντι στο παιδί της. (Η προτομή του Κώστα Χατζόπουλου στο Αγρίνιο)
Είσοδος των γυναικών στην εργασία
Η καπνεργασία στις καπναποθήκες Αγρινίου
Με το καπνόδεμα στους ώμους. Ο Στοιβαδόρος
Με την κόλλα του καπνού στα χέρια. Οι Ξεφυλλίστριες
«Τογκαδόρος», ο εραστής της νικοτίνης
«Καπνεργάτες να ρίχνουν τον λίθο του αναθέματος στη γωνία Παπαστράτου και Μπότσαρη, στο Αγρίνιο»
Το Αγρίνιο στο χάραμα της δεκαετίας του ’20, οργά σε πρόοδο
Πρώτη καπνεργατική απεργία – Αίμα και θάνατος –
Κοινωνική ζωή στην περίοδο του μεσοπολέμου (1920-30)
Το ηλεκτρικό φως στο Αγρίνιο
Η υγιεινή στο Αγρίνιο
Η δεύτερη απεργία που συντάραξε το Αγρίνιο. Αστοί ενάντια καπνεργατών
…και η συνέχεια… – Το Ιατρείον του Τ.Α.Κ. –
«Όταν ανεφύη εκτάκτως καπνεργατικό ζήτημα, χωρίσανε τ’ αδέλφια…» – Η διάσπαση του Συνδικάτου –
Καπνικός απολογισμός
Αγρινιώτικα σκίτσα
Καπνεργατικοί έρωτες
Ο «Μπολσεβίκος»
«Η Ρουμελιώτικη τρέλλα» του Παντελή Χορν
Το «Ιδιώνυμον (τρομονόνος)» και η καπνεργατιά
Η «τσοκαρία» των «προσφυγικών»
Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων και Δήλωση Μετανοίας 1940-1950: Μια δεκαετία ηρωισμού και ταπείνωσης
«Θα γίνω Βραζιλιάνα με το σομπρέρο μου»
Μετά την τραγωδία – Η αρχή του τέλους –
Ημέρα μνήμης και τιμής
Κηρύγματα
Φάκελος «Μισθοδοσία»
Το συλλαλητήριο
Η φωτογραφία
Η Καπνεργατική Συνέλευση
Γιόμα καπνεργατικό
Διαδήλωση
Η πόλη στο πλευρό των καπνεργατών
Η αλλοτρίωση
«Κατεδαφίζεται το παρελθόν»

 

Το αφιέρωμα σε pdf υπάρχει και στη στήλη “Ένθετα Αφιερώματα”
http://www.paratiritis-news.gr/admin/entheta/1276724614.pdf

 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.