Το φιλοξενο κατωφλι…

Το Φαναράκι του Ισάκ φωτίζει τους χωματόδρομους και τα στενά δρομάκια, ενώ αυτός ανηφορίζει στη γειτονιά του, το Αλήμπεη της Αλεξανδρούπολης. Γειτονιά του που γίνεται γειτονιά μας μέσα από την λογοτεχνική γραφή του Ζαφείρη Τ. Αλεξιάδη (Αλήμπεη, Ζαφείρης Τ. Αλεξιάδης, εκδόσεις Εθνολογικό Μουσείο Θράκης, σελ. 243). Από τις αυλές ξεπροβάλλουν και φωτίζονται τα πρόσωπα των ηρώων του. Ταπεινοί άνθρωποι καλωσορίζουν τον αναγνώστη και του ανοίγουν τρυφερά την πόρτα της καθημερινότητας. Κουβέντες στο κατώφλι, γήτεμα, ξεματιάσματα, μαζώξεις ανδρών και γυναικών, με την κυρία Σταυρούλα που σπάνια έφευγε από το κατώφλι της, στον Αλήμπεη όλα αυτά, στην τοποθεσία εκείνη όπου πριν 45 χρόνια δεν υπήρχε ρεύμα. Ο συγγραφέας «ξεδιπλώνει» θύμησες, αναμνήσεις και γλώσσα, γλώσσα ιδιότυπη, Καππαδοκική. Αποκαλύπτει γεγονότα υπαρκτά, μας γνωρίζει πρόσωπα που έζησαν σε μια γειτονιά από τις αρχές έως και τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Ένα μυθιστόρημα που φωτίζει τον μικρόκοσμο της γειτονιάς και της πόλης, της Θράκης, της Ελλάδας της φτώχειας και των ονείρων. Κάθε σελίδα και μια καινούργια πληροφορία για τη Θράκη, την Αλεξανδρούπολη, τον τρόπο ζωής, την παράδοση και τον πολιτισμό αυτών των ανθρώπων. Ένα γοητευτικό ταξίδι με την βοήθεια του πρώτου τρένου, του χιούμορ, των καταστάσεων και κυρίως των καθημερινών ανθρώπων.

Ο Ζαφείρης Τ. Αλεξιάδης αναφέρεται στα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς των γονέων του, που τα βίωσε και ο ίδιος, στα δραματικά χρόνια της Κατοχής, του Εμφυλίου. Από τα Σίλατα της Καππαδοκίας στον Αλήμπεη της Αλεξανδρούπολης με ανθρώπους άλλοτε θαρρετούς, αμερόληπτους και δίκαιους, όπως η κυρία Δέσποινα κι άλλοτε φοβισμένους και αδύναμους λόγω των καταστάσεων, της φτώχειας, της πείνας, του πολέμου. Ένα βιβλίο – φιλόξενο κατώφλι που αποχαιρετά τη θεία Σταυρούλα, το τελευταίο αντίο, αφορμή να θυμηθεί ο συγγραφέας τους παλιούς, όσοι απόμειναν, και να προσφέρει στους νεότερους, ό,τι δεν έζησαν. Χωρίς δάκρυα. «Δεν νομίζω να δακρύσει κανείς. Για ένα φυσικό φαινόμενο, κατανοητό και από καιρό αναμενόμενο, δεν κλαις. Τέτοιος είναι ο θάνατος της Θείας Σταυρούλας. Ένα φυσικό φαινόμενο. Κατανοητός και αναμενόμενος». Ο θάνατός της, όπως γράφει ο συγγραφέας, δεν είναι για δάκρυα. Για δάκρυα ίσως ήταν η ζωή που πέρασε. Στερημένη, δύσκολη και πονεμένη ζωή. Ένα βιβλίο αναδρομή πίσω στη ζωή, συγγραφέας και αναγνώστες ανασύρουν γεγονότα και αναμνήσεις, με τον ίδιο τρόπο που εκείνοι που ξεπροβοδούν την θεία Σταυρούλα ανατρέχουν πίσω στη ζωή της, στο φιλόξενο κατώφλι που δεν εγκατέλειπε ποτέ μέχρι που συμπλήρωσε τα χρόνια της και πήγε και βρήκε του ανθρώπους του Αλήμπεη, που την περίμεναν.

Από το παλιό κατώφλι της, όμοιά του τώρα πια ελάχιστα έχουν απομείνει ακόμη και στις πόλεις της Θράκης, τους ένιωθε όλους στο Αλήμπεη γύρω της, και αυτό της άρεσε, της έδινε σιγουριά. Της άρεσε να βλέπει και να αισθάνεται γνωστά πρόσωπα γύρω της. Η καθεμιά στο κατώφλι της και η Σταυρούλα στο δικό της. Σπάνια πήγαινε σε άλλο. Συνήθως έμεινε στο δικό της, σχεδόν μόνη. Δεν μετείχε στη ζωή. Δεν άγγιζε τη ζωή. Η ζωή την άγγιζε και την πονούσε. Οι απογευματινές συναντήσεις στα κατώφλια, από καμιά δεν έλειπε το πλέξιμο, τα τσουράπια (ανδρικές κάλτσες), το καρίκωμα, ξαναζωντανεύουν. Έτσι κύλα ο χρόνος στο Αλήμπεη. Κάθε φορά που «φεύγει» ένας από τους παλιούς, την πιάνει απόγνωση. Φοβόταν τη μοναξιά, φοβόταν μην μείνει μόνη στο Αλήμπεη και αυτό δεν το ήθελε. «Μια από τις λίγες φορές που άφησε τη ματιά της να ξεφύγει προς τον καθρέφτη, είδε ότι τα μαλλιά της, που ξέφευγαν από το γιασμά, ήταν πια άσπρα. Εδώ και καιρό, το μαύρο ήταν το κυρίαρχο χρώμα στη ζωή της και είχε κατασταλάξει ως μέσα βαθιά στην καρδιά της. Τα λίγα άσπρα μαλλιά που ξέφευγαν απ΄ τον γιασμά ήταν μια χρωματική έκπληξη για τη Σταυρούλα. Και της άρεσαν έτσι άσπρα». Γερνούν μαζί με τη Φωτικά, που της φέρνει πότε – πότε νέα: «Έμαθες τα, Σταυρούλα; Τα μορμόρια, τα μνήματα γέμισαν. Δεν χωράν άλλο. Έκαναν καινούργια μορμόρια στο Μερά. Όποιος πεθαίν΄, θα τον πηγαίνουν στο Μερά».

Ένα βιβλίο που μυρίζει Ελλάδα είναι το «Αλήμπεη», (Ζαφείρης Τ. Αλεξιάδης, εκδόσεις Εθνολογικό Μουσείο Θράκης). Ένα σεργιάνι σε μια γειτονιά χτισμένη στη νότια πλαγιά του λόφου της Δεξαμενής. Ο λόφος αυτός σήμερα προσδιορίζεται νοτιοδυτικά, όπως βλέπει η πρόσοψη του ναού του Σωτήρος, δίπλα στο 5ο Δημοτικό Σχολείο. Ένας στενός χωματόδρομος έκοβε κάθετα τη νότια πλαγιά. Ο δρόμος ξεκινούσε χαμηλά πίσω από το σπίτι του Κοντομίχαλου και ανηφορίζοντας είχε δεξιά του τις πίσω αυλές, τους μπαχτσέδες των σπιτιών του Κοντομίχαλου, της Κερκέλνας, του Ψίλα και κάνα δυο άλλων σπιτιών. Αριστερά ήταν τα αμπέλια. Στο δρόμο, στις αυλές, στα σπίτια, στις κουβέντες μας «πηγαίνει» ο συγγραφέας, άλλοτε με την Σταυρούλα κι άλλοτε με την Φωτίκα συντροφιά. Το σπίτι της τελευταίας ήταν μπροστά και κάτω από το κατώφλι της Σταυρούλας, με την οποία ήταν πρώτες ξαδέρφες, αλλά τελείως διαφορετικές στον χαρακτήρα. Στο μόνο που έμοιαζαν ήταν ότι κακοποιούσαν και οι δύο στον ίδιο βαθμό την ελληνική γλώσσα… Ενώ όμως η Σταυρούλα δεν πολυμιλούσε, και έτσι η λεκτική αδυναμία της δεν γινόταν αντιληπτή, η Φωτίκα ήταν πολυλογού. Από το πρωί μέχρι το βράδυ γύριζε από σπίτι σε σπίτι, από κατώφλι σε κατώφλι, μάθαινε ή έφερνε τα νέα, έλεγε τη γνώμη της, διαφωνούσε, διόρθωνε, συμπλήρωνε. Ήταν και μοδίστρα…

Μαζί της και με εκλεπτυσμένο χιούμορ του συγγραφέα άλλοτε σεργιανούμε από κατώφλι σε κατώφλι και από ιστορία σε ιστορία κι άλλοτε αγγίζουμε το δάκρυ που κυλά για τις ανηφοριές της ζωής, για το άσπρο και μαύρο εκείνης της εποχής που έσβησε για πάντα.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.