Λογοτεχνια και Τουρκισμος κατα την υστερη οθωμανικη περιοδο…

Στον σκαπανέα του τουρκικού εθνικισμού και ειδικότερα της ιδεολογίας του Τουρκισμού (Turkculuk) και της μεταρρύθμισης στην τουρκική γλώσσα κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, τον Ομέρ Σεϊφεττήν αναφέρεται το βιβλίο: «Λογοτεχνία και Τουρκισμός κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο», (Το μυθιστόρημα του Ομέρ Σεϊφεττήν «Το ημερολόγιο ενός Αρμένιου νέου», «Οι επτά κοιμούμενοι» ή «Οι άνθρωποι των σπηλαίων»), Γιώργος Γκοβέσης, εκδόσεις ΣΠΑΝΙΔΗ, σελ 112). Η διαμόρφωση μιας ενιαίας γλώσσας και λογοτεχνίας είναι από τα πιο βασικά βήματα που πρέπει να γίνουν προκειμένου να δημιουργηθεί ένα έθνος –κράτος.

Η καθιέρωση της καθομιλουμένης τουρκικής και μάλιστα της διαλέκτου της Κωνσταντινούπολης ως επίσημης γλώσσας και η διάδοσή της μέσα στα όρια ενός τουρκικού έθνους – κράτους καθώς και η διαμόρφωση μιας τουρκικής εθνικής λογοτεχνίας αποτέλεσαν τους κύριους άξονες γύρω από τους οποίους κινήθηκε το έργο του Ομέρ Σεϊφεττήν.

Ο Ομέρ Σεϊφεττήν,
όντας ο ίδιος αξιωματικός του στρατού, αγωνίστηκε για τη διάσωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όχι όμως πλέον με την παλιά της μορφή αλλά ως έθνους – κράτους υπό την ηγεσία του τουρκικού – μουσουλμανικού στοιχείου το οποίο θα παραχωρούσε καθεστώς μειονότητας στους νομιμόφρονες μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Στη θέση των μειονοτήτων φυσικά τοποθετούσε τα τρία μεγάλα μη μουσουλμανικά μιλλέτ (εθνικοθρησκευτικές κοινότητες) των Ελληνορθόδοξων, των Αρμενίων και των Εβραίων.

Ο Ομέρ Σεϊφεττήν στο έργο του υπερασπίζεται τη θρησκεία του Ισλάμ ως ενοποιητικού στοιχείου για την «τουρκόφωνη και τουρκικής καταγωγής πλειοψηφία» και στενά συνδεδεμένο με αυτήν, πλειοψηφία με την οποία θα συντασσόταν και οι υπόλοιποι μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα ο Ομέρ Σεϊφεττήν αποτελεί στην ουσία προάγγελο του τουρκικού έθνους – κράτους που δημιουργήθηκε από το κεμαλικό καθεστώς, παρά το γεγονός ότι για χρόνια το έργο του σκοπίμως παραμερίστηκε από το ίδιο αυτό το καθεστώς. Όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο του μυθιστορήματος «Το Ημερολόγιο Ενός Αρμένιου Νέου» (έργο που το έγραψε στα τέλη των Βαλκανικών Πολέμων, οι οποίοι κόστισαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών εδαφών της) επιτίθεται εναντίον του Οθωμανισμού συμπλέοντας πλήρως με το Ζιγά Γκιοκάλπ και τους υπόλοιπους θεμελιωτές του τουρκικού εθνικισμού και υπερασπίζεται την ιδεολογία του τουρκισμού την οποία συστηματικά καλλιέργησε ο Γκιοκάλπ. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η ιδεολογία του Οθωμανισμού εξυπηρετούσε τους στόχους των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για απόσχιση. Σύμφωνα με τον ίδιο όσοι υποστηρίζουν αυτή την ιδεολογία οδήγησαν στην αποδυνάμωση του τουρκικού στοιχείου τόσο σε εθνικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο και η εμπειρία και τα γεγονότα απέδειξαν ότι οι Τούρκοι θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τη δύσκολη αυτή περίοδο μόνο αν υιοθετούσαν τον Τουρκισμό.

Από τον πρόλογο κιόλας του μυθιστορήματος ο συγγραφέας Ομέρ Σεϊφεττήν υπερασπίζεται τη θέση του Τουρκισμού για την κυριαρχία του έθνους έναντι του ατόμου και οιασδήποτε άλλης μορφής κοινωνικής συλλογικότητας.

Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί και εξιστόρηση των σημαντικότερων πολιτικών γεγονότων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την περίοδο 1908 -1913 εστιάζοντας στην ιδεολογική διαμάχη μεταξύ Οθωμανισμού και Τουρκικού Εθνικισμού. Πρόκειται για μια εξιστόρηση της περιόδου αυτή από την οπτική γωνιά ενός Τούρκου εθνικιστή. Το μυθιστόρημα «Οι Επτά Κοιμούμενοι» ή «Οι Άνθρωποι των Σπηλαίων» αποτελεί την ίδια στιγμή και έναν ύμνο στην τουρκική γλώσσα και πιο συγκεκριμένα στην τουρκική γλώσσα όπως τη μιλάει ο λαός, η οποία απαλλαγμένη από τους κανόνες και την κυριαρχία – κηδεμονία της Αραβικής και της Περσικής όπως συνέβαινε με τη γραπτή Οθωμανική γλώσσα και αποτελεί τη γνήσια τουρκική. Τη γλώσσα αυτή αγαπάει και χρησιμοποιεί στο προσωπικό του ημερολόγιο και ο νεαρός Αρμένιος ήρωας του μυθιστορήματος, ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη.


Δεκαετίες μετά τη συγγραφή αυτού του έργου, στην Κωνσταντινούπολη πάλι, η πλειοψηφία των εξήντα χιλιάδων Αρμενίων που παραμένουν εκεί έχουν εκτουρκιστεί γλωσσικά και χρησιμοποιούν ακόμα και μέσα στο σπίτι δηλαδή στην ιδιωτική ζωή την τουρκική γλώσσα και μάλιστα πολλοί από αυτούς έχουν αλλάξει τα ονόματά τους σε τουρκικά, ενώ οι Ρωμιοί το άλλο ισχυρό μη μουσουλμανικό στοιχείο έχουν σχεδόν εκλείψει. Αν ζούσαν και το έβλεπαν ο συγγραφέας και ο Ζιγιά Γκιοκάλπ σίγουρα θα έμεναν πολύ ευχαριστημένοι. Οι δυο άλλοτε ισχυρές εθνικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν στην Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ την ίδια ακριβώς μοίρα που είχαν και οι δύο ισχυρές γλώσσες, Αραβικά και Περσικά, οι οποίες και κυριαρχούσαν στην Οθωμανική γλώσσα. Τα περισσότερα στοιχεία τους αποβλήθηκαν και όσα δεν κατέστη δυνατόν να αποβληθούν εκτουρκίστηκαν πλήρως, όπως πρότεινε άλλωστε και ο Ζιγιά Γκιοκάλπ στο έργο του: «Βασικές Αρχές του Τουρκισμού».

Όπως σημειώνει και ο Γιώργος Γκοβέσης, όσες Αραβικές και Περσικές λέξεις απομείνουν θα αποτελέσουν σύμφωνα με το Ζιγιά Γκιοκάλπ αντικείμενο Παλαιοντολογίας, όπως άλλωστε αντικείμενο παλαιοντολογίας αποτελούν σήμερα και οι λιγοστοί υπέργηροι Ρωμιοί που απέμειναν σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο. (Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Ομέρ Σεϊφεττήν είναι λίαν προφητικός όσον αφορά τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την εκδίωξή τους από την Μικρά Ασία με την ανταλλαγή των πληθυσμών). Αυτό που διαπιστώνει ο αναγνώστης του βιβλίου: «Λογοτεχνία και Τουρκισμός κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο», (Το μυθιστόρημα του Ομέρ Σεϊφεττήν «Το ημερολόγιο ενός Αρμένιου νέου», «Οι επτά κοιμούμενοι» ή «Οι άνθρωποι των σπηλαίων», Γιώργος Γκοβέσης, εκδόσεις ΣΠΑΝΙΔΗ, σελ 112) είναι ότι υπάρχει μια πλήρης δομική αντιστοιχία ανάμεσα στον εκτουρκισμό της γλώσσας και στον αντίστοιχο εκτουρκισμό του πληθυσμού. Και στις δύο περιπτώσεις το προσαρμόσιμο αφομοιώνεται και το μη προσαρμόσιμο αποβάλλεται.

Παράλληλα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, αποτέλεσε έναν από τους λίγους Οθωμανούς Τούρκους συγγραφείς της εποχής του που αντιλήφθηκε στην πραγματική τους διάσταση τις αλλαγές που συντελούνταν τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και στο διεθνές στερέωμα στην κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική. Για το λόγο αυτό άλλωστε αισθάνονταν έντονα το συναίσθημα της μοναξιάς σαν τους περισσότερους πρωτοπόρους. Μοναξιά, η οποία τον ακολούθησε μέχρι το τέλος του σχετικά σύντομου βίου του, αφού πέθανε από διαβήτη σε ηλικία μόλις τριάντα έξι χρονών το 1920, μην έχοντας προλάβει να δει την πραγματοποίηση από το Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ των περισσοτέρων ιδεών και οραμάτων του.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.