Μια εξομολογητικη περιδιαβαση στα παρασκηνια της ποιητικης δημιουργιας

Κοντά στη θάλασσα αλλά και σε κλιματιζόμενα δωμάτια – προσωπικά προτιμώ τη δροσιά των κτιρίων τα βράδια στα οποία έχουν ακολουθηθεί κατά γράμμα όσα μας έλεγε η μάνα για τους τρόπους που συνωστίζεις δροσιά τα πυρίκαυστα ελληνικά καλοκαίρια, παντζούρια ήτοι κλειστά, δέντρα, γλάστρες και κήποι με πρασινάδα- κοντά στη θάλασσα και σε κλιματιζόμενα με air condition ή φυσικούς τρόπους δωμάτια, το καλοκαίρι είναι σπουδαίος καιρός για να προσπαθήσει κάποιος να βάλει στη σειρά σκέψεις ή ν’ απαντήσει σε ζητήματα που το τρέξιμο του χειμώνα δεν επιτρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε… Ζητήματα όπως το τι και το πώς της ποίησης σήμερα, τη σχέση του ποιήματος με τον ποιητή, την κριτική της ποίησης και την αποδοχή της σήμερα, απαντήσεις στο ερώτημα αν η ποίηση θα εξακολουθήσει ως μη «ευπώλητον» είδος να ζει…

Όλα αυτά συνομιλώντας με το τελευταίο βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού για την ποίηση υπό τον εύγλωττο τίτλο «Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια

τέχνη περιττή» των εκδόσεων Πόλις…

Τ.Β.

Αμφίθυμο το ερώτημα του τίτλου, παλινδρομεί ανάμεσα στην αισιοδοξία και την απαισιοδοξία. Αισιοδοξία διότι η θέση και μόνο του ερωτήματος φανερώνει τη σκοπιμότητα μιας συζήτησης, προϋποθέτει συνεπώς το ανάλογο ενδιαφέρον γύρω από το θέμα που ανοίγει. Απαισιοδοξία διότι αν αυτό το ενδιαφέρον ήταν αυτονόητο και εύκολα ανιχνεύσιμο δεν θα χρειαζόταν να τεθεί το ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση η διατύπωση του ερωτήματος δεν μας επιτρέπει παρά να εκλάβουμε ειρωνικά την απόφανση του υπότιτλου περί τέχνης περιττής, πολλώ μάλλον όταν εκφέρεται από έναν ποιητή με ευδόκιμη λογοτεχνική πορεία. Ο Χάρης Βλαβιανός στην παρούσα συναγωγή δοκιμίων και αφορισμών προτίθεται πρόδηλα να υπερασπιστεί την τέχνη του, με την ίδια θέρμη που την προασπίζεται επί εικοσιπενταετία σχεδόν στους στίχους του. Η δική του ευθεία απάντηση είναι πως η ποίηση αφορά πρωτίστως όσους την υπηρετούν. Η σχέση του ποιητή με το έργο του θα καθορίσει και τη σχέση του με τους αναγνώστες. Αν η ποίηση σήμερα έχει ηττηθεί οι ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν, κατά κύριο λόγο, στους δημιουργούς και στο πώς εκείνοι προσλαμβάνουν το ποιητικό τους έργο. Ακόμα και αν κρίνει ως απολύτως αποθαρρυντική την απομάκρυνση μιας σημαντικής μερίδας του αναγνωστικού κοινού από την ποίηση, ο Βλαβιανός αντιμετωπίζει εαυτόν και ομοτέχνους σαν μέλη μιας «αδελφότητας» με παρεμφερείς αγωνίες και αξιώσεις, στους κόλπους της οποίας συντελούνται γόνιμες ζυμώσεις, ανταλλαγές και έριδες• θεώρηση στην οποία εδρεύει και η σθεναρή αισιοδοξία του. Εντέλει η ποίηση εκκινεί και επιστρέφει στο ποιητικό «εγώ», όχι ως μια αυτιστική δημιουργία αλλά ως μια δύστροπη, επίπονη άσκηση που δοκιμάζει το ήθος, το συναίσθημα και τη σκέψη. Μια άσκηση διά της οποίας θρυμματίζεται και ανασυγκροτείται η συνείδηση του ποιητή.

Αποδέκτης του ποιητή ο εαυτός του

Αν δεν υπάρχουν πια ευήκοοι αναγνώστες, δεν υπάρχουν ενδεχομένως και αρκούντως ευαίσθητοι ποιητές. Στα δοκίμιά του ο Βλαβιανός αποστρεφόμενος καταφανώς την γκρίνια για την αδιαφορία του αναγνωστικού κοινού, επικεντρώνεται στη δουλειά των ποιητών και στην εντιμότητα με την οποία προσέρχονται στο εργαστήριό τους. Οι πιο ερεθιστικές σελίδες του παρόντος τόμου είναι εκείνες στις οποίες αποτυπώνεται η αλυσιτελής πάλη του ποιητή με τη γλώσσα, με το διαφυγόν νόημα των λέξεων. «Στην έσχατη πραγματικότητά τους οι λέξεις χάνουν το νόημά τους». Σε μια έσχατη πραγματικότητα προσανατολίζεται και ο ποιητής, εκεί όπου το γνώριμο διαθλάται στους στίχους ως ανοίκειο. Οπως διατείνεται ο Βλαβιανός, η δεξιότητα ενός ποιητή εξαρτάται και από το πόσο αντέχει να παραδοθεί στην αντίσταση των λέξεων, από το κατά πόσο αναγνωρίζει την αυτονομία τους και επιτρέπει στη γλώσσα να τον υποτάξει. Ο,τι εκπίπτει από το ποίημα αποκτά μια παρουσία υποβλητική, το άρρητο επιδρά καταλυτικά στη μορφή. Η σιωπή υποδεικνύεται κατ’ επανάληψη ως απώτερος προορισμός του ποιήματος, σαφώς όχι με την έννοια της ανυπαρξίας αλλά ως ένας λόγος πιο ισχυρός, πιο εξομολογητικός ακόμα από τον καταγεγραμμένο. Εξοχη η πύκνωση αυτής της ανησυχίας στην ακόλουθη διερώτηση: «Πόσο πρέπει να μιλήσει ένα ποίημα για ν’ ακουστεί όταν σωπάσει;» Συναφής και δηλωτικός του κεντρικού προβληματισμού των δοκιμίων ο εξής αφορισμός: «Ο,τι δεν είμαι σε θέση να εκφράσω είναι ίσως το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποκτά νόημα ό,τι είμαι σε θέση να εκφράσω». Το ποίημα συντίθεται πρωτίστως από τις λέξεις που αντιστάθηκαν περισσότερο, από όσες δηλαδή δεν εντάχθηκαν σ’ αυτό. Η ποιητική δημιουργία, ανεξερεύνητη, ει μη μόνον εκ των υστέρων, συνίσταται στη συνειδητοποίηση μέσω της περάτωσης του ποιήματος της πλάνης των λέξεων και στην ανάδυση, μέσα από την αποδοχή αυτής της πλάνης, μιας ζωτικής αλήθειας. Το ποίημα εντέλει προκύπτει σαν μια αποκαλυπτική απάντηση σ’ ένα ερώτημα που δεν έχει θέσει ο ποιητής. Γι’ αυτό ο Βλαβιανός αναρωτιέται σιβυλλικά για το αν από το ποίημα δραπετεύει ο δημιουργός ή μήπως συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο.

Η σχέση του ποιητή με το ποίημα μετατοπίζεται στη διερεύνηση της αλληλεπίδρασης λέξεων και νοήματος, σκέψεων και συναισθήματος, τρόπου και θέματος. Η αυστηρότητα που επιδεικνύει ο ποιητής απέναντι στο έργο του κρίνει το λογοτεχνικό του ύψος. Το ήθος του μεταστοιχειώνεται σε ύφος. Το προεξάρχον διακύβευμα του ποιήματος είναι ο ποιητής. Η ποιότητα του δημιουργήματος μπορεί να επαναπροσδιορίσει την έννοια της ηθικής στο βαθμό που στο τελειωμένο έργο εξαγνίζεται το πρόσωπο του δημιουργού (ενδεικτικές αυτού του εμβληματικού λογοτεχνικού προβλήματος οι περιπτώσεις του Πάουντ και του Γερμανού ποιητή Τρακλ που θίγονται στο βιβλίο). Ο Βλαβιανός επιμένει επίσης εμφαντικά στην κριτική εγρήγορση του ποιητή όσον αφορά τόσο τη δική του δουλειά όσο και την εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Με οξείες παρατηρήσεις επισημαίνει την περιρρέουσα συναινετικότητα της συντεχνίας, τον υστερόβουλο (αυτο)θαυμασμό (θαυμάζω εκείνον που με θαυμάζει) και παράλληλα την έλλειψη γενναιοδωρίας που λειτουργεί ανασχετικά ως προς την ανάδειξη νέων φωνών αλλά και τη σύσταση αξιολογικών κριτηρίων. Ο ποιητές γνωρίζοντας εξ ιδίων τις απαιτήσεις και τη στρυφνότητα της εργασίας τους μπορούν (και οφείλουν) να αρθρώσουν έναν καίριο κριτικό λόγο προκειμένου να καταδείξουν τη σημασία του προσωπικού τους έργου, αλλά περισσότερο την κρισιμότητα του ρόλου της ποίησης• ένας λόγος που θα μας αποσπάσει «από την ευδαίμονα στασιμότητα του συγγραφικού δημοσιοϋπαλληλισμού που κυριαρχεί στις μέρες μας».

Οταν ο θεωρητικός λόγος γίνεται ποίημα

Ο Βλαβιανός στα σαράντα ένα σύντομα κείμενα που συγκροτούν το πρώτο μέρος του βιβλίου (ευφυώς συναρμοσμένα έτσι ώστε να υποδηλώνουν την αλληλοδιαδοχή των στοχασμών) διατρέχει μείζονα ζητήματα της ποιητικής δημιουργίας και ευρύτερα της λογοτεχνίας, εκθέτοντας πολύ ουσιαστικές (βιωματικές) θέσεις. Ο λόγος του θερμός, συναισθηματικός και ταυτόχρονα νηφάλιος, συγκινητικός όσο και αντιδραματικός, προτρεπτικός συχνά, ενίοτε επιθετικός και καυστικός, αταλάντευτα αντιδογματικός, μεταφέρει δραστικά την ειλικρινή έγνοια για τα όσα πραγματεύεται. Στο δεύτερο μέρος (ίσως το πιο ελκυστικό) δεσπόζουσες σκέψεις πυκνώνονται υπό τη μορφή αφορισμών, εξ ων ορισμένοι μπορούν να εκληφθούν και σαν θραύσματα από ποιήματα. Στους αφορισμούς η ενάργεια και η διαύγεια του πεζού λόγου του Βλαβιανού συνυφαίνονται υποδειγματικά με τη στοχαστικότητα της ποιητικής του.

Το εκτενές δοκίμιο για τον πολυσυζητημένο και αναμενόμενο (;) θάνατο της λογοτεχνίας που παρατίθεται στο τρίτο μέρος, έρχεται να συνδέσει τον αρχικό προβληματισμό περί της περιβόητης, αποτρεπτικής δυσκολίας της ποίησης με τη δύσκολη και ενδεχομένως επισφαλή θέση της λογοτεχνίας στην ηλεκτρονική εποχή. Το αισιόδοξο βλέμμα του Βλαβιανού δεν συννεφιάζει από τις δυσοίωνες προφητείες των θεωρητικών. Ακόμα και αν η επιτάχυνση και η συρρίκνωση του αναγνωστικού ρυθμού και χρόνου, αντιστοίχως, εξοβελίσουν οριστικά την ποίηση από τις προτεραιότητες των αναγνωστών, ακόμα και αν η λογοτεχνία δραπετεύσει διά παντός από τη φόρμα του τυπωμένου βιβλίου, θα εξακολουθήσει ωστόσο να συνιστά (για όσους το θέλουν) ένα μυητικό πέρασμα από την επιφάνεια στο βάθος, από την απορία στη γνώση, από το οικείο στο ανοίκειο, από την αίσθηση στη λέξη, από τη λέξη στη μορφή, από τον εαυτό στον εαυτό. «[…] η λογοτεχνία δεν μας διδάσκει πώς να μιλάμε σε άλλους ανθρώπους• μας διδάσκει πώς να μιλάμε στον εαυτό μας».

Ο Βλαβιανός μιλώντας πάντα από τη θέση του δημιουργού και προβάλλοντας με πάθος σχεδόν ερωτικό την αναγκαιότητα της ποίησης δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στον θεωρητικό λόγο. Στα έξι «ποιήματα ποιητικής» που παραθέτει στο καταληκτικό μέρος, οι προηγούμενοι στοχασμοί, χωρίς να χάνουν την έντασή τους, διαχέονται και αναδεικνύονται μέσα από την ευρηματικότητα και την υποβολή της ποιητικής έκφρασης. Από τα ποιήματα αξίζει να επιστρέψει κανείς ξανά στα δοκίμια και τους αφορισμούς για να διαπιστώσει ότι η μαστοριά του λόγου δεν γνωρίζει ειδολογικά στεγανά. Μετά το τέλος του βιβλίου, το μόνο που μένει να ειπωθεί είναι πως «το πεζό πρόσωπο της ποίησης» του Χάρη Βλαβιανού μας αφήνει καθ’ ολοκληρίαν γοητευμένους.

Λίνα Πανταλέων, «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ», 13/07/2007

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.