Οι μουσουλμανοι της Δυτικης Θρακης και το δικαιωμα του Συνεταιριζεσθαι, Προβληματα και προοπτικες
Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία που προσκόμισε το θέρος –μαζί με την αναψυχή των διακοπών φροντίζει να προσπορίζει και υλικό για περισυλλογή και σκέψη – είναι και αυτό του Επίκουρου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Άλκη Δερβιτσιώτη.
Ένα βιβλίο που αφορά στα καθ’ ημάς και η αφορμή του, όπως δηλώνεται από τον υπότιτλό του είναι η απόφαση 4/2005 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αφορά στη διάλυση του Σωματείου που φέρει την επωνυμία «Τουρκική Ένωση Ξάνθης».
Μια απόφαση για διάλυση ενός μακροημερεύοντος στη Θράκη Σωματείου, η ίδρυση του οποίου ανάγεται στα 1936 και για το οποίο μας έμαθε πολλά ο κ. Ριζά Κιρληντοκμέ, που επιμελήθηκε και σχετικό για τη δράση του βιβλίο (πρόκειται για προσεγμένη, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, τρίγλωσση έκδοση), που κυκλοφόρησε στον τόπο, και με το απλό ξεφύλλισμά της δείχνει ένα Σωματείο, κέντρο αναφοράς και συσπείρωσης της τουρκογενούς αστικής τάξης της πόλεως, με ποικιλία εκδηλώσεων και δράσεων από διοργάνωση χοροεσπερίδων και συναυλιών μέχρι τη λειτουργία μουσικών συγκροτημάτων κιθάρας, μαντολινάτας και βιολιού στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ως «Εστία» τότε, όπως ήταν το πρώτο όνομα του Συλλόγου από την οποία αυτή προήλθε, «Εστία Τουρκικής Νεολαίας Ξάνθης».
Ένα Σωματείο πλήρως συνυφασμένο δηλαδή με το προφίλ μιας πόλης με ακμάζουσα καπνοβιομηχανία και εμπόριο, στη ζωή της οποίας το οικονομικά κραταιόν κομμάτι των τουρκογενών, ισορρόπως και κατ’ αναλογίαν με το αντίστοιχό του πλειονοτικόν, άξια στην κοινωνική ζωή της πόλεως πρωταγωνιστούσε.
Η αστική τάξη είναι εξάλλου αυτή που κάθε εποχή «πάει στον παράδεισο», μειοψηφική αριθμητικά είτε αφορά στην πλειονότητα είτε στη μειονότητα, σαφώς αριστοκρατική αλλά και συγκροτημένη σε στόχους, επιδιώξεις και προοπτική για το τι και το πώς της ύπαρξής της, η οποία σημειωτέον για δεκαετίες ολόκληρες ουδόλως «παρηνοχλούσε» καθοιονδήποτε τρόπο την ελληνική πολιτεία, αν και με το επίθετο «τουρκική» στην επωνυμία της.
Φαίνεται όμως ότι η μετάθεση του ενδιαφέροντος του μειονοτικού παιγνιδιού προς την Ξάνθη που συντελείται από την πλευρά των μειονοτικών στρατηγείων με εμφανή τρόπο την τελευταία δεκαετία, με αφορμή δύο ιδιαίτερα «ενοχλητικά», για τους «επίλεκτους» παίκτες ένθεν κακείθεν, «φαινόμενα», με πρώτο και καλύτερο το γεγονός της αστικοποίησης των μειονοτικών πληθυσμών της Ξάνθης, που επέτρεψε να πρωτεύσει στη συνείδησή τους η διεκδίκηση της προσωπικής και οικογενειακής ευημερίας και πολύ λιγότερο άλλου είδους επιδιώξεις. Και δεύτερο, την αντίπαλη επιθυμία των επικεφαλής των μειονοτικών στρατηγείων να τους «θέσουν» υπό τον έλεγχό τους ξανά, με πρώτο και καλύτερο στόχο στην επιδιωκόμενη στρατηγική τους την πρόταξη της εθνικής καταγωγής. Επιδίωξη που ισχύει πολύ λιγότερο σήμερα για τους ούτως ή άλλως μικρότερους πληθυσμιακά τουρκογενείς πληθυσμούς, των οποίων όμως ο αριθμός επιχειρήθηκε – και εξακολουθεί να επιχειρείται- να διευρυνθεί με την υιοθέτηση της συγκεκριμένης διακριτής, διακεκριμένης και αποτελεσματικής, – όπως θέλει να φέρεται σε πολλά σημεία του κοινωνικού και δημόσιου βίου, – επικυρίαρχης μειονοτικής ταυτότητας, αυτή τη φορά και από μη τουρκογενείς πληθυσμούς.
Η ελληνική πολιτεία είναι η συγκεκριμένη ελληνική πολιτεία όμως και, δυστυχώς, τα θέματά της ούτε ανοίγουν ούτε κλείνουν εύκολα, όπως εύκολη μπορεί να είναι η αναφορά μας στο συγκεκριμένο βιβλίου του επίκουρου καθηγητή Άλκη Δερβιτσιώτη, το οποίο έχει ενδιαφέρον να διαβαστεί από τα «στρατηγεία» ένθεν κακείθεν, αλλά, κυρίως, από πλειονοτικούς και μειονοτικούς ενεργούς πολίτες, για να γνωρίζουν και οι μεν και οι δε πώς ακριβώς «έχουν τα πράγματα», όσον αφορά στην «επίμαχη» για την περιοχή απόφαση 4/2005 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τη διάλυση της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης. Για να μάθουν, πιθανόν να διαφωνήσουν, να συζητήσουν, να διαμορφώσουν πάντως άποψη, όπως ως ενεργοί πολίτες οφείλουν.
Το βιβλίο του Α.Ν.Δ. εκτείνεται σε 174 σελίδες και αρθρώνεται σε 6 κεφάλαια. Ο πρόλογος του βιβλίου υπογράφεται από τον νομικό Αριστείδη Κ. Γιαπαλή, προσωπικό φίλο του Γάλλου πολιτικού Ζαν Πιερ Σεβενεμάν, ο οποίος επισημαίνει την «ρέουσα και εύχυμη γλώσσα» του συγγραφέα, που καθιστά ένα κατά τα άλλα νομικής υφής θέμα ευπρόσληπτο και από τους πολλούς, όπως εστιάζει και στην πλούσια βιβλιογραφία, η οποία αναδεικνύει το «πολυεπίπεδο της έρευνάς» του και «το εύρος της σύνθεσης» που αυτός επιχειρεί, καλώντας ουσιαστικά σε συ-μελέτη αλλά και διάλογο. Έναν διάλογο που οφείλει να γίνει και στη Θράκη, εφόσον κατά τον ειδήμονα της συγκεκριμένης επιστήμης κ. Γιαπαλή, με το πόνημα αυτό του κ. Άλκη Δερβιτσιώτη «επανακαθορίζεται το ουσιώδες στο επίπεδο προσέγγισης του θέματος, που ο συγγραφέας επιχειρεί.»
Ο πρόλογος του κ. Αριστείδη Γιαπαλή παρατίθεται όμως στη συνέχεια.
«Ικανός οιακοστρόφος της έρευνας και της γραφής ο συγγραφέας»
«Είναι ευεξήγητο το γιατί οι νέοι επιστήμονες που σταδιοδρομούν στον Πανεπιστημιακό χώρο αποφεύγουν συνήθως να ασχοληθούν με θέματα στα οποία εμφωλεύουν εγγενείς κίνδυνοι άδικης κριτικής ή και παρεξηγήσεως των θέσεών τους, ένθεν κακείθεν.
Πρέπει να ομολογηθή ότι, χωρίς υπερβολή, σκολιές είναι οι οδοί αυτών των επιστημονικών εγχειρημάτων ούτω πως ο ερευνητής πολλάκις κινδυνεύει να οδηγηθή είτε σε μια μονομερή ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση προκρούστειας αντίληψης, είτε σε μια μονοδιάστατη επιστημονική ανάλυση προκατασκευασμένων παραδοχών.
Αυτού του είδους τους σκοπέλους, ικανός οιακοστρόφος της έρευνας και της γραφής ο Α.Ν.Δ. κατορθώνει και τους αποφεύγει με δεξιοτεχνία. Νηφάλιος αλλά και διεισδυτικός, σταθερός αλλά χωρίς φανατισμούς, ακριβής αλλά χωρίς δογματισμούς, αποτολμά μια διακλαδική αντιμετώπιση ενός πολύπτυχου προβλήματος που άπτεται σε περισσότερους από ένα τομείς των κοινωνικών επιστημών.
Η κατ’ εξοχή νομική του κατάρτιση δεν αποκλείει την σύμμετρη αναφορά στις άλλες πλευρές, ιστορικές, κοινωνικές, διεθνείς του αντικειμένου της σπουδής του. Το αντίθετο μάλιστα. Και εδώ ακριβώς έγκειται και μια από τις βασικές αρετές του συγκεκριμένου έργου του, δηλαδή το πολυεπίπεδο πρίσμα της έρευνας και της σύνθεσης υπό το οποίο παρατηρεί το εύρος της μελέτης του με βασικό εννοείται άξονα την νομική του παράμετρο.
Από την άποψη του ύφους η γλώσσα του είναι ρέουσα και εύχυμη, όσο η φύση του κειμένου το επιτρέπει, και είναι ευχερώς προσπελάσιμο από ειδήμονες και απλώς δαήμονες αναγνώστες. Η χρήση αυτών των εκφραστικών μέσων μαρτυρεί τόσο την επιστημονική ευθύνη όσο και την παιδαγωγική δημοκρατική ευαισθησία του γράφοντος ως προς τους αποδέκτες του βιβλίου. Από την στιγμή που διευρύνει τον αριθμό των πιθανών αναγνωστών με την εξομάλυνση του γλωσσικού μέσου και την διαύγεια της διατύπωσης, φιλοδοξεί να τους κάνη συμελετητές του, λειτουργώντας μ’ αυτόν τον τρόπο ως επιστημονικός συνεργάτης και ως δάσκαλος.
Η διαπραγμάτευση του υλικού και η ανάπτυξη των θέσεών του ακολουθεί με συνέπεια την αυστηρή μέθοδο της συλλογής και αξιολόγησης των στοιχείων της προσωπικής του έρευνας με την παράθεση πλούσιας σχετικής βιβλιογραφίας.
Συμπερασματικά, το παρόν πόνημα επανακαθορίζει το ουσιώδες στο επίπεδο της προσέγγισης του θέματος που εξετάζει.
Αυτή η εστίαση εγγυάται ότι η συγκεκριμένη πνευματική προσπάθεια του γράφοντος θα αποτελέση όχι μόνο εργαλείο χρήσιμο, αλλά και σημείο αναφοράς για εκείνους που ασχολούνται ή θα ασχοληθούν μελλοντικά, με οποιαδήποτε ιδιότητα, με το θέμα».
Η ύλη του βιβλίου επιμερίζεται σε κεφάλαια ως εξής:
•ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
•Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ
•ΟΙ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ
•ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΛΥΣΕΙΣ
1.Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2.Οι μειονοτικοί βουλευτές
3.Οι δικαστικές αρμοδιότητες του μουφτή
4.Η διαδικασία επιλογής του μουφτή
5.Η κατάργηση του άρθρου 19 του Κώδικα Ιθαγένειας
6.Η ποσόστωση για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
•ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΖΕΣΘΑΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
1. Ιστορικά προλεγόμενα
2. Η απόφαση 4/2005 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου
3. Η ασκηθείσα κριτική
4. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι
5. Η έννοια της Δημόσιας Τάξης
6. Η έννοια της μειονότητας
7. Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό
8. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι των μουσουλμάνων στην πράξη
•ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Γίνεται έτσι ευκόλως κατανοητό πόσο σημαντικό πόνημα είναι το περί ου ο λόγος εφόσον θίγονται ζητήματα διαρκούς επικαιρότητας στη Θράκη όπως οι δικαστικές αρμοδιότητες και η διαδικασία επιλογής του μουφτή, η κατάργηση του άρθρου 19, η ποσόστωση για την εισαγωγή στη τριτοβάθμια εκπαίδευση, η ιστορία και η πορεία των μειονοτικών βουλευτών στο ελληνικό κοινοβούλιο, αλλά και τα μετ’ επιτάσεως συζητούμενα δικαιώματα της μειονότητας στον αυτοπροσδιορισμό και στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
Από το βιβλίο του Α.Ν.Δ. επιλέξαμε και φιλοξενούμε τις εισαγωγικές παρατηρήσεις του συγγραφέα και απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου ο συγγραφέας με αφορμή την απόφαση 4/2005 της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, παρουσιάζει τα βασικά νομικά επιχειρήματα στα οποία αυτή στηρίχθηκε και συσχετίζονται με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και την έννοια της δημόσιας τάξης, όπως αυτά απορρέουν εκ του συντάγματος και τέλος, το επίμετρό του.
Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Με την απόφαση 4/2005 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εκρίθη ότι σύμφωνα με το άρθρο 12 του Συντάγματος οι Έλληνες έχουν δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους, να συνιστούν σωματεία, τα οποία δεν μπορούν να διαλυθούν παρά μόνο με δικαστική απόφαση. Το άρθρο 105 αρ. 3 Α.Κ., το οποίο προβλέπει τη διάλυση σωματείου με δικαστική απόφαση αν ο σκοπός ή η λειτουργία του έχουν καταστεί παράνομοι ή αντίθετοι προς τη δημόσια τάξη, δεν αντίκειται στο άρθρο 12 παρ. 2 του Συντάγματος ούτε στις αντίστοιχες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), εφόσον τηρηθεί η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Με βάση τη Σύμβαση της Λωζάννης στη Δυτική Θράκη παρέμειναν μουσουλμάνοι, οι οποίοι είναι Έλληνες πολίτες και απολαμβάνουν την προστασία θρησκευτικής μειονότητας.
Η ανωτέρω απόφαση παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, καθώς η υπόθεση την οποία εκλήθη να κρίνει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έχει όχι μόνο πολλές νομικές παραμέτρους αλλά και πολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες άπτονται των διεθνών σχέσεων της Ελληνικής Πολιτείας!
Ενδεικτικά να σημειωθεί, ότι η Τουρκία θέτει το θέμα της μειονότητας σε διάφορα διεθνή fora όπως η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ και η Διάσκεψη των Ισλαμικών κρατών, ενώ αξιώνει τη συμπερίληψη των «Τούρκων της Θράκης» στα θέματα του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Συγχρόνως η υπόθεση αγγίζει ένα ζήτημα το οποίο η ελληνική κοινωνία προτιμά να παραβλέπει γιατί μάχεται μια σημαντική βεβαιότητά της σχετικά με την πολιτιστική – και όχι μόνο – ομοιογένειά της. Ακόμη περισσότερο η ελληνική κοινωνία επιμένει να αγνοεί σφάλματα και παραλείψεις του Ελληνικού Κράτους κατά το απώτερο παρελθόν, τα οποία εδημιούργησαν στερεότυπα και αγκυλώσεις στην πράξη της διοίκησης…
•Η έννοια της μειονότητας
Ο όρος μειονότητα και οι συνακόλουθες ρυθμίσεις δικαιωμάτων της σπανίως συναντώνται σε Συντάγματα. Το Ελληνικό Σύνταγμα, όπως άλλωστε και τα προϊσχύσαντα, θεσπίζει σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που ανταποκρίνεται στα διεθνή πρότυπα προστασίας. Άλλωστε ο έλληνας συνταγματικός νομοθέτης δεν είχε να αντιμετωπίσει ζητήματα εθνικών μειονοτήτων, στοιχείο που αιτιολογεί πλήρως την απουσία της σχετικής ορολογίας.
Όπως έχει προσφυώς παρατηρηθεί, οι μειονότητες πριν να υπάρξουν ως νομική έννοια ήταν το κληροδότημα διαψευσμένων ελπίδων και ανικανοποίητων εθνικών προγραμμάτων. Μια αφορμή για την αναμόχλευση του παρελθόντος και τη συντήρηση παθών, πολλά χρόνια μετά την παγίωση ενός μεγάλου ιστορικού γεγονότος.
Οσα σήμερα κατανοούμε ως προστασία των μειονοτήτων είναι προϊόντα μακραίωνης διαδικασίας, η οποία εκκινεί από την προστασία των επιμέρους θρησκευτικών συνειδήσεων και της θρησκευτικής ειρήνης και καταλήγει το 19ο αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου ως μειονότητες δεν αναγνωρίζονται μόνο θρησκευτικές ομάδες, αλλά και πληθυσμιακές συνιστώσες των κρατών – εθνών με ιδιαίτερα εθνοτικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά.
Αν και η Κοινωνία των Εθνών επέδειξε σημαντικό έργο σχετικά με την προστασία των μειονοτήτων, αυτό παρήλθε μαζί με την κατάρρευσή της.
Κατά την περίοδο που διανύουμε τα προβλήματα των μειονοτήτων εμφανίζονται και πάλι με μεγάλη οξύτητα. Από το 1990 και εντεύθεν καταγράφεται σημαντική κινητικότητα ως προς τον αναπροσδιορισμό της προστασίας των μειονοτήτων.
Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι έως σήμερα δεν υπάρχει διεθνώς αποδεκτός ορισμός της μειονότητας. Συνήθως, για την υπέρβαση του προβλήματος αυτού χρησιμοποιούνται περιγραφικά στοιχεία των μειονοτήτων και των μελών τους, τα οποία όμως δεν αρκούν για να προσδώσουν καθοριστικό νόημα και περιεχόμενο σε νομικές υποχρεώσεις.
Ωστόσο από τους πολυάριθμους προταθέντες ορισμούς για την έννοια της μειονότητας προκύπτουν σταθερά χαρακτηριστικά και στοιχεία, τα οποία αποτελούν τον αντικειμενικό πυρήνα της έννοιας της μειονότητας.
Τα εν λόγω ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συγκεντρώνει μικρός αριθμός του πληθυσμού μιας Πολιτείας, κατά τρόπο ώστε να ξεχωρίζει από τους πολλούς. Εάν δεν υπάρχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούν να διαπιστωθούν κατά αντικειμενικό τρόπο, τότε δεν υπάρχει μειονότητα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι εθνοτικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά. Τα εθνοτικά χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνουν βιολογικά στοιχεία και αναγωγή σε κοινή ιστορία και κοινό πολιτισμό ώστε οι φορείς να διαφοροποιούνται ως προς την καταγωγή από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Είναι δυνατό δε τα εθνοτικά χαρακτηριστικά να περιέχουν εθνικά χαρακτηριστικά, τα οποία απαντώνται σε πολίτες άλλων κρατών.
Προκειμένου να μη συγχέονται με άλλες ομάδες πληθυσμού, όπως οι μετανάστες, είναι γενικά αποδεκτό ότι τα μέλη της μειονότητας πρέπει να είναι πολίτες του κράτους στην επικράτεια του οποίου ζουν. Επίσης πρέπει τα μέλη της μειονότητας αφενός να αντιλαμβάνονται την ιδιαιτερότητα ή διαφορά της μειονότητας και αφετέρου να επιθυμούν να διατηρήσουν και να αναπτύξουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.
Με τη λήξη του διπολισμού κατά την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα εκδηλώθηκαν και ακραίες εθνικιστικές τάσεις και επανεμφανίστηκαν τα μειονοτικά προβλήματα. Εκ των πραγμάτων ετέθη το ερώτημα αν οι διατάξεις που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα του ανθρώπου, κατοχυρώνουν επαρκώς και τις μειονότητες. Εκρίθη ότι οι μειονότητες ως ιδιαίτερες και διακριτές ομάδες είναι ευάλωτες στην κρατική βία και αυθαιρεσία. Για το λόγο αυτό χρήζουν εξειδικευμένης μορφής προστασίας, ώστε να απολαμβάνουν επί της ουσίας την ισοπολιτεία.
Η βάση της προστασίας των μειονοτικών δικαιωμάτων αποτελείται από τις αρχές της μη διακρίσεως, της ισότητας και της θετικής προστασίας, οι οποίες όμως πρέπει να συνοδεύονται από πρακτικές εκ μέρους της Πολιτείας οι οποίες απορρέουν από τις έννοιες ένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή και ανεκτικότητα.
Σημαντικό ωστόσο πρόβλημα εγείρεται από το πλήθος των διεθνών κειμένων – η καταγραφή των οποίων θα υπερακόντιζε προφανώς τα όρια του παρόντος – τα οποία έχουν διαφορετική ή και καθόλου νομική ισχύ και αφορούν στην προστασία των μειονοτήτων. Οπωσδήποτε τυγχάνει γενικής εφαρμογής ως διαθέτουσα νομική δεσμευτικότητα η διάταξη του άρθρου 27 του Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1966. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη «σε κράτη όπου υπάρχουν εθνικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες, τα πρόσωπα που ανήκουν σε αυτές τις μειονότητες δεν θα στερούνται του δικαιώματος, από κοινού με τα άλλα μέλη της ομάδας τους, να απολαμβάνουν το δικό τους πολιτισμό, να ομολογούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και να τις ασκούν ή να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα».
Με τη διάταξη αυτή αναγνωρίζονται μειονοτικά δικαιώματα στα πρόσωπα που αποτελούν μειονοτική ομάδα, δεν αναγνωρίζονται όμως δικαιώματα στην ίδια τη μειονότητα. Κατοχυρώνει δηλαδή η εν λόγω διάταξη ατομικά δικαιώματα, την άσκηση και εφαρμογή των οποίων διεκδικεί καθένα από τα μέλη της μειονότητας χωριστά.
•Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό
Στο πλαίσιο προστασίας που καθιδρύει το ισχύον Σύνταγμα του 1975/1986/2001 η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 είναι δυνατό να νοηθεί ως περιορισμένο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Υπό οποιοδήποτε ερμηνευτική εκδοχή δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η ανωτέρω διάταξη κατοχυρώνει δικαίωμα σε εθνικό αυτοπροσδιορισμό.
Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό είναι όρος που απαντάται σε κείμενα διεθνών συμβάσεων.
Σύμφωνα με την παράγραφο 32 του κειμένου της Κοπεγχάγης της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ-ΟΑΣΕ), «το ανήκειν σε μια εθνική μειονότητα είναι ζήτημα ατομικής επιλογής κάθε προσώπου και καμία αρνητική συνέπεια δεν μπορεί να ανακύψει από την άσκηση αυτής της επιλογής». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης, «κάθε πρόσωπο που ανήκει σε μια εθνική μειονότητα θα έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα να αντιμετωπίζεται ή όχι βάσει αυτής του της ιδιότητας και καμία δυσμενής επίπτωση δεν μπορεί να προκύψει από την επιλογή αυτή ή από την άσκηση των συναφών δικαιωμάτων».
Αμφότερες οι διατάξεις κατοχυρώνουν το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό, δηλαδή το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσδιορίζει ελεύθερα και χωρίς αρνητικές συνέπειες την ταυτότητά του ως μέλος μιας εθνικής μειονότητας. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί την πεμπτουσία αλλά και το προαπαιτούμενο της μειονοτικής προστασίας, καθώς, αν δεν δηλώσουν μειονοτικοί οι ενδιαφερόμενοι, δεν υπάρχει μειονότητα.
Αξίζει να επισημανθεί ότι με το άρθρο 3 παρ.1 η Σύμβαση-πλαίσιο επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο μειονοτικό να επιλέξει να μην ανήκει σε μειονότητα. Σημαντική επίσης είναι η διευκρίνιση που περιέχει η επεξηγηματική έκθεση για το άρθρο 3 παρ. 1 ότι η ελεύθερη δήλωση κάθε ατόμου δεν συνεπάγεται και την ελευθερία της απεριόριστης επιλογής.
Χρειάζεται η δήλωση του ενδιαφερομένου να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δηλαδή να συνοδεύεται από αντικειμενικά μειονοτικά χαρακτηριστικά.
Παρά τη σαφήνεια αμφοτέρων των διατάξεων πρέπει να τονισθεί ότι ουδεμία διαθέτει νομική ισχύ. Ειδικότερα το Καταληκτικό κείμενο της Κοπεγχάγης της ΔΑΣΕ δεν θεσπίζει αντίστοιχες υποχρεώσεις για τα κράτη, αλλά περιλαμβάνει τον όρο «προσπάθειες» τις οποίες τα κράτη πρέπει να καταβάλλουν. Γίνεται δεκτό ότι ο χαρακτήρας του κειμένου είναι πρωτίστως πολιτικός, δηλαδή δεν δημιουργεί νομικές υποχρεώσεις, αλλά περιγράφει πλαίσιο συμπεριφοράς, η οποία δεσμεύει πολιτικά και ηθικά. Πρόκειται για ρυθμίσεις soft-law. Σε ό,τι αφορά τη Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, αυτή σαφώς εμπεριέχει νομικές δεσμεύσεις, οι οποίες όμως για να ισχύσουν απαιτείται να (επι)κυρωθεί η Σύμβαση-πλαίσιο από τη Βουλή των Ελλήνων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος, διαδικασία η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί.
Έχει υποστηριχθεί επίσης ότι η Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης εμπεριέχει ιδιόμορφη νομική δεσμευτικότητα, καθώς οι ρυθμίσεις της δεν εφαρμόζονται αμέσως στο εσωτερικό των κρατών-μελών που την έχουν (επι)κυρώσει. Οι αρχές και οι ρυθμίσεις της Σύμβασης-πλαισίου εφαρμόζονται μέσω της εθνικής νομοθεσίας, η οποία πρέπει να προσαρμοσθεί αναλόγως, καθώς και των κατάλληλων κυβερνητικών πολιτικών. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή συνάγεται από την τελευταία παράγραφο του Προοιμίου της Σύμβασης-πλαισίου, σύμφωνα με την οποία «τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι αποφασισμένα να θέσουν σε εφαρμογή τις αρχές που διατυπώνονται στην παρούσα Σύμβαση-πλαίσιο μέσω εθνικών νομοθεσιών και καταλλήλων κυβερνητικών πολιτικών».
Η οπωσδήποτε συνοπτική διερεύνηση του άρθρου 3 παρ. 1 της Σύμβασης-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και της παρ. 32 του Καταληκτικού κειμένου της Κοπεγχάγης (ΔΑΣΕ/ΟΑΣΕ) κρίθηκε ως απολύτως αναγκαία αφενός για την πληρέστερη παρουσίαση των λόγων αναίρεσης που προέβαλε το αναιρεσείον σωματείο, και αφετέρου για τις σκέψεις που διατυπώθηκαν και οδήγησαν την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στην απόρριψή τους. Ορθώς εκρίθη ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 της Σύμβασης-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και της παρ. 32 του κειμένου της Κοπεγχάγης δεν παραβιάστηκαν από την απόφαση διάλυσης του σωματείου, καθώς η Σύμβαση-πλαίσιο δεν έχει (επί)κυρωθεί από την Ελλάδα, ενώ το Καταληκτικό κείμενο της Κοπεγχάγης δεν εμπεριέχει δεσμεύσεις.
Αξιοπρόσεκτη είναι επίσης η διάταση των εν λόγω διατάξεων των διεθνών κειμένων, την οποία προέβαλε το αναιρεσείον σωματείο. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι το άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και η παρ. 32 του Καταληκτικού κειμένου της Κοπεγχάγης (ΔΑΣΕ/ΟΑΣΕ) συμπεριλαμβάνουν και αναγνωρίζουν δικαίωμα συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, λόγο τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο ο Α.Π. Η απόφαση είναι ορθή και ως προς το σκέλος αυτό, διότι τα μειονοτικά δικαιώματα είναι ατομικά δικαιώματα, φορείς των οποίων είναι τα μέλη των μειονοτήτων.
Ωστόσο μερίδα εκπροσώπων της θεωρίας δέχεται εσφαλμένα την ύπαρξη συλλογικών δικαιωμάτων, τα οποία αποδίδονται στους ανθρώπους από κοινού, ώστε η μειονότητα αυτή καθ’ αυτή να αναγνωρίζεται ως φορέας των δικαιωμάτων αυτών.
Η υιοθέτηση όμως και αποδοχή της ανωτέρω άποψης θα αναγόρευε προτάσεις de lege ferenda σε ισχύουσες ρυθμίσεις αυξάνοντας τον αριθμό των προβλημάτων αντί να επιλύει τα υφιστάμενα. Στη διαπίστωση αυτή προέβησαν οι αντικρούοντες την ανωτέρω άποψη, οι οποίοι εκκινούν από τη διαπίστωση ότι η επιδίωξη ενός κοινού αγαθού δεν συνιστά συλλογικό δικαίωμα, αλλά μόνο συλλογικό σκοπό, η επιδίωξη του οποίου απαιτεί άσκηση ατομικού δικαιώματος συλλογικής δράσης. Οι επιφυλάξεις εκκινούν από το δεδομένο της ανυπαρξίας αποδεκτού ορισμού της μειονότητας, με συνέπεια να μην είναι επακριβώς γνωστός ο φορέας των συλλογικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι η απόδοση δικαιωμάτων στις ίδιες τις μειονότητες υπονοεί ότι όλα τα μέλη της μειονότητας καλύπτονται από ένα φορέα, ο οποίος ενεργεί επ’ ονόματι και για λογαριασμό όλων των μελών. Όπως προσφυώς παρατηρήθηκε, στην περίπτωση αυτή είναι πιθανό, ο έλεγχος της μονάδας από το σύνολο να αναιρέσει την ουσία των ατομικών δικαιωμάτων, καθώς το δικαίωμα επιλογής του καθενός μειονοτικού ακυρώνεται.
Επίσης επισημάνθηκε ότι η αναγνώριση συλλογικών δικαιωμάτων σε μειονότητα διασπά τον πολιτικό ιστό της έννομης τάξης. Εκτός των ανωτέρω αντιρρήσεων, το Συμβούλιο της Ευρώπης ρητά ορίζει ότι κατοχυρώνει ατομικά και όχι συλλογικά δικαιώματα. Άρα και ως προς αυτό το σημείο η κρίση του Αρείου Πάγου είναι ορθή…
•ΕΠΙΜΕΤΡΟ
1.Η ενασχόληση με το ζήτημα της εφαρμογής του δικαιώματος της συνένωσης αποτέλεσε την αφορμή για τη συνοπτική παράθεση των ζητημάτων που απασχολούν τη μειονότητα. Κατεγράφησαν επίσης τα μέτρα της Ελληνικής Πολιτείας, τα οποία αποδυνάμωσαν ή και εξάλειψαν τη διοικητική πρακτική διακρίσεων σε βάρος των μουσουλμανικών μειονοτήτων στη Δυτική Θράκη. Ιδιαίτερης βαρύτητας μέτρο υπήρξε η νομοθέτηση θετικών διακρίσεων, όπως η καθιέρωση ποσοστού για την είσοδο μουσουλμανικών μειονοτικών φοιτητών σε δημόσια πανεπιστήμια, με σκοπό τη θετική ενσωμάτωση των μειονοτικών στην ελληνική κοινωνία.
2.Η απόφαση 4/2005 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επανεξέτασε το κλασικό ζήτημα της ελευθερίας της συνένωσης, δηλαδή τη συμβατικότητα του σκοπού και της λειτουργίας σωματείου με το νόμο και τη δημόσια τάξη. Η διαπίστωση της προσβολής του νόμου οδηγεί στη διάλυση του σωματείου με δικαστική απόφαση, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 12 παρ. 2 του Συντάγματος ούτε στις αντίστοιχες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο μέτρο κατά το οποίο τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
3.Η Επίκληση του δικαιώματος στο συλλογικό αυτοπροσδιορισμό στερείται νομικού ερείσματος, καθώς αυτό δεν προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των μειονοτήτων, την οποία άλλωστε δεν έχει (επικ)κυρώσει η Ελλάδα. Δικαίωμα στο συλλογικό αυτοπροσδιορισμό δεν περιλαμβάνει ούτε η παρ. 32 του Καταληκτικού κειμένου της Κοπεγχάγης της ΔΑΣΕ (νυν ΟΑΣΕ), το οποίο δεν εμπεριέχει νομικές δεσμεύσεις.
4.Η Συνθήκη της Λωζάννης ως κανόνας δικαίου αποτελεί μέρος της έννομης τάξης. Η δημόσια τάξη, στο μέτρο που διατηρεί τον αναγκαίο βαθμό ησυχίας και ασφάλειας για όλους τους πολίτες, είναι το θεμέλιο των αξιών της έννομης τάξης. Έτσι, κάθε φορά που προσβάλλεται κανόνας της έννομης τάξης διαταράσσεται η δημόσια τάξη. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να φαίνεται κάπως τυπολατρική, όμως δεν είναι. Το πραγματικό σκέλος του προβλήματος ήταν και είναι ο εννοιολογικός αναπροσδιορισμός – από θρησκευτική σε εθνική – της μειονότητας της Δυτικής Θράκης αφενός και αφετέρου ότι ο αναπροσδιορισμός αυτός αποτελεί επιδίωξη πολιτειακού σκοπού ξένου κράτους. Ευλόγως δεν μπορεί να επισυμβεί ο αναπροσδιορισμός αυτός, τον οποίο η Συνθήκη της Λωζάννης δεν επιτρέπει.
5.Ακόμη και αν καταδειχθεί ότι οι τουρκογενείς μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης είναι η υπέρτερη αριθμητικά συνιστώσα, αυτό δεν συνεπάγεται ότι η μουσουλμανική μειονότητα στο σύνολό της είναι κλειστή ομάδα με δεδομένη ταυτότητα. Εξακολουθεί να συντίθεται από πολλές ομάδες με επάλληλες αλλά και αποκλίνουσες ταυτότητες. Η διαπίστωση αυτή συνεπάγεται και από την πολυτυπία των μειονοτικών συλλόγων, η οποία συνηγορεί στη διατήρηση και ενίσχυση των ξεχωριστών πολιτιστικών ομάδων των Πομάκων και των Αθιγγάνων, οι οποίοι, στο μέτρο κατά το οποίο προβάλλουν τη διακριτή ταυτότητά τους από τους λοιπούς μειονοτικούς, συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για άλλη μεταχείριση εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας, διαφορετική από αυτήν που τους επιφύλαξε μέχρι σήμερα, ιδίως σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση στη γλώσσα τους.
Ανεξαρτήτως πάντως αν υπάρχουν «θεωρητικού» τύπου και πολιτικού, κυρίως, χαρακτήρα διαφωνίες με την διάλυση της ΤΕΞ, στηριζόμενες στην πολύχρονη παρουσία του Σωματείου και στη λογική απορία πώς οι νομάρχες Ροδόπης και Ξάνθης ασχολήθηκαν με το θέμα του επιθέτου Τουρκικός, Τουρκική στην ονομασία των Σωματείων, πενήντα ολόκληρα χρόνια μετά, το παρόν πόνημα του Α.Ν.Δ. αξίζει απ’ όλους να διαβαστεί, γιατί γνωστοποιεί με εγκυρότητα και καθιστά κατανοητή στους πολλούς μια απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας μας, του Αρείου Πάγου, η οποία διερμηνεύει και τη βίβλο του νομικού μας πολιτισμού, το ελληνικό σύνταγμα.
Ένα πόνημα, που αξίζει επίσης να καταλάβει περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μας, γιατί με τη συστηματοποίηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας σε θέματα που εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στο δημόσιο λόγο, σε σχέση με τη μειονότητα, λειτουργεί ως ένα πρώτης τάξεως εγχειρίδιο για πολιτικούς, δημοσιολογούντες και δημοσιογραφούντες, όλους εν γένει εκείνους που καλούνται να εκφέρουν άποψη για ζητήματα διαρκούς επικαιρότητας στην περιοχή ως οι ανιθαγενείς, οι δικαστικές αρμοδιότητες του μουφτή, η εκλογή των διαχειριστικών επιτροπών βακουφίων, το δικαίωμα στον ατομικό και το συλλογικό αυτοπροσδιορισμό.
Αναζητείστε το.
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
