Ο Τουρκος με την καρδια Ελληνα και τον Μεσολογγιτη παππου
Ο Ατάι Ομέρ Φαρούκ είναι είκοσι ετών, ζει και εργάζεται στην Κωνσταντινούπολη, ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα: «Turkiye». Ο παππούς του ήταν από το Μεσολόγγι, Έλληνας που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα το 1926 και να ασπαστεί το Ισλάμ. Στο Μεσολόγγι άφησε την γυναίκα του Χριστίνα και τα τέσσερα παιδιά τους. Στην Κωνσταντινούπολη, «από φόβο», όπως λέει σήμερα ο εγγονός του, «ασπάστηκε το Ισλάμ» και δημιούργησε νέα οικογένεια. Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, ο νεαρός Φαρούκ αναζητεί τις ελληνικές του ρίζες. Ψάχνει τα εν ζωή αδέρφιά του παππού του και επιστρέφει στη χώρα μας κάνοντας το όνειρό του παππού του πραγματικότητα…
Συγκινημένος μιλά σήμερα στο «Εμείς η πόλις», χωρίς να κρύβει την αγωνία του για την επικείμενη συνάντηση με τους Έλληνες συγγενείς και με δάκρυα στα μάτια διηγείται: «Πριν πεθάνει ο παππούς μου είδε όνειρο για την Ελλάδα και ξύπνησε κλαίγοντας. Εγώ τον ρώτησα τι συμβαίνει; «Θέλω να πάω στην Ελλάδα, νοστάλγησα και επιθύμησα την πατρίδα μου» μου είπε. «Έχω την γυναίκα μου στην Ελλάδα, τα παιδιά μου, τι κάνω εδώ;». Τον λυπήθηκα πολύ, πέθανε χωρίς να επιστρέψει ποτέ. Χωρίς να δει ποτέ το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα. Τώρα ζω με την ανάμνησή του και αγαπώ εξίσου την Ελλάδα. Αγαπώ πολύ τους Έλληνες».
Ατάι Ομέρ Φαρούκ, Τούρκος δημοσιογράφος:
«Μ’ αρέσει πολύ η Ελλάδα, είναι πολύ όμορφος τόπος»
Πότε έφυγε ο παππού σας από την Ελλάδα;
Ο παππούς έφυγε από την Ελλάδα το 1926 και έγινε μουσουλμάνος. Άλλαξε το όνομά του, από Δημήτριος το έκανε Νετζατίν. Το παρατσούκλι του ήταν «Μετσκά», στα βουλγαρικά σημαίνει «αρκούδα» ή κάτι τέτοιο, όπως μου έλεγε ο παππούς μου. Εκείνος βέβαια ήταν ένας πολύ όμορφος άντρας.
Γιατί εγκατέλειψε την πατρίδα του; Τι σας έλεγε;
Έγινε μουσουλμάνος για να γλιτώσει από την εξόντωση, αυτό ξέρω. Υπήρχε προηγούμενο στην οικογένεια. Πολύ παλιά ήταν ο Αλή Πασάς που έκοψε τα κεφάλια όλων των παππούδων του. Είχε φοβηθεί με τις εξελίξεις κι έτσι εγκατέλειψε τον τόπο, αυτό έλεγε. Τώρα περισσότερες λεπτομέρειες ποτέ δεν μας είχε πει. Πάντα κάθε φορά, όταν συζητούσαμε το θέμα, μας έλεγε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα, έφυγε με ένα άλογο και με τα ρούχα που φορούσε.
Αλλά άφησε πίσω την οικογένειά του…
Ήταν πολύ δύσκολη απόφαση για εκείνον. Η γιαγιά έμεινε πίσω με τα τέσσερα παιδιά της. Ο παππούς παντρεύτηκε ξανά στην Τουρκία. Έτσι, είχε δύο γυναίκες. Τα παιδιά του παππού μου μένουν στο Μεσολόγγι τώρα. Κι εγώ έμαθα πολύ λίγα ελληνικά από τον παππού μου, που τα μιλούσε πολύ καλά και από τον πατέρα μου. Τα ελληνικά είναι πολύ δύσκολη γλώσσα.
Πότε πέθανε ο παππούς σας;
Ο παππούς πέθανε πριν τέσσερα χρόνια. Διάβαζα συνέχεια ένα ποίημα που είχε: «Λένε πώς ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα του να την αγαπά/ έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά/ η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο/ ποιο από τα δυο κομμάτια να αγαπώ;». Του άρεσε πολύ αυτό το ποίημα και το διάβαζε και το ψιθύριζε πάντα και σε μένα αρέσει πάρα πολύ. Κάθε φορά που το λέω συγκινούμαι το ίδιο. Κάθε φορά που το ψιθυρίζω θυμάμαι την Ελλάδα και τον παππού μου.
Πότε εγκατέλειψε το Μεσολόγγι;
Έφυγε από το Μεσολόγγι στην Τουρκία το 1926. Ο Ατατούρκ δημιούργησε την Τουρκική Δημοκρατία και ο παππούς έμεινε εκεί. Ήθελε πολύ να γυρίσει στην Ελλάδα, στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο, στη συνέχεια δεν του έδιναν άδεια και μετά «κύλησε» η ζωή, δημιούργησε νέα οικογένεια, δεν ήθελε η γιαγιά να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα, έτσι έμεινε κι εκείνος. Πώς να γυρνούσε πίσω μετά από τόσα χρόνια; Ήταν ένα ζήτημα. Τι θα έλεγε; Τι θα του έλεγαν; Οπότε, έμεινε στην Τουρκία και πέθανε εκεί.
Δημιούργησε καινούργια οικογένεια και αυτό λειτούργησε ανασταλτικά στην επιστροφή του λέτε;
Ναι, αυτό πιστεύω. Έκανε τέσσερα παιδιά και στην Ελλάδα είχε τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Η γιαγιά στην Ελλάδα δεν ήξερε τουρκικά, δεν τον ακολούθησε. Ο πατέρας μου έγινε μουσουλμάνος στην Κωνσταντινούπολη, πριν είκοσι χρόνια. Κι αυτός θέλει να μείνει στην Ελλάδα. Εμείς τώρα στην οικογένεια είμαστε τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Ο Ταλχά, ο Φεχίμ και η Ρουμεσά. Την μητέρα μου την λένε Φιλίζ, είναι από την περιοχή Σαμ της Αραβίας. Η οικογένεια είναι «ρίζα», σε δένει με έναν τόπο.
Τι σας έλεγε ο παππούς σας όταν μιλούσε για την Ελλάδα;
Πριν πεθάνει ο παππούς μου μου έλεγε συνέχεια: «Πρέπει να παντρευτείς από την Ελλάδα, γιατί όλες οι γυναίκες στην Ελλάδα είναι όμορφες». Κι εγώ αυτό θέλω να κάνω, να παντρευτώ Ελληνίδα και να ζήσω μαζί της. «Οι κοπέλες στην Τουρκία δεν έχουν σαν τα πρόσωπα των Ελληνίδων» έλεγε και προέτρεπε πάντα να αγαπήσω γυναίκα από την Ελλάδα.
Μιλούσε συχνά για την Ελλάδα στις κουβέντες του ή έκρυβε την ελληνική του καταγωγή;
Μιλούσε συνέχεια για την Ελλάδα, νοσταλγούσε τον τόπο του. Ήταν φιλοβενιζελικός. Τον αγαπούσε πολύ τον Βενιζέλο. Πάντα όταν γινόταν κουβέντα για την πολιτική, μόνο για τον Βενιζέλο μιλούσε με κολακευτικά λόγια. «Αυτός ήταν μεγάλος πολιτικός» έλεγε. Για την Ελλάδα έλεγε πάντα τα καλύτερα. «Στην Ελλάδα», έλεγε, «είχε πάντα καθαρό αέρα, ωραίο κλίμα, κρεμούσες τον παστουρμά και στέγνωνε αμέσως. Όσο ζούσαμε στην Ελλάδα, το πρόσωπό μας ήταν όλο υγεία. Όταν ήρθα στην Τουρκία η υγεία μου χάλασε. Στην οικογένειά μας ζούσαν μέχρι τα εκατό, στην Τουρκία πεθαίνουν νέοι. Ο αέρας της Τουρκίας με χαλάει». Έτσι ισχυρίζονταν ο παππούς, ακόμη και ο αέρας του φαινόταν καλύτερος στην Ελλάδα.
Εσείς τι νιώθετε για την Ελλάδα;
Νιώθω τον εαυτό μου Έλληνα. Νιώθω πολύ κοντά στη χώρα σας, νομίζω ότι είναι ένα δικό μου κομμάτι, κάτι μέσα στην ψυχή μου. Ποτέ, ακόμη και μια απλή αναφορά για την Ελλάδα δεν μ’ αφήνει αδιάφορο. Αντίθετα, δεν νιώθω απολύτως τίποτα για τις χώρες της Ανατολής…
Μα αφού δεν την γνωρίζετε την Ελλάδα, δεν ζήσατε ποτέ εδώ, πώς την αγαπάτε;
Γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη, στο ελληνικό χωριό «Ξάστερο», μένουν πολλοί Ορθόδοξοι εκεί. Έμαθα εκεί λίγο τα ελληνικά. Είμαστε «πατριώτες». Δεν μπορώ να αγαπώ το ίδιο τους ανθρώπους της Ανατολής. Η αγάπη μου για την Ελλάδα πηγάζει από μέσα, από την ψυχή μου, κι ας μην έχω ζήσει ποτέ στην χώρα σας…
Οι γονείς σας έχουν έρθει ποτέ στην Ελλάδα;
Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα το 2004, στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ως απεσταλμένος του μέσου που εργάζεται. Κι εκείνος μιλάει με αγάπη για την Ελλάδα.
Θα συναντηθείτε με τους Έλληνες συγγενείς σας;
Στην Θεσσαλονίκη έχω συγγενείς και νιώθω μεγάλη αγωνία, γιατί θα προσπαθήσω να τους συναντήσω. Τι θα δω στα μάτια τους δεν ξέρω. Θα συναντηθώ με ξαδέρφια μου. Είμαι πολύ αγχωμένος με τη συνάντηση. Μακάρι να δω δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια τους, τα αδέρφια του παππού μου ζουν στο Μεσολόγγι, είναι χριστιανοί. Έχω μια φωτογραφία τους, θα πάω να τους συναντήσω. Μοιάζουν με τον παππού μου. Θέλω να δω τι θα μου πουν, πώς θα με καλωσορίσουν…
Τι θυμάστε πιο έντονα από όλα αυτά τα χρόνια που ζήσατε κοντά στον Έλληνα παππού σας;
Πριν πεθάνει είδε όνειρο για την Ελλάδα και ξύπνησε κλαίγοντας. Εγώ τον ρώτησα τι συμβαίνει; «Θέλω να πάω στην Ελλάδα, νοστάλγησα και επιθύμησα την πατρίδα μου» μου είπε. «Έχω την γυναίκα μου στην Ελλάδα, τα παιδιά μου, τι κάνω εδώ;». Τον λυπήθηκα πολύ, πέθανε χωρίς να επιστρέψει ποτέ. Χωρίς να δει ποτέ το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα Τώρα ζω με την ανάμνησή του και αγαπώ εξίσου την Ελλάδα. Αγαπώ πολύ τους Έλληνες και νιώθω να αγαπώ έτσι και τον παππού μου.
Δεν συναντήθηκε ποτέ με την οικογένεια που είχε αφήσει πίσω;
Δεν την είδε καμιά φορά την οικογένειά του στην Ελλάδά. Η Ελληνίδα γυναίκα του, η Χριστίνα, πέθανε. Όπως πέθανε και η κόρη του, η θεία μου που ζούσε στην Αθήνα. Στη ζωή είναι μόνο δύο αδέρφιά στο Μεσολόγγι, μεγάλης ηλικίας, πάνω από 90 ετών, ομορφάντρες σαν τον παππού μου. Έχουν και εκείνοι, όπως και ο παππούς μου, αυτό το αρχοντικό στη θωριά τους.
Ήταν πιστός και συνεπής στα θρησκευτικά του καθήκοντα;
Όχι, δεν πήγε καμιά φορά στο τζαμί. Από φόβο έγινε μουσουλμάνος. Το πιστεύω, όσο σκέφτομαι ότι ποτέ μα ποτέ δεν έκανε κάτι από όλα όσα κάνει ένας πιστός του Ισλάμ. Δεν πήγε ποτέ να προσευχηθεί στο τζαμί, το θυμάμαι καλά αυτό.
Πώς είναι η ζωή στην Κωνσταντινούπολη;
Στην Κωνσταντινούπολη είναι πολύ όμορφα. Έχει πολλά καταστήματα, νόστιμα φαγητά και εξαιρετικά κρασιά. Εργάστηκα στην Αιγυπτιακή Αγορά, εκεί έχει πολλά ελληνικά μαγαζιά, πωλούν ξηρούς καρπούς, λουκάνικα, παστουρμά. Εκεί είχα πολλές κουβέντες με Έλληνες. Περνούσα υπέροχα κοντά τους και κάθε μέρα αγαπούσα περισσότερο την Ελλάδα. Η Κωνσταντινούπολη είναι πραγματικά μια πολύ όμορφη πόλη.
Την αγαπάτε την Ελλάδα λέτε. Τι σας αρέσει περισσότερο;
Μ’ αρέσει πολύ η Ελλάδα. Η απόλαυση του καφέ, οι παρέες, οι κοπέλες. Είναι πολύ όμορφος τόπος. Όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί. Τουλάχιστον έτσι νιώθω, έτσι μου φαίνεται. Είναι πολύ όμορφος τόπος η Ελλάδα.
Βλέπετε να έχουμε κοινές συνήθειες;
Μοιάζουμε πολύ. Στην κουζίνα για παράδειγμα, έχουμε μουσακά, κεφτέδες, νομίζω ότι έχει πολλές ομοιότητες η κουζίνα μας. Διασκεδάζουμε και εμείς. Τα εστιατόρια είναι ίδια, ακόμη και τα καφέ μας. Μοιάζουν και τα χαρακτηριστικά μας.
Διαφορές δεν έχουμε;
Δεν έχουμε μεταξύ μας πρόβλημα. Ό,τι κακό δημιουργείται οφείλεται στους πολιτικούς, σε λάθος χειρισμούς, σε σκοπιμότητες, σε παραπληροφόρηση.
Θα γίνει μέλος της Ε.Ε. η χώρα σας, τι πιστεύετε;
Ο πρωθυπουργός Ερντογάν το θέλει, αλλά δεν νομίζω να το πετύχει. Γιατί γίνονται λάθη, πρέπει να δουλέψουν περισσότερο. Δεν είμαστε έτοιμοι ακόμη. Έχουν γίνει κάποια βήματα, αλλά δεν φτάνουν. Χρειάζεται περισσότερη δουλειά, πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά.
Ο τουρκικός λαός θέλει να γίνει μέλος της Ε.Ε. η Τουρκία;
Ο λαός το θέλει, γιατί πιστεύει ότι θα αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή τους. Κι εγώ το θέλω γιατί μοιάζουμε περισσότερο με τους ευρωπαίους, δεν έχουμε σχέση με την Ανατολή. Είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι, πρέπει να είμαστε μέλος της Ε.Ε. Νομίζω ότι αν γινόμασταν μέλος της Ε.Ε. θα ήταν τα οφέλη πολλά για όλους.
Να δημοσιογραφεί κανείς στην Τουρκία είναι εύκολη ή δύσκολη υπόθεση;
Η δημοσιογραφία είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι στην Ελλάδα. Γράφονται πολλά ψέματα, ειδικά στις αθλητικές εφημερίδες. Η οικονομία και το κέρδος, τα συμφέροντα επηρεάζουν και την ανεξαρτησία του Τύπου. Γίνονται πολλά και θα πρέπει να είσαι έτοιμος και δυνατός για να τα αντιμετωπίσεις.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
