Παρουσιαστηκε το βιβλιο της Κατερινας Αγγελωνια «Ελα, κοκονα μου …»

Το βιβλίο της Σαμοθρακίτισσας Κατερίνας Αγγελώνια, με τίτλο «Έλα, κοκόνα μου παρουσιάστηκε το βράδυ της Πέμπτης στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου της Κομοτηνής από τη φιλόλογο Δώρα Κάσσα, πρόεδρο του Συνδέσμου Φιλολόγων, ενώ αποσπάσματα διάβασε η ηθοποιός Μυρσίνη Λαντζουράκη. Παρά την υψηλή θερμοκρασία το κοινό ανταποκρίθηκε κι έδειξε ενδιαφέρον για την ηθογραφική ματιά στη Σαμοθράκη των αρχών του 20ου αιώνα τόσο της συγγραφέως, όσο και της «αναγνώστριας» κ. Κάσσα.

Η κ. Κάσσα ευχαρίστησε τον υπεύθυνο του βιβλιοπωλείου «Παπασωτηρίου» Ανδρέα Καφετζή ενώ ανέφερε ότι από την επόμενη χρονιά θα ξεκινήσει μια μακροπρόθεσμη συνεργασία με το Σύνδεσμο Φιλολόγων με πολλά πολιτιστικά δρώμενα γύρω από το βιβλίο και όχι μόνο. Η κ. Κάσσα, πριν περάσει στην ανάγνωση του «Έλα, κοκόνα μου …» σχολίασε πως τα βράδια της Πέμπτης τα έχουμε συνδυάσει με τις βιβλιοπαρουσιάσεις στο συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο και δημιούργησε το σλόγκαν «Πέμπτη πάμε Παπασωτηρίου».

Περί ηθογραφίας

Στη συνέχεια, η Δώρα Κάσσα ανέλαβε να εξηγήσει τον όρο «ηθογραφία» λέγοντας χαρακτηριστικά: «Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζουμε μια τάση της Ν.Ε. Πεζογραφίας, που ξεκινά λίγο μετά το 1880 και συνεχίζεται ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως διηγήματα, που έχουν ως βασικό τους στόχο την – όσο το δυνατόν – πιο πιστή παρουσίαση της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο και στο ελληνικό χωριό, με τις τοπικές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα, τις συνήθειες, το χαρακτήρα και τη νοοτροπία του απλού ελληνικού λαού.

Οι ήρωες της ηθογραφικής πεζογραφίας είναι σχεδόν πάντα οι απλοί άνθρωποι της υπαίθρου. Τα ηθογραφικά κείμενα χαρακτηρίζονται από έναν έντονο λυρισμό, ενώ βασίζονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στα προσωπικά βιώματα και τις εμπειρίες των ίδιων των συγγραφέων. Πολύ συχνό, μάλιστα, είναι το φαινόμενο ο πεζογράφος να χρησιμοποιεί τον τόπο καταγωγής του ως πλαίσιο για τα έργα του. Δεν πρέπει, βέβαια, να απορούμε που το ελληνικό διήγημα συνδέθηκε σχεδόν αμέσως με την απεικόνιση της ζωής στην ύπαιθρο και το χωριό. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αυτή είναι η κυρίαρχη εικόνα της ζωής. Αστική ζωή δεν υπήρχε τότε στην Ελλάδα με τη μορφή που τη βιώνουμε σήμερα. Τα ηθογραφικά κείμενα είναι γραμμένα στη δημοτική γλώσσα. Σ’ αυτό βοήθησε και το γεγονός ότι οι ήρωές τους είναι άνθρωποι του λαού, που φυσικά μιλούν μεταξύ τους στη δημοτική χρησιμοποιώντας τους γλωσσικούς ιδιωματισμούς της περιοχής τους, τους οποίους οι συγγραφείς, ως λάτρεις της λαογραφίας, ενδιαφέρονται να αναπαράγουν πιστά. Η ηθογραφία είναι ένα λογοτεχνικό φαινόμενο καθαρά ελληνικό. Θα λέγαμε ότι είναι η ελληνική εκδοχή του ρεαλισμού και ως ένα βαθμό και του νατουραλισμού.

Η ηθογραφία γεννιέται πραγματικά το 1883, όταν το περιοδικό «Εστία», ένα από τα πλέον σημαντικά της εποχής, προκηρύσσει διαγωνισμό για συγγραφή διηγήματος «με θέμα ελληνικό». Ο διαγωνισμός αυτός κινεί το ενδιαφέρον πολλών νέων πεζογράφων, καθώς και των άλλων περιοδικών κι εφημερίδων της εποχής, που αρχίζουν να ζητούν συνεχώς ελληνικά διηγήματα για δημοσίευση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μέσα στην πενταετία 1883 – 1888, να εμφανιστούν όλοι σχεδόν οι σημαντικοί εκπρόσωποι της ηθογραφίας: καταρχάς ο Γεώργιος Βιζυηνός, που θεωρείται ο βασικός εισηγητής του ηθογραφικού διηγήματος, καθώς και ο Γεώργιος Δροσίνης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κώστας Κρυστάλλης, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Χρήστος Χρηστοβασίλης, Ιωάννης Κονδυλάκης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Γιάννης Βλαχογιάννης, Αργύρης Εφταλιώτης κ.ά.» εξήγησε, για να περάσει στο βιβλίο της Κατερίνας Αγγελώνια, το οποίο κατέταξε στην ηθογραφία, η οποία αφορά στη Σαμοθράκη κι «έχει σαν πρώτη ύλη τα προσωπικά βιώματα της συγγραφέως από τη σχέση της με την ηρωίδα, τη γιαγιά Μυρσινούλα, που θα μπορούσε να είναι η πραγματική της γιαγιά ή και η γιαγιά του καθένα από μας».

Η κ. Κάσσα έδωσε κάποια στοιχεία αναφορικά με το θέμα. «Θέμα του μυθιστορήματος είναι η προσωπικότητα και η ζωή της Μυρσινούλας και ειδικότερα η προσπάθειά της με όπλα την ομορφιά, το δυναμισμό και την καπατσοσύνη της να παντρευτεί το αρχοντόπουλο της Χώρας, τον έμπορο Θοδωρή Παπαθεοδώρου. Με τον πετυχημένο γάμο ως μέσο κοινωνικής κινητικότητας και ανόδου γίνεται, από φτωχή και αμόρφωτη χωριατοπούλα, πρώτη κυρία της Σαμοθράκης και στη συνέχεια της Αλεξανδρούπολης, διαπρέποντας ταυτόχρονα στον έρωτα, στο νοικοκυριό, στο εμπόριο και στις δημόσιες σχέσεις, με μεθόδους που θα ζήλευαν διαπρεπείς επικοινωνιολόγοι».

Στη συνέχεια, η Μυρσίνη Λαντζουράκη ανέλαβε να συστήσει την ηρωίδα και να παρουσιάσει τη βιοθεωρία της και η κ. Κάσσα συνέχισε εξηγώντας ότι η συγγραφέας ακολουθεί τη ζωή της γιαγιάς Μυρσινούλας από τα δεκάξι της χρόνια (1906) ως το θάνατό της (1990).

Γιαγιά κι εγγονή σε ρόλο αφηγητή

«Στην αρχή και στο τέλος του μυθιστορήματος η ζωή της γιαγιάς Μυρσινούλας δένεται και με τη ζωή της συνονόματης εγγονής της. Η εγγονή Μυρσίνη στο μυθιστόρημα έχει κι άλλο ρόλο. Ταυτίζεται με τον έναν αφηγητή, που αναλαμβάνει την ευθύνη της αφηγηματικής πράξης στο εισαγωγικό και στο τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος.

Στο μυθιστόρημα, όμως, υπάρχει και δεύτερος αφηγητής. Είναι η ίδια η γιαγιά Μυρσινούλα, που αφηγείται τη ζωή της από το 1906 ως το 1976. Και στις δύο περιπτώσεις ο αφηγητής συμμετέχει στα γεγονότα ως πρωταγωνιστής. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο με εσωτερική εστίαση, δηλαδή, από την οπτική γωνία στο εισαγωγικό και στο τελευταίο κεφάλαιο της εγγονής Μυρσίνης, ενώ στα ενδιάμεσα έξι κεφάλαια γίνεται από την οπτική γωνία της γιαγιάς Μυρσίνης. Έτσι, το μυθιστόρημα αποκτά ένα χαρακτήρα έντονα αυτοβιογραφικό, γι’ αυτό και άκρως γοητευτικό» περιέγραψε. Η κ. Κάσσα διευκρίνησε ότι η αφήγηση δεν είναι ευθύγραμμη, καθώς η εγγονή Μυρσίνη ξεκινά την αφήγηση από το τέλος της ιστορίας, τη σκηνή της κηδείας της γιαγιάς της.

Ανάμεσα στις επισημάνσεις της αναγνώστριας του έργου της Κατερίνας Αγγελώνια ήταν ότι το κεφάλαιο «Σαμοθράκη 1906 – Μυρσινούλα» αφορά τη χρονιά που «η 16χρονη Μυρσινούλα ανθίζει από ομορφιά και χάρη κι εκπαιδεύεται από την έμπειρη φίλη της Χοντροκοκάλω στο θέμα του έρωτα, ώστε να φέρεται ως γυναίκα και έχει βάλει ως στόχο ζωής να παντρευτεί τον πιο δυνατό, τον πιο πλούσιο, τον πιο όμορφο άντρα της Χώρας, τον έμπορο Θοδωρή Παπαθεοδώρου», αν και είχε προηγηθεί ένας πλατωνικός δεσμός με έναν ψαρά από την Ίμβρο, το Στέργιο.

Η κ. Κάσσα ανέγνωσε και τα άλλα χαρακτηριστικά του κεφαλαίου που παραπέμπουν στην ηθογραφία και αφορούν την καταγραφή των ασχολιών των κατοίκων, την αλληλεγγύη τους, τα νυχτέρια, τα κουτσομπολιά, τις ονομαστικές γιορτές, τα πανηγύρια, τα έθιμα, τους αρραβώνες, τον ξενιτεμό των νησιωτών. «Από το ηθογραφικό πανόραμα της ζωής στη Σαμοθράκη ξεχώρισα το τελετουργικό λουτρό της έφηβης Μυρσινούλας στους καταρράκτες από τη νονά και τη μάνα της. Με το λουτρό αυτό τη μυούν στα μυστικά της γυναικείας φύσης. Πρόκειται για ένα έθιμο, που δένει κατευθείαν τη σύγχρονη Σαμοθράκη με τα Καβείρια μυστήρια» μετέφερε.

Προχώρησε στην προσέγγιση και των υπολοίπων κεφαλαίων, αφού πρώτα διάβασε την καντάδα του Θοδωρή στη Μυρσινούλα στην πολυπόθητη πρόταση γάμου, έξω από το παραθύρι της.

«Ήθελα να ‘μουνα νερό στον ποταμό που πλύνεις

Και να ‘χει κάψα δυνατή να σκύβεις να με πίνεις.

Ήθελα να ‘μουν δάκρυ σου να ζω μεσ’ στη ματιά σου

Κι όταν με θέλεις, μάτια μου, να βρίσκομαι κοντά σου.

Αγάπα με να ‘χω ζωή, γιατί ζωή δεν έχω.

Σαν κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμό δεν έχω»

Η ιστορία της Μυρσινούλας συνεχίζει να ξετυλίγεται, να αναδεικνύεται ως προσωπικότητα στις δυσκολίες ενώ ταυτόχρονα μεγαλώνει την οικογένειά της. Δύναμη θηλυκή, όπως άλλωστε και η συνάντηση της Κατερίνας Αγγελώνια, της Δώρας Κάσσα και της Μυρσίνης Λαντζουράκη.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.