«Δικονομικες διαταξεις διεθνων κειμενων» και «Επαναληψη της διαδικασιας»
Κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Σάκκουλα» δύο νέα βιβλία του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τομέα Ποινικού Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Τα βιβλία τιτλοφορούνται «Δικονομικές διατάξεις διεθνών κειμένων» και «Επανάληψη της διαδικασίας».
Προσέγγιση της θεματικής τους επιχειρεί σήμερα ο ΠτΘ συνομιλώντας με το συγγραφέα τους Θεοχάρη Δαλακούρα.
«Δικονομικές διατάξεις διεθνών κειμένων»
Οι μετασχηματισμοί της ελληνικής και διεθνούς κοινωνίας υποχρεώνουν τον σύγχρονο νομικό να κινηθεί πλέον σε αρμονία με υπερεθνικούς κανόνες και θεσμούς. Η διαρκώς αυξανόμενη σημασία του διεθνούς ποινικού δικαίου, η εντεινόμενη διαπλοκή εθνικού και υπερεθνικού ποινικού δικαίου, η σύσταση και λειτουργία διεθνών δικαστηρίων, των οποίων μάλιστα η νομολογία έχει άμεσο αντίκτυπο στην ελληνική ποινική πράξη, καθιστούν απολύτως αναγκαία τη διαρκή και πλήρη ενημέρωση επί των σχετικών ζητημάτων, έτσι ώστε ο Έλληνας νομικός να μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στο υπερεθνικό νομικό και δικαστηριακό περιβάλλον.
Στην κάλυψη αυτής της ανάγκης συμβάλλει το βιβλίο του κ. Δαλακούρα «Δικονομικές διατάξεις διεθνών κειμένων». Όπως τονίζει ο ίδιος «πρόκειται για έναν ευρύτατο θεματικό κατάλογο με αντικείμενα που καταλαμβάνουν πλήθος πτυχών του διεθνούς «γίγνεσθαι» και ενδιαφέρουν τον καθέναν μας». Ένα βιβλίο που παρέχει τη δυνατότητα «σε κάθε κυοφορούμενο νομικό και σε κάθε εφαρμοστή του δικαίου να ανατρέξει εύκολα στο υπάρχον νομικό πλαίσιο και να επικαλεσθεί και να αξιοποιήσει επιτυχώς τις ειδικές πληροφορίες σε σχέση με την προέλευση κάθε διάταξης, την ισχύ της, την εφαρμογή της από τα δικαστήριά μας και την επιστημονική ερμηνεία της».
ΠτΘ: κ. Δαλακούρα, θεωρείτε ότι υπάρχει σήμερα μια τάση διεθνοποίησης του Ποινικού Δικαίου;
Θ.Δ.: Η διεθνοποίηση είναι γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται στην καθημερινότητα με την ολοένα και αυξανόμενη παραγωγή νόμων που κυρώνουν διεθνείς συμβάσεις ή πρωτόκολλα αυτών ή διεθνείς συμφωνίες ή υλοποιούν τις λεγόμενες «Αποφάσεις – Πλαίσιο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οφείλεται σε κάποιους πασιφανείς παράγοντες, όπως η θέση μας ως μέλους της Ε.Ε. που επιβάλλει τη συνεργασία στα ζητήματα αντιμετώπισης της εγκληματικότητας, αλλά και η ανάγκη διαμόρφωσης ενός κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου θεμελιωδών αρχών και ελάχιστων εγγυήσεων προστασίας των Ευρωπαίων πολιτών. Ταυτόχρονα η τάση της διεθνοποίησης επαυξάνεται ή μειώνεται ανάλογα και με την εμφάνιση κάποιων συγκεκριμένων κινδύνων, όπως αυτών του περιβάλλοντος ή συγκεκριμένων φαινομένων, όπως αυτού της διεθνούς τρομοκρατίας ή της οργανωμένης διεθνούς εγκληματικότητας (διασυνοριακό έγκλημα).
Κεντρικό αποτέλεσμα της τάσης αυτής είναι η παρατηρούμενη κατά την τελευταία δεκαετία αύξηση των λεγόμενων «αποφάσεων – πλαίσιο» της Ε.Ε. Οι αποφάσεις αυτές αποτυπώνουν τη δυναμική που άρχισε να αναπτύσσεται στους κόλπους της Ε.Ε, ιδίως μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, το Συμβούλιο του Τάμπερε και την ενεργοποίηση των δράσεων του Γ΄ Πυλώνα, που κατατείνουν στην εναρμόνιση των ποινικών νομοθεσιών των κρατών μελών της Ε.Ε. Περιέχουν συγκεκριμένες οδηγίες σύνταξης νομοθετημάτων σε κάθε είδους καίρια ζητήματα, όπως αυτών της αντιμετώπισης της οργανωμένης εγκληματικότητας ή ειδικότερα της αντιμετώπισης του διασυνοριακού εγκλήματος ή του συντονισμού της δικαστικής συνεργασίας (λ.χ. έκδοση Ευρωπαίων πολιτών) ή του συντονισμού της αστυνομικής δράσης για την προστασία των συμφερόντων της Ε.Ε. αλλά και της κοινωνίας των πολιτών της. Αυτές οι αποφάσεις – πλαίσιο γίνονται νόμοι του κάθε κράτους μέλους, χωρίς να αποφεύγεται σε πολλές περιπτώσεις ο κίνδυνος μετάλλαξης των δογματικών βάθρων του ποινικού δικαίου κάθε κράτους και, άρα, ο κίνδυνος κλυδωνισμού σοβαρών εγγυήσεων προστασίας του ατόμου. Έτσι, για παράδειγμα με τον νόμο 3251/2004 που υλοποίησε τη σχετική απόφαση πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ο Έλληνας νομοθέτης υπερακόντισε τις απαιτήσεις της Ε.Ε. και σε αντίθεση με άλλους νομοθέτες, όπως της Πολωνίας, της Γερμανίας ή της Κύπρου, έθεσε λιγότερες εγγυήσεις για την έκδοση Ελλήνων πολιτών. Ήδη από αυτήν τη διαφοροποίηση φαίνεται, πρώτον ότι η κάθε ρύθμιση τέτοιων ζητημάτων διεθνούς ενδιαφέροντος επιδέχεται βελτιώσεων και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως κάτι δεδομένο και στατικό, και δεύτερον ότι η σύγχρονη νομοθέτηση αποτελεί πλέον ένα στοίχημα για κάθε κράτος δικαίου, και επομένως τόσο για τον Έλληνα νομοθέτη όσο και για τον Έλληνα δικαστή και εν γένει εφαρμοστή του δικαίου. Κάποτε λέγαμε ότι αρκεί ένας Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ή αρκεί ένας Ποινικός Κώδικας με τις παραδοσιακές του μορφές. Σήμερα πλέον αποτελεί κοινό τόπο ότι αυτά τα βασικά εργαλεία όχι απλώς δεν επαρκούν, αλλά συμπληρώνονται με το μεγαλύτερο δυνατό όγκο είτε από τους Ειδικούς Ποινικούς Νόμους είτε από Διεθνή Νομικά Κείμενα και από σωρεία νόμων που τα επικυρώνουν. Είμαστε αναγκασμένοι, λοιπόν, όχι μόνο διεθνή κείμενα, όπως η λεγόμενη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ανάγεται σε κοινό μέτρο των καθ’ έκαστον εννόμων τάξεων, να επικαλούμαστε και να εφαρμόζουμε με τη μέγιστη προσοχή, αλλά σε πολλές περιπτώσεις είμαστε αναγκασμένοι να νομοθετούμε ως κράτος υλοποιώντας τέτοια διεθνή κατευθυντήρια κείμενα. Εάν σε αυτές τις διαπιστώσεις προσθέσουμε και τη διαπίστωση ότι η εποχή της παγκοσμιοποίησης προσφέρεται τόσο για τη διεύρυνση του πεδίου των «Διεθνών Εγκλημάτων» και τη δημιουργία «Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων», όσο και για τη διεύρυνση και ενίσχυση των μηχανισμών καταπολέμησης τέτοιων – και όχι μόνον αυτών – εγκλημάτων, τότε η τάση διεθνοποίησης του ποινικού δικαίου αποκτά σαφέστερη εικόνα.
Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί συνεπώς ότι σήμερα πλέον τα διεθνή κείμενα αποτελούν βασικό όγκο της εργασίας κάθε δικαστή και κάθε εφαρμοστή του δικαίου και άρα δικαίως αξιώνουν την προσοχή όχι μόνον των νομικών, αλλά και του συνόλου των πολιτών. Σωρεία αποφάσεων μάλιστα ελέγχονται αρεοπαγιτικά υπό το πρίσμα διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή άλλων διεθνών κειμένων, γεγονός που αποδεικνύει την τεράστια σημασία τους στη διαμόρφωση και εφαρμογή του δικαίου.
ΠτΘ: Αυτό αποτέλεσε και την αφετηρία για να συγγράψετε το βιβλίο;
Θ.Δ.: Ακριβώς αυτή είναι η αφετηρία για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι περιέχει όλη τη νομολογία που έχει εκδοθεί με αφορμή την εφαρμογή αυτών των διεθνών κειμένων, είτε αυτή είναι νομολογία των Διεθνών ή Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων είτε αυτή είναι νομολογία των εγχωρίων δικαστηρίων, του Αρείου Πάγου ή των δικαστηρίων ουσίας. Ταυτόχρονα βέβαια περιλαμβάνει και όλη τη βιβλιογραφία και αρθρογραφία κάτω από κάθε λήμμα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις παρατίθεται και συνδυασμός ειδικής βιβλιογραφίας και νομολογίας.
ΠτΘ: Το συγκεκριμένο βιβλίο έρχεται να καλύψει κάποιο κενό που υπήρχε στον τομέα αυτό;
Θ.Δ.: Βεβαίως ναι, αφού η συλλογή και επεξεργασία των «Δικονομικών Διατάξεων Διεθνών Κειμένων» παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε κυοφορούμενο νομικό και σε κάθε εφαρμοστή του δικαίου να ανατρέξει εύκολα στο υπάρχον νομικό πλαίσιο και να επικαλεσθεί και να αξιοποιήσει επιτυχώς τις ειδικές πληροφορίες σε σχέση με την προέλευση κάθε διάταξης, την ισχύ της, την εφαρμογή της από τα δικαστήριά μας και την επιστημονική ερμηνεία της.
ΠτΘ: Ποια είναι η σχέση που υπάρχει μεταξύ εθνικού και διεθνούς ποινικού δικαίου;
Θ.Δ.: Βρισκόμαστε σε μια εποχή μετεξέλιξης που έχει και θετικά και αρνητικά στοιχεία. Το θετικό και ταυτοχρόνως το στοίχημα σε όλη αυτήν τη διαδικασία της ενοποίησης της ΕΕ θα ήταν να αποκτήσουμε κάποια στιγμή κοινό ποινικό δίκαιο, όπως και ένα κοινό νομοθετικό πλαίσιο σε όλους τους τομείς. Αυτό, τέλος, θα μετουσίωνε και την έννοια του ευρωπαϊκού κράτους και θα ήταν η πλήρης απόδειξη ότι έχουμε ένα ευρωπαϊκό κράτος με ένα σύνταγμα και με κοινούς νόμους. Την ίδια ώρα όμως υπάρχουν και συγκεκριμένα αρνητικά. Σε όλη αυτή την πορεία μετεξέλιξης τα ευρωπαϊκά κράτη καλούνται να συνυπάρξουν με παραδόσεις διαφορετικές, με διαφορετικές ταχύτητες δικαιοπρακτικής λογικής και ταυτόχρονα με σημαντικές διαφορές στα ζητούμενα. Το ερώτημα είναι ποια είναι τα ζητούμενα. Άλλοι προτάσσουν, για παράδειγμα, την καταπολέμηση της εγκληματικότητας με κάθε τρόπο. Αυτό όμως διασπά μια παράδοση ετών του παραδοσιακού Ποινικού Δικαίου που δεν θέλει άνευ ορίων θυσίες, δεν θέλει Ιφιγένειες κατά την υλοποίηση τέτοιων στόχων. Τουναντίον, άλλοι προτάσσουν την με κάθε τρόπο προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και του ατόμου απέναντι σε συνεργασίες διεθνών κατασταλτικών μηχανισμών. Και αυτό όμως το ζητούμενο δεν μπορεί να προωθηθεί μονομερώς και χωρίς τη συνεκτίμηση κάποιων συγκεκριμένων υπαρκτών αναγκών προστασίας της κοινωνίας που επιβάλλουν τη μερική υποχώρηση ορισμένων δικαιωμάτων. Η χρυσή τομή σε αυτά τα ζητούμενα επιτάσσει κοινούς στόχους, αλλά και συγκρούσεις για την υλοποίησή τους. Έτσι λοιπόν, το πρώτο πρόβλημα που ανακύπτει για τον Έλληνα νομοθέτη είναι να διατηρήσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα του ποινικού δικαίου που λειτουργεί προστατευτικά για τα έννομα αγαθά και εγγυητικά για το άτομο, χωρίς να επιτρέπει τη μετάλλαξη των κανόνων του σε εργαλείο προληπτικής αντιμετώπισης κινδύνων, ούτε όμως και τη διεύρυνσή τους ή νόθευσή τους με αόριστες έννοιες ή τυποποιήσεις εγκλημάτων. Το δεύτερο πρόβλημα είναι η διάσπαση της παραδοσιακής ποινικής νομοθεσίας μας με πρότυπα διαδικασίας ή ανακριτικών πρακτικών που δεν ταιριάζουν στον υφιστάμενο χαρακτήρα της ποινικής μας δίκης. Και το ερώτημα εδώ είναι συγκεκριμένο: Σε ποια κατεύθυνση βαίνει η ποινική μας δικαιοσύνη; Παραμένουμε στις κεντρικές αξίες που γνωρίζουμε, σε ένα προσανατολισμένο κατασταλτικά δικονομικό σύστημα που παρέχει προβλέψιμες υποχρεώσεις και δικαιώματα ή οδηγούμαστε στο πλαίσιο της Ε.Ε. σε ένα άλλο σύστημα που προωθεί την πρόληψη και τις μυστικές ανακριτικές πράξεις; Εδώ βρισκόμαστε σε ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι που δεν εγγυάται στον ίδιο βαθμό τη διατήρηση των θεμελίων του ηπειρωτικού δικονομικού συστήματος. Ούτε άλλωστε είναι αυταπάντητο το αν για τους Ευρωπαίους νομοθέτες στο σύνολό τους ένας κεντρικός εισαγγελέας στο πλαίσιο της Εurojast ή ένα προσανατολισμένο σε βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες της Ε.Ε. σύστημα θα μπορούσε να προσφέρει τις ίδιες εγγυήσεις ορθοκρισίας και δικαιότητας που προσφέρουν τα ισχύοντα στα επιμέρους κράτη δικονομικά συστήματα.
ΠτΘ: Δεν είναι δεδομένες οι εγγυήσεις ορθοκρισίας και δικαιότητας στο προωθούμενο από την ΕΕ σύστημα;
Θ.Δ.: Όχι απαραίτητα, όταν προωθούνται ασαφείς ποινικές διατάξεις ή όταν στο βωμό πρόσκαιρων σκοπιμοτήτων προωθούνται ανακριτικές μέθοδοι και μυστικές ανακριτικές πράξεις που διασπούν τον χαρακτήρα της ποινικής μας δίκης. Θα σας δώσω ένα εκλαϊκευμένο παράδειγμα. Μια μυστική συλλογή πληροφοριών μέσω παρακολούθησης με τεχνικά μέσα μπορεί να οδηγήσει σε αξιοποίηση στοιχείων της προσωπικότητας ή της συμπεριφοράς κάποιου, χωρίς αυτά να έχουν εμφανισθεί ποτέ στο ακροατήριο ενός δικαστηρίου και άρα χωρίς να έχουν υποστεί οποιονδήποτε έλεγχο από τους ενδιαφερόμενους σε σχέση με την εγκυρότητα και αξιοπιστία τους. Ένας τέτοιος μυστικός τρόπος αξιοποίησης πληροφοριών θα είχε όμως σαν αποτέλεσμα να καταλήγει η ποινική διαδικασία σε μια «όπερα – μπούφα», μια απρόβλεπτη διαδικασία που θα είχε δύο παράλληλες πτυχές, μια εκτυλισσόμενη δημόσια, με βάση την κατηγορία, και μια εκτυλισσόμενη μυστικά, με βάση τις πληροφορίες που δεν θα έφταναν ποτέ στο φως και δεν θα θεμελίωναν ποτέ την απόφαση. Εάν προωθηθούμε ευρύτερα σε τέτοιες λύσεις με σκοπό να καταπολεμήσουμε το οργανωμένο έγκλημα ή να καταπολεμήσουμε ειδικές μορφές εγκληματικότητας που προτάσσονται από την ΕΕ, θα φτάσουμε σε αδιέξοδα τα οποία θα πληρώσει πρώτιστα ο ευρωπαίος πολίτης, αλλά και ο νομικός μας πολιτισμός. Αυτές είναι οι αγωνίες που εκφράζονται με τέτοιου είδους εξελίξεις, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε, πρέπει να τις διατυπώνουμε για να μπορούμε να τις αντιμετωπίζουμε και να είμαστε έτοιμοι να διαμορφώσουμε ένα σαφέστερο, πιο φιλελεύθερο, πιο προοδευτικό και πιο ανθρωποκεντρικό νομικό καθεστώς.
ΠτΘ: Αναφερόμενος στη θεματολογία του Κώδικα Διεθνών Κειμένων, σε ποια θέματα θα λέγαμε ότι αφορά;
Θ.Δ.: Οι δικονομικές διατάξεις Διεθνών Κειμένων αναφέρονται καταρχάς σε διεθνή κείμενα από το 1930 μέχρι και το 2006. Άρα ο συγκεκριμένος Κώδικας έχει μία γενική αναφορά στο σύνολο εκείνων των διεθνών κειμένων που έχουν έντονο νομικό ενδιαφέρον. Από την άλλη, περιλαμβάνει κείμενα που αρχικά θα πίστευε κάποιος ότι αφορούν συγκεκριμένες και λίγες θεματικές. Η ανάπτυξή του όμως αποδεικνύει ότι εκτείνεται σε θεματικές που ξεκινούν από την αεροπορία, τον αθλητισμό, τους ανηλίκους, την αστυνομική συνεργασία Europol, με όλα τα επιμέρους διεθνή κείμενα που έχουν κυρωθεί επί του θέματος αυτού, τα βασανιστήρια και καταλήγουν σε θεματικές σύγχρονών τομέων όπως η βιοϊατρική και η κλωνοποίηση, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και παραδοσιακών όπως η γενοκτονία, η διεθνής δικαιοδοσία με τις αντίστοιχες συμβάσεις, στις οποίες έχει προσχωρήσει και η ελληνική δημοκρατία, το σύνολο των διεθνών κειμένων για τα δικαιώματα του ανθρώπου, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Πολιτικά και Ατομικά Δικαιώματα, τα διεθνή ποινικά δικαστήρια, το έντονο θέμα της δικαστικής συνδρομής και της πληροφόρησης επί αλλοδαπού δικαίου, τα ζητήματα της δουλείας, τα ζητήματα δωροδοκίας υπαλλήλων Ευρωπαϊκής Ένωσης και αλλοδαπών υπαλλήλων, τα ζητήματα της ισότητας των δύο φύλων, τις διεθνείς συμβάσεις για τον καπνό, τις διεθνείς συμβάσεις για μεταφορά καταδίκων, για τα ναρκωτικά, για τη ναυσιπλοΐα, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για την προστασία νομίσματος, για τη σύλληψη ομήρων, για το οργανωμένο έγκλημα, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας πολιτιστικών αγαθών, την προστασία των προσφύγων και των διεθνώς προστατευόμενων προσώπων, αλλά και την κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα ευρωπαϊκών χωρών, προστασία σε περιπτώσεις σωματεμπορίας και τρομοκρατίας. Κοντολογίς, πρόκειται για έναν ευρύτατο θεματικό κατάλογο με αντικείμενα που καταλαμβάνουν πλήθος πτυχών του διεθνούς «γίγνεσθαι» και ενδιαφέρουν τον καθέναν μας.
«Επανάληψη της διαδικασίας»
Το δεύτερο βιβλίο του κ. Δαλακούρα πραγματεύεται το θεσμό της «Επανάληψης της διαδικασίας», ως ύστατου μέσου ίασης πραγματικών δικαστικών σφαλμάτων. Όπως τονίζει ο κ. Δαλακούρας πρόκειται για ένα ιστορικό θεσμό που πιστοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου «να αναζητά την γνώση και να προσπαθεί να θεραπεύει αδικίες. Τον θεσμό της επανάληψης της διαδικασίας που ενδιαφέρει όχι μόνον τους νομικούς αλλά κάθε άνθρωπο. Και αυτό γιατί – όπως έχει λεχθεί εύστοχα – «ένας άδικα καταδικασμένος είναι υπόθεση όλων των τίμιων ανθρώπων».
ΠτΘ: Το δεύτερο βιβλίο σας τιτλοφορείται «Επανάληψη της διαδικασίας». Επιχειρώντας μία προσέγγιση του τίτλου τι θα λέγατε ότι πραγματεύεται αναφορικά με τη διαδικασία απόδοσης δικαιοσύνης;
Θ.Δ.: Η μονογραφία μου για την «Επανάληψη της διαδικασίας» αποτελεί τη λεγόμενη καθηγεσία μου και είναι μια προσπάθεια σε ένα θέμα που δεν έχει γραφτεί μέχρι τώρα και για το οποίο δεν έχουμε υλικό επιστημονικό. Με την έννοια αυτή αποτελούσε για μένα ένα θέμα – πρόκληση. Η επανάληψη της διαδικασίας, για να γίνει κατανοητό, αποτελεί ένα θεσμό της ποινικής μας διαδικασίας, με τον οποίο μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να επανέλθει στα δικαστήρια μία αμετάκλητα κλεισμένη υπόθεση. Μια υπόθεση δηλαδή που εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό, στη συνέχεια αν ασκήθηκε έφεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό και μετά τον τυχόν έλεγχο της νέας αυτής απόφασης από τον Άρειο Πάγο κατέστη αμετάκλητη. Εφόσον λοιπόν προκύψουν «νέα γεγονότα» για την υπόθεση – νέα στοιχεία που δεν ήταν σε γνώση των δικαστών που δίκασαν – ή διαπιστωθεί λ.χ. η ύπαρξη διπλής καταδίκης για το ίδιο έγκλημα, τότε με αυτόν τον θεσμό μπορεί να επανέλθει η υπόθεση, να επανεξετασθεί και με βάση τα νέα αυτά στοιχεία να εκδοθεί μια νέα απόφαση. Είναι επομένως το τελευταίο αποκούμπι για κάποιον άνθρωπο που αναζητά το δίκιο του και επίσης ένας θεσμός, όπως λέγεται νομικά συνιστά «όχημα ίασης των δικαστικών σφαλμάτων», διότι η ανθρώπινη κρίση είναι και θα παραμείνει ατελής. Δεν μπορεί να είναι εξ αρχής εκατό τοις εκατό ασφαλής καμία κρίση. Όπως κατά την εκφορά οποιασδήποτε γνώμης, έτσι και κατά την εκφορά των δικαστικών κρίσεων εμφιλοχωρούν λάθη και μπορεί να υπάρξουν πεπλανημένες αποφάσεις. Αυτός ο θεσμός έρχεται να αποδείξει ότι σε περιπτώσεις δικαστικών πλανών δεν εφησυχάζει το δίκαιο και οι εφαρμοστές του και ότι δεν πρέπει να υπερισχύει η σκοπιμότητα ή η λησμονιά, αλλά να αναζητείται η πραγματική και ουσιαστική απονομή του δικαίου.
ΠτΘ: Το θέμα το προσεγγίζετε μόνο εγχρονίζοντάς το στο σήμερα; Πρόκειται για μια διαδικασία καινούργια τελικά;
Θ.Δ.: Στην ανάλυση του θέματος ξεκινώ από μία ιστορική αναδρομή με βάση την οποία αποδεικνύεται ότι υπάρχουν ψήγματα αυτού του θεσμού σε πολλές παλιότερες έννομες τάξεις. Η απαρχή του εντοπίζεται μάλιστα στην αρχαία ελληνική δικαϊκή παράδοση, όπου συναντούμε τον θεσμό της «αναδικίας», τον θεσμό δηλαδή που επέτρεπε την επανεξέταση μιας υπόθεσης όταν ο καταδικασμένος πετύχαινε με τη «δίκη ψευδομαρτυριών» την καταδίκη των μαρτύρων που τον κατηγόρησαν. Από την ιστορική ανάλυση πιστοποιείται έτσι για άλλη μια φορά η ανάγκη της ανθρώπινης φύσης να αναζητά τη γνώση και να προσπαθεί να θεραπεύσει αδικίες.
ΠτΘ: Ποιος είναι ο στόχος της συγγραφής αυτού του βιβλίου;
Θ.Δ.: Ο στόχος είναι διττός. Αφενός να αναδειχθεί ή αξία του θεσμού και η σημασία του για την απονομή της δικαιοσύνης, ώστε να αποχρωματιστεί η επιφυλακτικότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι αιτήσεις επανάληψης από την πλευρά των δικαστών μας. Και αφετέρου να αντιμετωπιστεί μία δεύτερη αναγκαιότητα, η οποία προέκυψε από τον ευρωπαϊκό μας περίγυρο και οδήγησε στη θέσπιση δύο διατάξεων του Κώδικα της Ποινικής μας Δικονομίας. Η μία διάταξη παρέχει το δικαίωμα να υποβληθεί αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, εάν υπάρχει απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που καταδικάζει τη χώρα μας για παραβίαση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε. Επιτρέπει δηλαδή στον αμετάκλητα καταδικασθέντα από τα ελληνικά δικαστήρια που δικαιώθηκε από το ΕΔΔΑ να ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση εις βάρος του έπασχε λόγω παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και άρα πρέπει να επανακριθεί η υπόθεσή του για να εκδοθεί μια δίκαιη κρίση. Η δεύτερη διάταξη, αυτή του άρθρου 525Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επιτρέπει σε όποιον ζημιώθηκε εξαιτίας μιας άδικης κράτησης ή καταδίκης να ζητήσει την επανάληψη της διαδικασίας σε περίπτωση που αποδεικνύεται με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ότι η αρνητική απόφαση της χώρας μας να τον αποζημιώσει διαμορφώθηκε ύστερα από παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτές οι νέες διατάξεις προσέθεσαν ένα εντελώς νέο ενδιαφέρον στον θεσμό και διεύρυναν το πεδίο εφαρμογής του. Καθώς λοιπόν η ερμηνεία και εφαρμογή τους συνδέεται με πολλά προβλήματα, η πρόκληση υπήρξε μεγάλη, αν ληφθεί υπόψη ότι για τα ζητήματα αυτά δεν υπήρχε μέχρι σήμερα κάποια άλλη επιστημονική συμβολή.
ΠτΘ: Εφαρμόζεται εν τέλει ο θεσμός της «επανάληψης της διαδικασίας»;
Θ.Δ.: Εφαρμόζεται μεν σε αρκετή έκταση, χωρίς όμως να έχουν κατανοηθεί πλήρως οι οδοδείκτες εκείνοι και τα κριτήρια εκείνα που θα εξασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή του και θα υλοποιούν τον σκοπό του. Σε αυτήν την κατεύθυνση της ανάδειξης της αξίας του θεσμού και της ορθής εφαρμογής του ελπίζω να συνεισφέρει το βιβλίο μου. Διότι, όπως σε αντίστοιχες περιπτώσεις έτσι και στην προκείμενη, η πρόσκτηση ειδικών γνώσεων σε μια θεματική που μέχρι τώρα είχαμε στατική νομολογία αποτελεί τον μοναδικό τρόπο ανατροπής των πεπατημένων λύσεων. Εδώ έχει εφαρμογή το λεγόμενο ότι «όταν ένας θεσμός δεν έχει ουσιαστική εφαρμογή καταλήγει να είναι κενό γράμμα». Για την ουσιαστική εμπέδωση ενός θεσμού πάντως δεν απαιτείται μόνον η προσπάθεια των δικαστών, αλλά και η κινητοποίηση των πολιτών και ιδίως η προσπάθεια των νομικών τους συμπαραστατών να θεμελιώσουν με επάρκεια και νομική βαρύτητα τις σχετικές αιτήσεις, ώστε να διεκδικούν τη θεμελιωμένη δικαστική κρίση. Αυτό ισχύει μεν γενικότερα, αποκτά όμως στη περίπτωσή μας ιδιαίτερη αξία καθώς αφορά ένα σημαντικότατο θεσμό. Τον θεσμό της επανάληψης της διαδικασίας που ενδιαφέρει όχι μόνον τους νομικούς αλλά κάθε άνθρωπο. Και αυτό γιατί – όπως έχει λεχθεί εύστοχα – «ένας άδικα καταδικασμένος είναι υπόθεση όλων των τίμιων ανθρώπων».
ΠτΘ: κ. Δαλακούρα σας ευχαριστούμε πολύ.
Θ.Δ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
