Παρουσιαστηκαν «Τα λευκα σοσονια» του Φωτου Λαμπρινου

Τα βιβλιοπωλεία ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ και οι Εκδόσεις Κατανιώτη διοργάνωσαν το βράδυ της Παρασκευής παρουσίαση του βιβλίου του Φώτου Λαμπρινού «Τα λευκά σοσόνια», στο βιβλιοπωλείο της Κομοτηνής. Το βιβλίο προλόγισε ο δημοσιογράφος Σταμάτης Σακελλίων κι ο φιλόλογος Θανάσης Κούγκουλος, ενώ παρών ήταν και ο συγγραφέας. Ο Φώτος Λαμπρινός έχει σπουδάσει κινηματογράφο στη Μόσχα, εργάσθηκε ως σκηνοθέτης στο ραδιόφωνο, στο θέατρο και τον κινηματογράφο κι έχει γυρίσει πολλά ντοκιμαντέρ, όπως «100 ώρες τον Μάη», μαζί με το Δήμο Θέο γύρω από τη δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη, «Μουσικό οδοιπορικό με τη Δόμνα Σαμίου», «Ο Πειραιάς του Γιάννη Τσαρούχη», «Πανόραμα του αιώνα» με τον Λέοντα Λοΐσιο. Σκηνοθέτησε τις μεγάλου μήκους ταινίες «Άρης Βελουχιώτης – Το δίλημμα», «Δοξόμπους», «Γλέντι γενεθλίων ή Μια βουβή βαλκανική ιστορία». Ο συγγραφέας υπέγραψε βιβλία στην αρχή της βραδιάς, κουβέντιασε με το κοινό, επομένως οι παριστάμενοι είχαν την ευκαιρία για μια άμεση επικοινωνία μαζί του.

Η προσέγγιση του Σταμάτη Σακελλίωνα στο βιβλίο «Τα λευκά σοσόνια» ξεκίνησε από τα πρόσωπα, το περιβάλλον τους, τη σχέση ιδεολογίας και πράξης. «Ο καθηγητής, η γυναίκα, το στέλεχος, ο ταξίαρχος. Τέσσερα πρόσωπα ή αλλιώς χιλιάδες πρόσωπα με φόντο το πιο εφιαλτικό ντεκόρ που γνώρισε η χώρα στη σύγχρονη ιστορία της: τον εμφύλιο πόλεμο. Η προσδοκία, ο άλλος κόσμος, η επανάσταση, ο θάνατος, οι εκτελέσεις, οι καταστροφές, ο έρωτας: τα συναισθήματα. Των τεσσάρων ανθρώπων και των χιλιάδων άλλων. Στο βάθος μια χώρα δηλωμένη. Μια χώρα λάφυρο. Και στον αφορισμό «ευτυχώς χάσαμε» που κάποιοι αριστεροί, «νεόκοποι» και όχι, λένε άλλοτε χαμηλοφώνως και ιδιωτικώς, άλλοτε δημοσίως και όχι πάντα ανιδιοτελώς αντιπαραθέτω αυτό που είχε πει πριν από λίγα χρόνια ένα έντιμο ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς: ο Γρηγόρης Φαράκος. «Πολύ απλά δεν ξέρουμε πώς θα ήταν τα πράγματα, αν νικούσαμε γιατί είμαστε διαφορετικοί και από τους Βούλγαρους και από τους Αλβανούς». Όχι με την έννοια της ανωτερότητας, αλλά με την έννοια της διαφορετικότητας. Δεν λιθοβόλησε και δεν αυτοπυροβολήθηκε ιδεολογικά. Ακόμα και ο τρόπος που διαβάζεις την ιστορία του εμφυλίου έχει σημασία: αξιοπρεπώς ή όχι. Η αμφιβολία του καθηγητή: Κυρίαρχο συναίσθημα. Βλέπει την ήττα, αλλά δεν αλλάζει στρατόπεδο».

Ο κ. Σακελλίων
έθιξε ένα λεπτό θέμα, αυτό του ρόλου της Αριστεράς στον εμφύλιο και τα μετέπειτα χρόνια. Με αφορμή, αναφέρθηκε στα πρόσφατα γεγονότα στο Ηρώο της Κομοτηνής. «Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια απόπειρα να ξαναγραφτεί η ιστορία του εμφυλίου. Από την «Ελένη» του Γκατζογιάννη μέχρι κάποιες ιστορικές έρευνες: Στόχος κοινός: Να ειπωθεί πως η Αριστερά δεν δικαιούται να παρουσιάζεται ως η ηθική δύναμη της πολιτικής γιατί ενέχεται με την μεγαλύτερη σφαγή, τον εμφύλιο πόλεμο. Και νομίζω ότι είναι ολότελα διαφορετικό πράγμα το να επισημαίνεις τα λάθη και τις ευθύνες της Αριστεράς, και μάλιστα με τον πιο αυστηρό τρόπο, από το να θεωρείς πως ο ένοχος είναι ο ένας, άξιος ισόβιου στιγματισμού. Και αλήθεια ο ταξίαρχος δεν λιθοβολεί, πιστεύει στη νίκη του εθνικού στρατού, αλλά δεν λιθοβολεί. Το μέτρο αυτό δεν υπήρχε, όχι μόνο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αλλά και μετά. Αν ο εμφύλιος πόλεμος στερεί από τη χώρα την πιο δημιουργική γενιά της, στη συνέχεια οι νικητές εξουθένωσαν και την επόμενη γενιά. Γιατί δεν είχαν ούτε την αυτονόητη διορατικότητα για το μέλλον. Έπρεπε να μεσολαβήσει μια χούντα ακόμη για να μπορέσει το πολιτικό σύστημα της χώρας να καταλάβει ότι και η αριστερά έχει θέση. Επιτρέψτε μου εδώ μια μικρή παρένθεση. Πριν από μια εβδομάδα, εδώ στην Κομοτηνή ανήμερα της επετείου των 40 χρόνων από την δικτατορία, η αστυνομία άσκησε βία, πρωτόγνωρη για την Κομοτηνή, πάνω σε φοιτητές, λίγους, που ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για τη χούντα στο Σπαθί της Κομοτηνής. Στις επόμενες ημέρες, ένα στέλεχος της αστυνομίας σε ένα ραδιόφωνο έλεγε πως πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας να σέβονται τα μνημεία. Σαν να άκουγα μια μακρινή ηχώ: Η Μακρόνησος είναι ο Παρθενών της συγχρόνου Ελλάδος. Ναι, ο καθένας μπορεί σήμερα να πει ότι, αν η Αριστερά δεν απείχε από τις εκλογές του ’46 μπορεί να είχε 100 βουλευτές, ένα 30% του λαού και ίσως τίποτε από όσα έγιναν δεν θα γινόταν. Πως θα ήταν σαν την ιταλική ή την γαλλική αριστερά. Και όχι μια αριστερά με το βάρος ενός εμφυλίου. Και μάλλον ναι. Αν όμως η δημοκρατία δεν ήταν μια… Μπανανία. Γιατί ας μην λησμονούμε πως η Ιταλία κινδύνεψε από πραξικόπημα το 1974. Θα ήθελα να σημειώσω μερικά λόγια του καθηγητή, του Σωτήρη «Κι όμως. Και τότε και τώρα η Ιστορία είναι μια σειρά από νίκες των ισχυρών. Το παρελθόν δεν είναι μια συσσώρευση κατακτήσεων, όπως ισχυρίζονται οι δήθεν προοδευτικοί, αλλά μια ατέλειωτη σειρά από καταστροφικές ήττες των καταπιεσμένων». Αυτή απλώς είναι εν πολλοίς η ιστορική πραγματικότητα. Και ότι τελικά οι νικητές δεν είναι ιδιαίτερα γενναιόψυχοι. Τουναντίον επιχειρούν και σχεδόν πάντα το καταφέρνουν να γράψουν τη δική τους ιστορία, ως επίσημη ιστορία. Πριν λίγα χρόνια ένα κορυφαίο στέλεχος της σημερινής κυβέρνησης είχε πει σε μια συνέντευξη του ότι η παράταξή του δεν έχει κανένα λόγο να απολογείται έναντι της αριστεράς, δεδομένου ότι εμείς, δηλαδή η παράταξή του, είμαστε οι νικητές. Τελεία και παύλα. Αυτά τα είπε στον σημερινό χρόνο. Έλεγε την αλήθεια του όμως. Χωρίς φτιασιδώματα. Χωρίς υποκριτικές λογικές δήθεν ενότητας και συναίνεσης. Ήταν ειλικρινής και μίλησε πολιτικά. Είναι ο νικητής του εμφυλίου. Αυτή είναι η μισή αλήθεια, η άλλη μισή είναι ότι αποτελεί το ηττημένο κομμάτι της εθνικής αντίστασης».

Στη συνέχεια, ο Σ. Σακελλίων έθεσε το ερώτημα «έχει νόημα να γράφονται βιβλία ή να γυρίζονται ταινίες για τον εμφύλιο; Έχει δηλαδή νόημα να αναμοχλεύουμε το παρελθόν;» για ν’ απαντήσει: «Η πάλη του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι η πάλη της μνήμης έναντι της λήθης» λέει ο Κούντερα και μ’ αυτήν την έννοια πάντα έχει νόημα να αναμοχλεύουμε το παρελθόν, όπως κάνει και ο Φώτος Λαμπρινός. Γιατί όλβιος όστις ιστορίης έσχεν μάθησιν. Αλλά ιστορίης και όχι προβοκατόρικα ξαναγραψίματα. Στο κάτω – κάτω το χρωστάμε, κατά μία έννοια, και στις χιλιάδες νεκρών του εμφυλίου και από τις δύο μεριές» κατέληξε, λέγοντας πως το χρωστάμε ίσως και στην ψυχή μας.

Φ. Λαμπρινός: «Όπως σε όλη τη σοβαρή λογοτεχνία, το βιβλίο δεν παίρνει θέση»

Στο περιθώριο της εκδήλωσης, ο συγγραφέας μίλησε στον ΠτΘ για το βιβλίο του, το οποίο γεννήθηκε ως σενάριο, αλλά ακολούθησε μια πορεία διαφορετική μέσα από τη σχέση του συγγραφέα με τις εκδόσεις Καστανιώτη, μια περιπέτεια που άρεσε τελικά στους αναγνώστες.

ΠτΘ: Μια ιστορία που αφορά σε ποια περίοδο;

Φ.Λ.:
Το βιβλίο είναι στην πραγματικότητα σενάριο, που ήταν γραμμένο για να γίνει ταινία. Η ταινία δυστυχώς δεν έγινε και ήταν μια αρκετά οδυνηρή ιστορία για μένα γιατί μού «’φαγε» τέσσερα χρόνια από τη ζωή μου. Ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή, όταν ήταν έτοιμη να γυριστεί. Παρόλα αυτά, η μορφή του σεναρίου από τότε ήταν λογοτεχνική, το έδωσα στον Καστανιώτη, στον οποίο άρεσε πολύ και μου το εξέδωσε. Πρόκειται για ένα σενάριο σε λογοτεχνική μορφή που διαβάζεται σαν νουβέλα και αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού – μια ερωτική ιστορία δηλαδή – στη διάρκεια του Εμφυλίου προς το τέλος, από το Μάρτη προς το καλοκαίρι του ’49, όταν προς το τέλος του ’49 τέλειωσε ο Εμφύλιος, με ήττα της Αριστεράς.

Μέσα σ’ αυτή την αφήγηση συμβαίνουν πολλά απρόοπτα κι απρόβλεπτα πράγματα. Υπάρχουν δύο φάσεις της ιστορίας, η μία σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, στα ριζά ενός ορεινού όγκου της Κεντρικής Ελλάδος όπου ζει το ζευγάρι κι εργάζεται ο σύζυγος που είναι καθηγητής. Στο βιβλίο το όνομά του είναι καθηγητής και δεν ξέρουμε πώς τον λένε – τον λένε Σωτήρη – και η γυναίκα του, Αμαλία η οποία είναι επίσης παιδαγωγός, αλλά δεν ασκεί το επάγγελμα και ζει στο σπίτι.

Στην πόλη αυτή που είναι στρατοκρατούμενη στο πλαίσιο του Εμφυλίου με πάρα πολλά δυσάρεστα γεγονότα, αιχμαλώτους, εκτελέσεις, διάφορα… τα οποία είναι σε κοινή θέα καθημερινώς, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και η σύζυγος θέλει να φύγουν, να πάνε στο βουνό. Είναι αριστεροί, κομμουνιστές, αλλά έχουν αποτραβηχτεί. Ο σύζυγος, ο καθηγητής, έχει αντίθετη άποψη, όχι γιατί έχει αλλάξει ιδέες κι έχει γίνει δεξιός ή κεντρώος, αλλά γιατί έχει προβλέψει με κάποια επιχειρήματα και σύμφωνα με την κρίση του και το μυαλό του ότι αυτός ο αγώνας είναι μάταιος και θα έχει άδοξο και κακό τέλος, δηλαδή δεν έχει καμία ελπίδα να είναι νικηφόρος και γι’ αυτό δε θέλει να μπλέξει σε μια ιστορία με σίγουρο τέλος. Εκείνη το καταλαβαίνει, αλλά δε μπορεί να ζει στην ατμόσφαιρα της πόλης κι έτσι κάποια στιγμή φεύγει πρώτα η γυναίκα από το σπίτι και πηγαίνει στο βουνό κι ο καθηγητής παρατάει τα πάντα και πάει να τη βρει.

Το βιβλίο, λίγο μετά την αρχή, αφηγείται αυτή την πορεία του καθηγητή για να ξαναβρεί τη γυναίκα του, γιατί την αγαπάει πολύ.

ΠτΘ: Η επιλογή βουνό, δηλαδή αγώνας, ή να μείνει κάποιος αδρανής γιατί πιστεύει ότι ο αγώνας είναι μάταιος εκτός από την ιστορική του αναφορά και το πολιτικό στίγμα που δίνει, έχει συμβολισμό, με την έννοια ότι στη ζωή πολλές φορές καλούμαστε να επιλέξουμε έναν αγώνα – όσο δύσκολος και να ’ναι- από το να μείνουμε αδρανείς;

Φ.Λ.:
Ναι, υπάρχει η εκδοχή «φυλάμε Θερμοπύλες» ξέροντας πώς θα τελειώσει και η εκδοχή ότι όταν τα πράγματα είναι εμφανώς μάταια δεν πας να θυσιάσεις τόσες ζωές για έναν μάταιο αγώνα. Βέβαια, το βιβλίο δεν παίρνει θέση κι ούτε υπάρχει από την πλευρά μου πρόθεση να πω εκείνο είναι το σωστό κι εκείνο το λάθος. Όπως σε όλη τη σοβαρή λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, δεν παίρνουμε θέση, δεν πρόκειται για ιστορικό βιβλίο ή δοκίμιο, αλλά για καλλιτεχνικό έργο με φαντασία, με πραγματικότητα.

Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι ότι στο βιβλίο αυτά που αφηγείται ο σεναριογράφος είναι στο μέγιστο ποσοστό πραγματικά γεγονότα, δηλαδή έχουν συμβεί.

ΠτΘ: Υπάρχουν βιώματα σχετικά δικών σας ανθρώπων που σας τα έχουν μεταφέρει;

Φ.Λ.:
Ναι, υπάρχουν μερικά βιώματα και από δικούς μου ανθρώπους, αλλά τα περισσότερα είναι ανθρώπων που συνάντησα ή διάβασα τα βιβλία τους. Είναι αληθινά βιώματα και από τις δύο πλευρές και από τη μεριά του κυβερνητικού στρατοπέδου, αλλά και από τη μεριά του δημοκρατικού στρατού, δηλαδή των αριστερών.

ΠτΘ: Θεωρείτε ότι τα χρόνια που μεσολάβησαν από τον Εμφύλιο μέχρι σήμερα είναι αρκετά για να μπορέσουμε να διαβάσουμε την ιστορία κι από τις δύο πλευρές;

Φ.Λ.:
Νομίζω ότι αργήσαμε λιγάκι, γιατί αυτή η περίοδος συνιστά μία από τις μαύρες τρύπες της ιστορίας μας. Έχουμε και παλαιότερα μαύρες τρύπες, τις οποίες αποφεύγουμε ν’ αγγίξουμε, όπως και αυτή την περίοδο, εκτός από ελάχιστους ιστορικούς τελευταία οι οποίοι ασχολούνται σαν επιστήμονες. Τα σοβαρά ιστορικά βιβλία γι’ αυτή την περίοδο είναι ελάχιστα. Είναι γεγονός ότι ποτέ δεν είναι αργά κι αξίζει τον κόπο να στρέψουμε το βλέμμα για να δούμε τι έγινε, γιατί τα τραύματα υπάρχουν ακόμη.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι είμαστε σε μια εποχή συμβιβασμών και αναφορικά μ’ εκείνα τα γεγονότα γίνονται πολλές φορές συμψηφισμοί;

Φ.Λ.:
Δε θα ’λεγα συμβιβασμών γιατί η σκέψη και η ανθρωπότητα δεν προχωράει με συμβιβασμούς, αλλά με ποιοτικές αλλαγές και μπορεί αν έχουμε τη γνώση της ιστορίας να προχωρήσουμε και σε ποιοτικές αλλαγές, αλλά χρειάζεται η γνώση κι όχι η φαντασίωση της ιστορίας γιατί ζούμε ως λαός περισσότερο με τη φαντασίωση παρά με τη γνώση.

ΠτΘ: Εννοείτε την αρχαιολατρία;

Φ.Λ.:
Όλα αυτά, τη διαχρονικότητα, το βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού. Όλα αυτά είναι μια φαντασίωση που μας αρέσει περισσότερο από τη γνώση κι αυτό το πληρώνουμε ακριβά.

ΠτΘ: Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες δεν κατέχουν την παιδεία στην ουσία της;

Φ.Λ.:
Την ιστορία όχι και δεν είναι βέβαια οι μόνοι, αλλά σε σχέση με τους Ευρωπαίους είναι πολύ πίσω, γιατί δεν τους αρέσει να μάθουν τι έγινε στην πραγματικότητα τις προηγούμενες εποχές.

ΠτΘ: Γι’ αυτό και πολλές φορές διαβάζουμε την ιστορία μας μέσα από κείμενα ιστορικών κι ερευνητών Βρετανών, Γάλλων κ.ά;

Φ.Λ.:
Κι αυτό συμβαίνει, αλλά και των Ελλήνων τα βιβλία που βγαίνουν και είναι σοβαρά, καθότι τα τελευταία 30 χρόνια έχουμε μια φουρνιά πολύ σοβαρών σε διεθνές επίπεδο ιστορικών, επαγγελματιών και με εργαλεία της επιστήμης, τα οποία επίσης δεν είναι διαδεδομένα, λίγοι τα γνωρίζουν και κυρίως μεταξύ τους στα συνέδρια.

ΠτΘ: κ. Λαμπρινέ, σας ευχαριστώ πολύ.

Φ.Λ.:
Κι εγώ.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.