Η μοιρα μας μια μουσικη διαδρομη
«Το δίκιο και το όμορφο κάποια στιγμή ξεγλιστρά μέσα από τις βρωμιές και τις λάσπες και αρχίζει και φαίνεται και λάμπει», υποστηρίζει ο συνθέτης και τραγουδιστής Άγγελος Σκορδίλης, που πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το νέο του CD «Διαδρομή». Μια μουσική διαδρομή, ένα ταξίδι ζωής που ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στην Αίγινα. Ένα ταξίδι ενός ανθρώπου που δεν μασά τα λόγια του που αγωνίζεται και προσπαθεί να κρατήσει τις αξίες του…
Άγγελος Σκορδίλης όμως…
ΠτΘ: Ποιος είναι ο Άγγελος Σκορδίλης;
Α.Σ.: Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσα και έζησα εκεί μέχρι τα 25 μου χρόνια. Από το 1985 και μετά μένω στην Αθήνα. Τα χρόνια στη Θεσσαλονίκη ήταν σχετικά δύσκολα, ειδικά για το είδος και το στυλ της μουσικής το δικό μου, του ελληνικού και ξένου ροκ. Την περίοδο εκείνη ασχολούμασταν με το ξένο ροκ, γεγονός που με ανάγκασε από μικρή ηλικία να παίζω σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, πολλές φορές πήγαινα κατευθείαν σχολείο. Τελείωσα το 1977 το εξατάξιο γυμνάσιο ήδη όμως από το 1973 περίπου, αφού είχα μάθει κλασική κιθάρα και μετά, ασχολήθηκα με την ηλεκτρική. Είχα αρχίσει να σπουδάζω μουσική, αλλά και να δημιουργώ μουσικά συγκροτήματα, όπως οι «Albatros». Επίσημα πήγα στο Κρατικό Ωδείο, έκανα αρμονία, ενοργάνωση, ενορχήστρωση, φούγκα κ.λπ. στρατεύτηκα και επέστρεψα Θεσσαλονίκη. Εργαζόμουν σε διάφορα νυκτερινά κέντρα ως ενορχηστρωτής και ως κιθαρίστας πλάι σε μεγάλα ονόματα και του λαϊκού και του μοντέρνου χώρου, για παράδειγμα με το Τζίμυ Μακούλη, την Καίτη Γκρέυ με πολλούς.
Το 1985 κατέβηκα στην Αθήνα με ένα πακέτο τραγουδιών. Συνεργάστηκα με το Λουκιανό Κηλαϊδόνη, σαν κιθαρίστας, και το Γιάννη Μηλιώκα, για δύο χρόνια περίπου, ώσπου να κάνω την πρώτη μου δισκογραφική δουλειά. Η δισκογραφική μου αυλαία δεν άνοιξε με ένα προσωπικό δίσκο, αλλά με ένα δίσκο συμμετοχής που τότε μου έδωσε φτερά. Ήταν η ταινία «Νοκ άουτ» στην οποία παίζω και σαν ηθοποιός, αλλά και στο σάουντρακ. Παρέα μου οι αείμνηστοι Παύλος Σιδηρόπουλος και Βλάσης Μπονάτσος, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Μαρία Αριστοπούλου. Φτιάξαμε το «Νοκ άουτ» σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου και με σκηνοθέτη τον Παύλο Τάσσιο. Καταξιωμένη ταινία, πήρε πέντε βραβεία, μεταξύ των οποίων και το πρώτο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε ο πρώτος μου δίσκος με τίτλο που τότε έκανε εντύπωση: «Τι κούραση να ξεκουράζεσαι». Στο δίσκο είχα και ένα κομμάτι με το οποίο συμμετείχα και σε ένα άλλο δίσκο, το «Φευγάτη», αφιερωμένο σε μία φίλη, η οποία δυστυχώς βρήκε άδοξο θάνατο από ναρκωτικά και κάναμε το δίσκο «Στο δρόμο για την Ιθάκη», γνωστός δίσκος στην εποχή του. Πούλησε πολλές χιλιάδες αντίτυπα έγινε μιάμιση φορά πλατινένιος, τότε που το αληθινό νούμερο του χρυσού ήταν 50.000 και του πλατινένιου 100.000, σήμερα βέβαια και με 5.000 κάνεις χρυσό. Αυτό ήταν το τραγούδι με το οποίο καταξιώθηκα. Ακολούθησαν και άλλες δουλειές.
ΠτΘ: Το ροκ εξακολουθεί και σήμερα να δίνει τα ίδια μηνύματα, είναι το ίδιο επαναστατικό;
Α.Σ.: Εξαρτάται από τους ανθρώπους που το πρεσβεύουν και κατά πόσο το πιστεύουν. Υπάρχουν άνθρωποι που το πιστεύουν οι οποίοι, όμως, θα έλεγα ότι είναι στο περιθώριο, έξω από τα πράγματα και υπάρχουν και κάποιοι που βολεύονται.
ΠτΘ: Πόσο εφικτό είναι να συνδυάσει κάποιος τη ροκ με τη βυζαντινή μουσική; Γιατί εσείς το έχετε κάνει αυτό…
Α.Σ.: Η μουσική είναι ένας μεγάλος δρόμος στον οποίο μπορούν να φιλοξενηθούν πολλά και ιδιαίτερα τα παράλληλα βιώματα. Χάρη στην πεντατονική κλίμακα – για να μιλήσουμε μουσικά – που πηγάζει από την Ελλάδα, και συγκεκριμένα από την Ήπειρο, μπορούν να παντρευτούν πολλά είδη, διότι σε αυτήν την κλίμακα στηρίζεται το νέγρικο μπλουζ, και κατ’ επέκταση και το ροκ τη στιγμή που είναι παράλληλο του μπλουζ και εκεί πάνω στηρίζεται όλο μας το δημοτικό τραγούδι και πολλά δημοτικά και λαϊκά τραγούδια πολλών χωρών, όπως της Κίνας της Ινδίας και άλλων χωρών. Από την άλλη, ένας άλλος συνδετικός κρίκος είναι τα ίδια τα παράλληλα βιώματα των λαών και ανθρώπων που πρεσβεύουν αυτά τα πράγματα. Δηλαδή τα ίδια σχεδόν λέει ένας ρεμπέτης δικός μας ή ένας βοσκός με έναν άνθρωπο που ζει στο Μισισιπή και κλαίει τη μοίρα του για κάποια άλλα πράγματα. Θα μπορούσαμε να πούμε και άλλα παράλληλα βιώματα.
ΠτΘ: Με όλα αυτά τα τραγούδια που ακούγονται σήμερα η ποιότητα είναι το μεγάλο ζητούμενο. Πόσο δύσκολο είναι αυτό;
Α.Σ.: Πολύ καλή ερώτηση. Είναι δύσκολο αυτό. Λίγοι άνθρωποι κάνουν αγώνα για να διατηρήσουν την ψυχή τους αγνή μέσα στον κυκεώνα του συστήματος. Γιατί, θέλεις δεν θέλεις, ακόμη και αγνός και καλός να είσαι, αν μπλεχθείς στον κυκεώνα των εταιρειών και στο πώς θέλει αυτή να σε βγάλει και να σε πατρονάρει κάπου, αν όχι σήμερα ή αύριο, όμως κάποια στιγμή κάτι θα κάνεις, κάπου θα σου «βάλουν χέρι». Το πιο χοντρό που μπορούν να σου κάνουν είναι στην ίδια σου την ψυχοσύνθεση και στο εξωτερικό σου λουκ. Επεμβαίνουν δηλαδή σε πράγματα όπως στην ίδια σου την προσωπικότητα.
ΠτΘ: Αν δεν δεχθείς, τίθεσαι εκτός κυκλώματος;
Α.Σ.: Αναγκαστικά ένας γνήσιος άνθρωπος θα τραβήξει το μονοπάτι που εκφράζει την ψυχή του.
ΠτΘ: Σήμερα υπάρχει βιομηχανία τραγουδιού;
Α.Σ.: Πάντα υπήρχε και θα υπάρχει. Και μάλιστα έχω να πω ότι πίσω από τα πειρατικά CD που πουλάνε οι «μαύροι», πίσω από όλη αυτήν την υπόθεση κρύβονται οι δισκογραφικές εταιρείες. Και αυτό το καταγγέλλω ανοιχτά παντού, γιατί ο πρώτος «μαύρος» που θα προσπαθούσε να πουλήσει ένα τέτοιο CD θα βρισκόταν σκοτωμένος σε έναν υπόνομο. Εδώ θίγονται τρελά συμφέροντα. Είναι αδύνατον να πουλάνε έτσι ασύδοτα και μπροστά στα μάτια της αστυνομίας. Είχα καθίσει μία φορά στην Πλατεία Εξαρχείων και μία φορά στην Πλατεία Βικτωρίας και μπροστά στα μάτια μου είχαν πουληθεί σε μισή ώρα περίπου 200 CD! Φανταστείτε λοιπόν πόσα πουλιούνται σε ένα χρόνο σε όλη την Ελλάδα.
ΠτΘ: Και εσείς ως καλλιτέχνες τι κάνετε γι’ αυτό το θέμα;
Α.Σ.: Άλλη μία καλή ερώτηση. Εκεί εντοπίζεται το θέμα του κατά πόσο γνήσιος είναι ο άλλος και κατά πόσο όχι. Με τους γνήσιους, επειδή αποτελούν μια μικρή μειοψηφία και η φωνή τους δεν θα ακουσθεί, συμβαίνει το εξής: πολλοί καλλιτέχνες συμφωνούν και οι ίδιοι αναπαράγουν αυτό το πράγμα και έρχονται και σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους για να βρεθεί πρώτο το CD εκεί και πολλές φορές πριν την εταιρεία.
Υπάρχει για την εταιρεία το ακριβό λεγόμενο CD, το οποίο κανείς δεν πάει να αγοράσει με 20 ή 25 ευρώ ή έστω με 19, και του οποίου τα έξοδα – για το καλύτερο – δεν είναι πάνω από ένα 1,5 ευρώ. Και για ένα καλούτσικο έως καλό, από την άποψη του περιτυλίγματος εννοώ, είναι γύρω στο 1 ευρώ. Θα μπορούσε λοιπόν να ήταν φθηνότερο και να το έπαιρναν όλοι. Υπάρχει το «ακριβό» CD για την… εφορία, για να δικαιολογούν τα έξοδα. Για παράδειγμα λένε ότι ο άλφα μου πούλησε 1500 CD, έβαλα και εγώ πέντε ή δέκα εκατομμύρια για να κάνω το δίσκο – τα οποία βέβαια είναι ψέματα αισχρά, γιατί ο κάθε καλλιτέχνης σήμερα μόνος κάνει τις δουλειές – και οι εταιρείες έχουν και το άλλο CD, που δεν υπόκειται ούτε στον έλεγχο της εφορίας ούτε της ΑΕΠΙ ούτε του ίδιου του καλλιτέχνη και παίρνει κάποια ψίχουλα ο «μαύρος» που το πουλάει και όλα τα άλλα αυτοί. Κράτος εν κράτει οι εταιρείες.
ΠτΘ: Είστε από τους καλλιτέχνες που διατηρούν το χαμηλό προφίλ τους. Κάνετε δημόσιες σχέσεις;
Α.Σ.: Δημόσιες σχέσεις, όπως αυτές που κάνω μαζί σας, ναι. Έχω φτιάξει ένα dvd όπου έχω εντάξει όλες τις δισκογραφικές δουλειές μου. Πρόκειται για μια δική μου προσπάθεια, για την οποία ήρθα σε επαφή με όλα τα ΜΜΕ της Ελλάδας, γιατί πολλοί άνθρωποι με παίρνουν τηλέφωνο και ζητούν και τους άλλους μου δίσκους τους οποίους δεν βρίσκουν. Δυστυχώς έτσι γίνεται και μόνος μου έκανα αυτόν τον αγώνα. Πήγα στο Μοναστηράκι και βρήκα κάποιους δίσκους μου, μάλιστα κάποιους τους βρήκα με αφιέρωσή μου επάνω σβησμένη, που σημαίνει ότι τους είχα χαρίσει σε παραγωγούς που τον «επέστρεψαν» ή τον πούλησαν εκεί. Ευτυχώς τους βρήκα γιατί δεν τους είχα ούτε εγώ ο ίδιος και από τα βινύλια έφτιαξα όλη αυτή τη δουλειά που έστειλα και σε εσάς. Τέτοιες δημόσιες σχέσεις ναι, αλλά του στυλ να βγούμε για να σας κεράσω πίτσα στο Χίλτον, όχι.
ΠτΘ: Τη συνομιλία μας την προκάλεσα εγώ. Προσωπικά πιστεύω ότι τέτοιου είδους δημόσιες σχέσεις είναι και απαραίτητες στη δουλειά σας για να γνωστοποιηθεί …
Α.Σ.: Είμαι υπέρ και αυτές για μένα είναι δημόσιες σχέσεις. Οι περισσότεροι όμως δεν εννοούν αυτά. Ένα καλλιτέχνη αξιολογότατο τον οποίο θεωρώ κορυφή είναι ο δικός σας Θανάσης Γκαϊφύλλιας, που ποτέ δεν πούλησε αυτό που έκανε, τα παράτησε όλα κι έφυγε.
ΠτΘ: Να μιλήσουμε για το τελευταίο σας CD «Η διαδρομή». Υποδηλώνει κάτι ο τίτλος;
Α.Σ.: Ναι αν εξετάσουμε και τα πρώτα στιχάκια, «Θα κάνω μια διαδρομή/ Σαν του χεριού μου τη γραμμή / Τα μέσα έξω θα γυρίσω / Όλο τον κόσμο να αλωνίσω»… Είναι η τάση που έχω να παίζω για όλο τον κόσμο. Μ’ αρέσει να το κάνω. Μ’ αρέσει η επαφή με τον κόσμο.
ΠτΘ: Συνδυάζοντας κάποιος τα τραγούδια με τον τίτλο και τις φωνές που συμμετέχουν μπορεί να τον εκλάβει σαν ένα ταξίδι μουσικό…
Α.Σ.: Ούτως ή άλλως είναι ταξίδι, γιατί αφού έβγαλα το πέμπτο βινύλιο – «Εγώ είμαι αυτός, εσείς ποιοι είστε;» – απομονώθηκα με την οικογένειά μου στην Αίγινα. Μπορεί να ήμασταν κοντά στον Πειραιά, αλλά ήμασταν απομονωμένοι. Εκεί γνώρισα τη στιχουργό Βικτώρια Τράπαλη και παρέα φτιάξαμε αυτά τα τραγούδια και άλλα τόσα που δεν εκδόθηκαν ακόμα. Έγιναν σε κλίμα τόσο παρεΐστικο, που ακόμη μέσα μας είναι το απόσταγμα της δημιουργίας. Κάθε δυο τρεις ημέρες κάναμε από ένα πάρτι, στο οποίο καλούσαμε φίλους με τους οποίους ψαρεύαμε, παίζαμε μουσική μόνο και μόνο για να γιορτάσουμε το κάθε «παιδί μας», γιατί παιδιά μας είναι τα τραγούδια. Το σημαντικό απ’ όλη αυτή την ιστορία είναι ότι δεν μας ενδιέφερε καν αν αυτά τα τραγούδια γίνουν ποτέ επιτυχίες, αλλά και αν θα φτάσουν στην πόρτα κάποιας εταιρείας. Μας έφτανε που τα δημιουργούσαμε γι’ αυτό και από άκρη σ’ άκρη έχουν μέσα τους τη μυρωδιά των τοπίων της Αίγινας.
ΠτΘ: Ποιοι είναι οι συντελεστές;
Α.Σ.: Πρώτα – πρώτα ν’ αναφέρω την Ελένη Βιτάλη. Ήταν όνειρο ζωής να συνεργαστώ μαζί της. Λέμε το τραγούδι «Κρυφτό». Συνεργάστηκα μαζί της για πρώτη φορά παίζοντας κιθάρα – δεν το θυμάται γιατί έχουν περάσει χρόνια, ήταν το 1976 και ήμουν 17 χρονών – σ’ ένα μαγαζί του Νομού Ημαθίας, στην Αλεξάνδρεια συγκεκριμένα. Ξεκίνησε να τραγουδάει με τη «Ρωμιοσύνη» του Θεοδωράκη. Το είπε με έναν τέτοιον τρόπο, που τότε, πιτσιρικάς, πορωμένος κυριολεκτικά ροκάς, με κατέπληξε και μου έπεσε η κιθάρα από τα χέρια. Δεν είχα ξανακούσει ούτε είχα ξαναδεί τέτοιο φαινόμενο. Από τότε είχε καρφωθεί μέσα στην ψυχή μου η Βιτάλη. Μετά από χρόνια είχαμε συναντηθεί στο δίσκο του Γιάννη Γιοκαρίνη, του συμπατριώτη μου από τη Θεσσαλονίκη, στον οποίο συμμετείχε με ένα τραγούδι και εγώ έπαιζα κιθάρα. Στη συνέχεια η Ελένη Βιτάλη χάθηκε για δικούς της προσωπικούς λόγους. Χρόνια μετά τη βρήκα, την παρακάλεσα, ήρθε και τραγούδησε και πριν τρία χρόνια βγάλαμε ένα δίσκο μαζί, «Τα μονά στολίδια». Για να επιστρέψουμε στη «Διαδρομή» να αναφέρω ότι τραγουδούν ο Σταύρος Λογαρίδης, μεγάλη τιμή για μένα, μεγάλωσα με τις μουσικές τους, ήταν στους «Πολ» μαζί με τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς και τον Κώστα Τουρνά, ο Βασίλης Λέκκας, ένας άνθρωπος καταξιωμένος που τραγούδησε Θεοδωράκη και Χατζηδάκι, η Νατάσσα Πρωτοπαπαδάκη και η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου, φίλες, ο Μάνος Νεόφυτος που είναι και παραγωγός της δουλειάς. Το CD έχει κάποιους μήνες που κυκλοφορεί από την εταιρεία «Καθρέπτης» που είναι μια μικρή εταιρεία, αλλά προσπαθεί, παρόλο τον πόλεμο που δέχεται. Κάτι κάνουμε. Πιστεύω ότι το δίκιο και το όμορφο κάποια στιγμή ξεγλιστρά μέσα από τις βρωμιές και τις λάσπες και αρχίζει και φαίνεται και λάμπει.
ΠτΘ: Και το έχουμε ανάγκη και ως κοινωνία κ. Σκορδίλη, γιατί τα περισσότερα τραγούδια που παρουσιάζονται μέσα από τα ΜΜΕ καμία σχέση δεν έχουν με την ποιότητα…
Α.Σ.: Δυστυχώς, η εποχή μας είναι των μαγκαζίνο, του «τάχα μου τάχα μου», να καλύψουμε την ώρα μας για να έχουμε ακροαματικότητα με κάποιο γνωστό τραγουδιστή. Δείχνω κάποια κατανόηση και εγώ…
ΠτΘ: Και στο μέλλον;
Α.Σ.: Κατ’ αρχήν να είμαι γερός, έχω κάποια τραγούδια υπόψη μου, θα τα βγάλω. Θα καθυστερήσω, γιατί θέλω να «κάτσει» αυτή η δουλειά, «Η Διαδρομή».
ΠτΘ: κ. Σκορδίλη σας ευχαριστούμε πολύ.
Α.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
