Ακαθιστος υμνος…

Tων “Βαγιώνε” χθες, η Μεγάλη Εβδομάδα τρέχει κι εγώ ξωπίσω να προλάβω τη Λαμπρή γευστικά… Από τα ορεινά, φίλος της οικογένειας μού έφερε και φέτος το αρνί. Μαζί κι η πατσά και τα πόδια για τη μαγειρίτσα. Το ψυγείο γεμάτο φρέσκα αυγά, στην Ηλεία με τις πρώτες ζέστες τα κοτερά ξεσαλώνουν. Γάλα και γιαούρτι μετέχουν στην… ιεροτελεστία, τα ντόπια μέλια διαμοιράζονται στα συγγενικά και τα καρύδια του χειμώνα σπάζουν για την καρυδόπιτα. Έχω την αίσθηση ότι όσο μεγαλώνω η Λαμπρή σημαίνει κουζίνα και κατσαρολικά, παρά οργαντίνα και φουρό, λευκά υποδήματα φρεσκαρισμένα με στουπέτσι, ταγεράκια και μαντό. Κι αυτό συμβαίνει επειδή στην οικόσιτη οικονομία που ζω, κάθε σπίτι παράγει, με αυτόματο πιλότο σχεδόν, τα καλούδια της Λαμπρής.

Η Δάφνη της αυλής φούντωσε, κι είχα αρκετά κλαριά για τον μικρό Αη Γιάννη της γειτονιάς που στρώθηκε με τα βάγια. Το πρωί ο ναός μοσχοβόλαγε καθώς οι πιστοί πατώντας πάνω στο «χαλί» των βαγιών βοηθούσαν στη διασπορά του αρώματος.

Μόνη το πρωί στη λειτουργία, ανάμεσα σε μαυροντυμένες και μαντιλούσες αγρότισσες με ρικνό πρόσωπο και στραπατσαρισμένα χέρια από τη δουλειά στο χωράφι, αισθανόμουν σαν τη μύγα μες το γάλα, όπως συνέχεια σχεδόν σ’ αυτό το βουκολικό τόπο που με… όρισε. Αυτές οι κουρασμένες γυναίκες που σταυροκοπιούνται με βιασύνη στο «Πάτερ Ημών», πάντα κάνουν τόπο να περάσω στην εκκλησιά, «καλώς τη γιατρίνα» μου λένε και μου δίνουν το στασίδι τους. Είμαι απλά του «αντρός μου», σκέπτομαι, εδώ και έτερον ουδέν. Όπως κι αυτές άλλωστε, η κυρά Τάκαινα, η Γωγώ του Χοντρονιόνιου, η Δημήτρω του Κουρλαμπά. Ταυτότητα «δόγμα» σχεδόν, αυτή η πτυχή της ανθρωπολογίας στον τόπο.

Κολλητά στο ναό το κοιμητήριο, κι εκεί, μετά τη λειτουργία, ένα μελίσσι μαυροφορεμένο παστρεύει τα μνημεία, σαπουνίζει τα μάρμαρα, ξεχορταριάζει την αγριάδα και γεμίζει τα ανθοδοχεία με κρίνα, φρέζες, τριαντάφυλλα και γεράνια.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα τα κοιμητήρια λάμπουν. Είναι που τη Μ. Παρασκευή «γιορτάζουν οι ψυχές», μου έλεγε η Μηνού – γυναίκα του Μηνά- που πέθανε από την «παλιαρρώστεια’ πριν δυο χρόνια.

Κι εγώ ανάμεσα στις μαντίλες, ασκεπής, αν και το κοιμητήριο δεν έχει κανένα «δικόνε μου». Η μάνα ξεκουράζεται στην Αλεξανδρούπολη, στα νέα μνήματα, πολύ μακριά από τον τόπο μου… «Δεν έχει να κάνει» μου λέει η Μηνού, «άναψε ένα σβηστό καντηλάκι σε κάποιον εδώ και πες: “Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα… Το ίδιο είναι…».

Ανάβω καντήλες με δανεικό λάδι σε μνήματα παρατημένα εδώ και χρόνια. Κανείς δεν τους ξέρει, σβησμένες επιγραφές και χρονολογίες, σκουριασμένα κάγκελα κι αγριάδα που πνίγει το τελευταίο ίχνος ζωής κάτω από το μνήμα… Ούτε η Μηνού τούς ξέρει παρά το γεγονός ότι «πηγαινόρχεται» στο κοιμητήριο εδώ και χρόνια. «Πού να τους ξέρω ούλους παιδάκι, ούλοι εδώ φευγάτοι ήσαντε… Αθήνες, Αυστραλίες και Κάναδας…», μου λέει.

Μεγάλη Εβδομάδα, λοιπόν, γιορτή ή πένθος, το ίδιο είναι… Όλα μπερδεύονται γλυκά σ’ αυτή την ιεροτελεστία της Άνοιξης, της τόσο δεμένης στην Ελλάδα με την Ορθοδοξία! Αυτή που βίωσα μικρή στον Αη Λευτέρη, στον Αη Νικόλα κι ύστερα στην Αγία Κυριακή… Με «αστούς» πιστούς, που δεν φορούσαν μαντήλι στο κεφάλι, παρά περίτεχνα τυρμπάν, όμορφα καπέλα και οι βαρυπενθούσες διάφανες πλερέζες… Με οργαντίνα, μουσελίνα, ταφτά και γόβες στιλέτο, αγορασμένες από του… Μπολιάκη!

Ψάχνοντας να ορίσω τις διαφορές, σταματώ στην ένδυση και την υπόδηση των τόπων… Κι οι λέξεις όμως νοηματοδοτούν τις διαφορές… «Κοιμητήρια» οι νεκροπόλεις στην Ηλεία, «Μνήματα» στη Θράκη, «Νεκροταφεία» στο κλεινόν άστυ. Αλλού “κοιμούνται”, αλλού “μνημονεύονται” κι αλλού θάβονται οι νεκροί μας…

Προτιμώ τον πρώτο ορισμό… «Κοιμούνται», άρα υπάρχουν, άρα «ξεκουράζονται», άρα ο τόπος τους έχει ρόλο και προορισμό!

Μεγάλη Εβδομάδα… Για την Ανάσταση έβγαλα από τη ναφθαλίνη ένα λινό λευκό ταγιέρ… Ταιριάζει με το μαύρο των γυναικών του Αη Γιάννη. Για να μην είμαι «σαν τη μύγα μες το γάλα». Να συνταιριαχτώ με την κοινότητα επιτέλους… Που έχοντας συνείδηση των προορισμών της, αντιγράφει τη γη αυτόν τον καιρό, μόνο στο στολισμό του Επιτάφιου.

Από τους κήπους των γυναικών πάλι τα άνθη, φερμένα σε κανίστρες, αυτές που πωλούν οι γύφτοι. Τις φτιάχνουν από τις αλυγαριές που οργιάζουν στις γράνες και τα λαγκαδάκια των αποστραγγιστικών.

Με μία γλώσσα κι ένα τυπικό, πλασμένα από χώμα, το υγρό της Ηλείας, «γλίνα» το λένε εδώ γιατί γλιτσιάζει-λασπώνει και γονιμοποιεί ρόλους και φύλα! Οι άνδρες -οι «μαύροι» είναι κουρασμένοι… Παλεύουν ολοένα αυτήν την εποχή με τα καρπούζια και την πατάτα…

Κι εγώ με τη γραφή, υποστηρίζω, που σπορίζει με τις απλές και αληθινές προσλαμβάνουσες του τόπου… Με κώδικες τιμής και καρτερίας. Μια συμφωνία – ένα Deal… Στην αυλή μου το απομεσήμερο βγαίνει αηδόνι… Το απολαμβάνω καπνίζοντας το απογευματινό τσιγάρο. Ένας ακάθιστος ύμνος η μουσική του, σαν αυτόν που θυμάμαι από τον νεαρό Παταπάτη, τον ψάλτη, στον Αη Νικόλα της Αλεξανδρούπολης…

Ελένη Σκάβδη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.