«Χρονοι δισεκτοι και μηνες οργισμενοι – Προσφυγες της χαμενης Ανατολης»

«Χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι – Πρόσφυγες της χαμένης Ανατολής» τιτλοφορείται το ιστορικό αφήγημα του Γεωργίου Ε. Μάνου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ερωδιός. Πρόκειται για μια καταγραφή των βιωμάτων και των διηγήσεων των ανθρώπων της προσφυγιάς που εγκαταστάθηκαν στο χωριό «Νέα Δήμητρα» του Κιλκίς. Πρόσφυγες από τις Μέτρες, χωριό της περιοχής της Τσατάλτζας και από τους Επιβάτες της Προποντίδας μεταφέρουν μέσα από την καταγραφή του συγγραφέα με τρόπο ανεπανάληπτο τον πολιτισμό, τα ήθη και έθιμα, αλλά κυρίως τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που έζησαν. Όλα αυτά στη ντοπιολαλιά των προσφύγων από τη Θράκη.

Όπως σημειώνει ο ίδιος συγγραφέας στον πρόλογό του «πρόκειται για μια κατάθεση ψυχής, μα και για μια απόδοση χρέους στους ανθρώπους που η μοίρα τους επιφύλαξε τη σκληρή δοκιμασία της προσφυγιάς. Η προσπάθεια κράτησε συνολικά εννιά χρόνια. Ήτανε ένα μοναδικό ταξίδι στο χθες, που μου χάρισε ανεπανάληπτες στιγμές, πρωτόγνωρα συναισθήματα και φοβερές συγκινήσεις. Γέλασα, ήπια, χόρεψα, λυπήθηκα, έκλαψα, θύμωσα, αγανάκτησα. Με λίγα λόγια αποζημιώθηκα».

Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου ο παππούς Χρύσανθος που ξετυλίγει τη ζωή του παράλληλα με όσα μεγάλα συμβαίνουν γύρω του την περίοδο 1890 – 1924.

Σήμερα ο ΠτΘ συζητά με το συγγραφέα του βιβλίου Γεώργιο Μάνο, που βρέθηκε στην πόλη μας με αφορμή την ορκωμοσία του γιου του Μανώλη. Να σημειωθεί ότι ο κ. Γεώργιος Μάνος σπούδασε Γεωπονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται στην Αγροτική Τράπεζα

ΠτΘ: Πώς προέκυψε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου;

Γ.Μ.:
Ήταν μια ιδέα που με απασχολούσε από παιδί. Όλα τα ακούσματα που είχαμε στο σπίτι με έκαναν να θέλω να γράψω. Εμείς δεν μεγαλώσαμε με παραμύθια αλλά με ιστορίες πραγματικές. Αυτά ήταν τα παιδικά ακούσματα. Από το λέγε – λέγε αρχίσαμε να τα ζούμε κιόλας. Κάθε φορά που η γιαγιά ή ο παππούς άρχιζαν να αφηγούνται κάτι εμείς ήδη το ξέραμε και πολλές φορές τους διορθώναμε. Αυτά όλα είχαν συσσωρευτεί. Το λάθος ήταν ότι αυτή η προσπάθεια δεν ξεκίνησε πιο νωρίς, γιατί θα υπήρχε περισσότερο υλικό, όχι μόνο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, αλλά θα διασώζαμε περισσότερα πράγματα. Ο καθένας από αυτούς τους ανθρώπους κουβαλούσε μια ιστορία και όλοι μαζί την ιστορία του τόπου τους. Φεύγοντας ο καθένας έπαιρνε και ένα κομμάτι από αυτή την ιστορία. Όταν αποφάσισα να ξεκινήσω αυτή την προσπάθεια διαπίστωσα ότι σε λίγο καιρό δεν θα υπήρχε κανείς για να μας τα διηγηθεί και πήρα και εγώ ένα μαγνητόφωνο και άρχισα να καταγράφω τη ζωή όσων ανθρώπων ήταν στη ζωή.

ΠτΘ: Πόσο χρόνο χρειαστήκατε για να συγκεντρώσετε το υλικό;

Γ.M.:
Ίσως φανεί παράξενο αλλά περίπου εννέα χρόνια με μια καθημερινή ενασχόληση και προσπάθεια γύρω στις τρεις με τέσσερις ώρες μέσο όρο κάθε μέρα. Ίσως αυτό να μη φαίνεται μέσα από το βιβλίο και κάποιος διαβάζοντάς το να θεωρεί αυτονόητο ότι προέκυψε πολύ απλά. Δεν είναι όμως έτσι. Πρώτον έπρεπε να καταγραφούν οι προσωπικές ιστορίες, οι οποίες έπρεπε να ενταχθούν μέσα σε ένα πραγματικό ιστορικό πλαίσιο, διότι αυτοί οι άνθρωποι ζήσανε κάποια γεγονότα στην αυλή τους χωρίς όμως να γνωρίζουν ποιο πραγματικό ιστορικό γεγονός ζούσαν. Ήρθαν οι Βούλγαροι το 1912 στην Ανατολική Θράκη, τους έβλεπαν στα σπίτια τους, στην αυλή τους, συναναστρέφονταν με αυτούς αλλά δεν μπορούσαν να ξέρουν, επειδή και οι περισσότεροι ήταν αγράμματοι, ότι ζούσαν τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των τεσσάρων βαλκανικών κρατών, που είχαν χωρίσει σε ζώνες τις διάφορες περιοχές και ότι η κάθε χώρα είχε αναλάβει να αντιμετωπίσει τον Οθωμανό σε μια περιοχή. Επομένως η προσωπική ιστορία έπρεπε να ενταχθεί στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο και αυτό δεν ήταν τόσο απλό. Έπρεπε να διασωθούν λαογραφικά στοιχεία, οι παραδόσεις τους και το δυσκολότερο η γλώσσα.

ΠτΘ: Στο βιβλίο χρησιμοποιείτε τη ντοπιολαλιά της περιοχής…

Γ.Μ.:
Ναι όχι όμως στην αυτή καθεαυτή καθαρή της μορφή, γιατί αν προχωρούσα περισσότερο θα ήταν πολύ δύσκολο το βιβλίο να το διαβάσει κάποιος και να το κατανοήσει. Αν είχα κόψει τις καταλήξεις, κάτι που συνηθίζουμε και σήμερα, δεν θα ήταν εύκολο να το κατανοήσει κανείς. Γεγονός όμως είναι ότι διατηρεί την πρωτογενή γλώσσα σε μεγάλο βαθμό.

ΠτΘ: Η οποία βέβαια διαφέρει από αυτή που μιλάνε στην περιοχή μας οι προερχόμενοι από την Ανατολική Θράκη…

Γ.Μ.:
Θα πρέπει να πούμε ότι η γλώσσα δεν ήταν η ίδια ακόμη και μεταξύ των γειτονικών χωριών, διότι οι άνθρωποι δεν είχαν μεγάλη επικοινωνία εκείνα τα χρόνια. Η γλώσσα που καταγράφω είναι αυτή που επικρατούσε στα χωριά πέριξ της Κωνσταντινούπολης και εν μέρει και της Κωνσταντινούπολης των απλών ανθρώπων. Υπήρχε τότε μεγάλη επικοινωνία των χωριών με την Κωνσταντινούπολη. Εκεί πήγαιναν και ψώνιζαν και εκεί πούλαγαν τα προϊόντα τους. Τα τραγούδια, τα ήθη και έθιμα, οι παραδόσεις ήταν περίπου ίδια με αυτά της Κωνσταντινούπολης. Διαφέρουν πολύ από αυτό που σήμερα ακούμε στη θρακιώτικη μουσική ή στα θρακιώτικα τραγούδια. Αυτή η μουσική που ακούμε σήμερα είναι της Δυτικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμυλίας, είναι η μουσική που ακούγονταν μέχρι την περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών και των Μαλγάρων. Από εκεί και μετά είχαν άλλες παραδόσεις. Ήταν πιο κοντά στο Βόσπορο, στη Μικρά Ασία, στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρχαν και δάνεια λαογραφικά, πολιτιστικά και γλωσσικά. Οι άνθρωποι με τα καραβάκια από την Προποντίδα πήγαιναν στην Κωνσταντινούπολη. Όταν λέγανε πάμε να ψωνίσουμε εννοούσαν θα πάμε στην Κωνσταντινούπολη, όχι όμως μόνο για ψώνια, γιατί άκουγαν, έβλεπαν, έφερναν στο χωριό κάτι που τους άρεσε και σιγά –σιγά γινόταν όσμωση. Γι’ αυτό και πολλά λέγονται ως Θρακιώτικα και κάποιοι για παράδειγμα από την Ανατολική Ρωμυλία δεν τα καταλαβαίνουν.

ΠτΘ: Οι κάτοικοι του χωριού σας ήταν πρόσφυγες από τον ίδιο τόπο;

Γ.Μ.:
Στο χωριό που γεννήθηκα στο «Νέο Γυναικόκαστρο» όπως λέγεται σήμερα, τότε το είχαν ονομάσει «Νέα Δήμητρα», εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τέσσερα χωριά γειτονικά τα οποία βρίσκονταν έξω από την Κωνσταντινούπολη στην περιοχή της Τσατάλτζας. Παρότι ήταν γειτονικά χωριά εν τούτοις οι τέσσερις οικισμοί που είναι στο χωριό στα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι ότι είχαν διαφορετικό γλωσσικό ιδίωμα, όχι με μεγάλες διαφορές βέβαια.

ΠτΘ: Καταγράψατε και τα τέσσερα γλωσσικά ιδιώματα;

Γ.Μ.:
Δεν έχω χωρίσει το βιβλίο κατά περιοχή. Έχω χρησιμοποιήσει ένα ιδίωμα το οποίο προσπαθεί να συγκεράσει και τα τέσσερα ιδιώματα που επαναλαμβάνω δεν είχαν μεγάλες διαφορές.

ΠτΘ: Σήμερα μιλιούνται αυτές οι ντοπιολαλιές;

Γ.Μ.:
Ορισμένοι ηλικιωμένοι που έχουν μείνει στο χωριό ακόμη τη χρησιμοποιούν. Βέβαια η γλώσσα έχει εξελιχθεί και αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών των ανθρώπων βγήκαν έξω και έφεραν άλλες λέξεις, είναι και η τηλεόραση η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο ακόμη και στους ηλικιωμένους ανθρώπους.

ΠτΘ: Πέρα από τη γλώσσα ποια είναι τα άλλα στοιχεία του βιβλίου που θελήσατε να διασώσετε;

Γ.Μ.:
Η γλώσσα είναι το ένα στοιχείο του βιβλίου που έγινε μια προσπάθεια να διασωθεί. Το δεύτερο ήταν λαογραφικά στοιχεία και στοιχεία της παράδοσης, το τρίτο αφορά στην ιστορία. Δυστυχώς την ιστορία δεν τη μάθαμε στο σχολείο. Από την ιστορία προκύπτει ότι τα γεγονότα που έζησαν οι δικοί μας άνθρωποι, τα έζησαν στην ουσία όλοι οι Έλληνες της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γιατί ήταν ενταγμένα μέσα σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που ακολουθούσαν οι Τούρκοι σε όλες τις περιοχές, είτε στην Ανατολική Θράκη, είτε στον Πόντο, είτε στην Καππαδοκία. Γι’ αυτό και θεώρησα σκόπιμο να εντάξω μέσα στο βιβλίο και κομμάτια της ιστορίας και αυτών των περιοχών, πάλι με τη μορφή της αφήγησης. Ακόμη και τη γενοκτονία των Αρμενίων που και αυτοί ήταν ενταγμένοι μέσα στο ίδιο σχέδιο, «ένας λαός, μια γλώσσα, μια θρησκεία, η Τουρκία στους Τούρκους». Κάτω από αυτό το σχέδιο, από αυτή τη λογική έγιναν όσα έγιναν στην Οθωμανική αυτοκρατορία το 1908 και κυρίως από το 1913 και μέχρι το 1922, οπότε έγινε και η μεγάλη καταστροφή και η αναχώρηση των Ελλήνων.

ΠτΘ: Ξεκινάτε με τη γέννησή σας στο βιβλίο. Θέλετε να περάσετε κάποιο μήνυμα με αυτό το στοιχείο;

Γ.Μ.:
Μερικές φορές τίθεται το θέμα τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας. Απλά θεώρησα ότι αυτός ήταν ένας τρόπος πιο εύκολος για να ξεκινήσω και σιγά –σιγά να βάλω τον αναγνώστη σε κάποια θέματα που ήθελα. Το ότι γεννιέται ένα βιβλίο ή μια ιστορία με το γεννιέται ένα παιδί, συνέπεσε. Δεν ήταν αυτός ο αρχικός στόχος.

Μέσα στην εισαγωγή περνά αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης, γιατί αποτελεί μία εισήγηση αυτών που θα ακολουθήσουν. Αναφέρονται τα γεγονότα με πολύ λίγες λέξεις και φθάνουμε την ώρα που γεννιέται ο συγγραφέας, ο οποίος είναι τρίτη γενιά προσφύγων.

ΠτΘ: Εντυπωσιακός επίσης είναι ο παραλληλισμός του παππού σας με τον Τούρκο ανταλλαγέντα.

Γ.Μ.:
Ο παππούς μου πίστευε ότι ανεξάρτητα από ό,τι υπέστησαν οι Έλληνες το υπέστησαν από μια εξουσία σκληρή. Δεν είχε όμως συμμετοχή ο απλός κόσμος. Πίστευε ότι και οι Τούρκοι υπέστησαν τα ανάλογα όσοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα. Υπήρχαν Τούρκοι που έζησαν πέντε και έξι γενιές εδώ και ήταν άνθρωποι αυτού του τόπου. Όταν αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ήταν και αυτοί πρόσφυγες που ζούσαν το ανάλογο δράμα. Όταν πήγαν κάποιοι Έλληνες στα χωριά που εγκατέλειψαν και βρήκαν Τούρκους πρόσφυγες από τη Θεσσαλονίκη και από την Ήπειρο μιλούσαν ελληνικά ακόμη και τα εγγόνια τους.

ΠτΘ: Έχετε επισκεφτεί τα χωριά που άφησαν οι δικοί σας;

Γ.Μ.:
Είχα σκοπό να πάω αλλά όταν αποφάσισα να γράψω αυτό το βιβλίο είπα ότι πρώτα θα το τελειώσω και μετά θα πάω. Γιατί και στην Κωνσταντινούπολη που πήγα, και στη Σμύρνη, και σε άλλες περιοχές ξεθώριασε η εικόνα αυτή που είχα σχηματίσει μέσα από τις διηγήσεις του παππού. Ήθελα να τα καταγράψω ανεξάρτητα αν αυτές οι περιγραφές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα , ήταν όμως αυτές οι περιγραφές που εγώ είχα σχηματίσει. Διάβαζα πρόσφατα για τα παράλια της Προποντίδας, όπου ήταν και ένα από τα χωριά που περιγράφω οι Επιβάτες, μεγάλο χωριό με πολιτιστική ανάπτυξη και σχολεία που εκτός από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη δεν υπήρχαν πουθενά αλλού, ότι δεν θυμίζουν σε τίποτα με εκείνο που άφησαν οι παππούδες μας. Η ενδοχώρα ίσως διατηρείται, γιατί εκεί δεν υπάρχει κίνητρο κέρδους και πολλά σπίτια παραμένουν στην κατάσταση που τα βρήκαν οι Τούρκοι πρόσφυγες όταν τα εγκατέλειψαν οι δικοί μας. Αυτή η εικόνα λοιπόν που είχα σχηματίσει με τις αφηγήσεις των παππούδων δεν ήθελα να χαλάσει.

ΠτΘ: Σας ευχαριστούμε πολύ.

Γ.Μ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.