Θαλασσινο ταξιδι στην Ανατολη

Πολλοί λογοτέχνες προσέγγισαν κατά καιρούς τη θάλασσα, πιάστηκαν από τους θρύλους και τις γοργόνες της, τα στοιχειά και τα ξωτικά της, τα πάθια και τις χαρές της για να μας δώσουν διηγήματα και μυθιστορήματα αξεπέραστου λόγου και αξίας. Ας θυμηθούμε «Τα λόγια της πλώρης» του Καρκαβίτσα ή ακόμα και τον «Μέγα Ανατολικό» του Εμπειρίκου.

Σήμερα ωστόσο το βήμα της στήλης παραχωρείται σε έναν λογοτέχνη που γνωρίζει τη θάλασσα εκ των έσω και ίσως καλύτερα από όσο ένα πνεύμα μπορεί να συλλάβει. Την έχει αγγίξει, τον έχει πονέσει και του έχει προσφέρει ανείπωτες συγκινήσεις… Υπήρξε ο ίδιος ναυτικός. Είναι ο Μανώλης Ροδανάκης, που με την επιμέλεια των εκδόσεων «Καλέντης» μας χάρισε το βιβλίο του «Στα λιμάνια του κόσμου».

Με γραφίδα ανάλαφρη και διεισδυτική συνάμα, με οίστρο και βιωμένες εμπειρίες στο ενεργητικό του ο Μανώλης Ροδανάκης ξεδιπλώνει το λογοτεχνικό του λόγο για να μας δώσει ένα αξιομνημόνευτο απόσταγμα γραφής. Η λογοτεχνική του παραγωγή αριθμεί πέντε ακόμα ναυτικά έργα καθώς και τρία γραμμένα στη Σητειακή διάλεκτο.

«Προκλητική του άγνωστου η γοητεία…» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Προκλητική αφόρμηση για ανάγνωση η εξομολόγηση του συγγραφέα ότι «στην πάλη με την απρόβλεπτη οργή της θάλασσας γιγαντώνεται το πάθος για τη νίκη της ζωής, η πίκρα του αποχωρισμού και η μεθυστική έκρηξη του νόστου». Το ταξίδι στη θάλασσα και στα μέρη που αυτή σε οδηγεί είναι πάντα ένα όνειρο. Και πού ξέρετε, ίσως είναι το όνειρο του καθενός μας για το δικό του απωθημένο ταξίδι…

Καλή ανάγνωση…

Α.Χ.

Τυφώνας «Εβίτα»

Απαλλαγμένοι από δεσμούς και φορτωμένοι με τις ευθύνες της δύσκολης δουλειάς, στρέψαμε την προσοχή στο άμεσο αύριο. Εξερευνούσαμε προβληματισμένοι τα σύνορα του ορίζοντα της απέραντης θάλασσας.

Διακρίναμε τον κίνδυνο που παραμόνευε ανάμεσα σε δύο ωκεανούς, με ένα καράβι που δεν μπορούσε να σαβουρώσει αρκετά. Σαν φελλός επιπλέων καταντούσε έρμαιο συνηθισμένων κυμάτων.

Ο καιρός δεν άργησε να δείξει τα δόντια του. Μας παγίδεψε, δεν ξεγελαστήκαμε. Τα αποθέματα αισιοδοξίας κράτησαν λίγες ώρες. Το βαρόμετρο έγνεφε αδιάκοπα προς τα χαμηλά του σύνορα, επιβεβαιώνοντας πως το άψυχο όργανο έκανε αλάθητη την ανθρώπινη γνώση. Τα δελτία που έδιναν οι παράκτιοι μετεωρολογικοί σταθμοί ανάφεραν τον κυκλώνα «Εβίτα» με επίκεντρο τις Φιλιππίνες. Την ίδια ώρα, όλη η περιοχή της κεντρικής Άπω Ανατολής ταραζόταν από έντονα καιρικά φαινόμενα.

Πρόβλεψη και ετοιμότητα είναι απαραίτητα στοιχεία για να ξεπεραστούν τα δύσκολα της θάλασσας. Τώρα ήταν αργά, τίποτε δεν ωφελούσε. Κολυμπούσαμε σε σκοτεινά νερά. Να γυρίσουμε πίσω; Ποτέ!

Οι παλιοί ποντοπόροι που ταξίδευαν σχεδόν στα τυφλά σ’ αυτές τις θάλασσες παρατήρησαν πως, όταν πέφτει η ατμοσφαιρική πίεση κατά ένα εκατοστό της κλίμακας Πασκάλ, η επιφάνεια της θάλασσας φουσκώνει κατά ένα εκατοστό του μέτρου. Αυτός ο «μικρός» πόντος φαίνεται αμελητέος μέσα στον ωκεανό, αλλά η δύναμη που προκαλεί την ανύψωσή του είναι αβυσσαλέα. Ο ρόλος του σημερινού ναυτίλου είναι να συμβουλεύεται το Αλμανάκ, να υπολογίζει τα ρεύματα, να μελετά τα δελτία. Οιωνοσκόπος των φυσικών διαταραχών, παρατηρεί σε βάθος τα φαινόμενα. Καθώς κουμπασάρει τα μετεωρολογικά στοιχεία σιγομουρμουρίζει:

«Καπεταναίου στο αγριοκαίρι

με τον εξάντα στο χέρι

να κυνηγούν το αστέρι.

Καταλαγιάζει τ’ αγέρι

Κι ένα λευκό περιστέρι

Μπουνάτσα πάλι θα φέρει»

Δύο μέρες πριν ξεκινήσουμε για το ταξίδι του γυρισμού, εκδηλώθηκε έκρηξη ηφαιστείου στη νότια νησιωτική Ιαπωνία. Οι τηλεοράσεις έδειχναν τρομακτικές καταστροφές, με πολλά ανθρώπινα θύματα. Η λάβα, φουσκωμένο πορφυρό ποτάμι, ανάγκασε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ο ουρανός σε πολλά χιλιόμετρα γέμισε στάχτες. Καταστάλαξαν και σκέπασαν την πλάση, σαν σάβανο την ώρα της θείας δίκης. Ο αέρας σκορπούσε τη φρικτή μυρωδιά καμένου θανάτου, λες κι έφτασε η στερνή μέρα του κόσμου. Κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των ανθρώπων σε θεούς και δαίμονες.

Οι σεισμολόγοι πρόβλεψαν ακόμη μεγαλύτερους σεισμούς. Ρίσκαραν κι εκκένωσαν πληθυσμούς από αρκετές περιοχές. Οι προβλέψεις τους επιβεβαιώθηκαν και αποδείχτηκαν σωτήριες.

Νοτιότερα, στην Κινεζική θάλασσα και στον ψευδεπίγραφο Ειρηνικό Ωκεανό στοίχειωναν καταχθόνιες θύελλες και ομίχλες που παγίδεψαν καράβια. Πέσαμε σε ακραία φαινόμενα.

Ο καιρός βάραινε κι ασκήμιζε η πλάση. Στην αρχή επικρατούσε άπνοια, το πούσι πήχτρα, να το κόβεις με μαχαίρι, ώσπου το διάλυσε αέρας απροσδιόριστης κατεύθυνσης με ανοδική ένταση στην κλίμακα μποφόρ. Ακολουθούσαν αστραπές και βροντές τόσο έντονες, που έδιναν την εντύπωση πως ολόκληρα κομμάτια του ουρανού γκρεμίζονταν στη θάλασσα.

Μπουρίνια φορτωμένα με κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις πλησίαζαν τη συντέλεια του κόσμου, κι από κοντά κυματισμός, σε δυναμική εξέλιξη συχνότητας και ύψους. Ολόκληροι λόφσοι νερού κυλούσαν ορμητικά σαν τεράστια πρόβατα στην ταραγμένη επιφάνεια. Οι αφρισμένες λευκές κορυφές τους έμοιαζαν με γλάρους που πετούσαν στο ημίφως.

Η ξαφνική επιδρομή της νύχτας πύκνωσε το σκοτάδι νωρίς και σκέπασε όλες τις φεγγοβολές. Φράκτης από σύννεφα κατακάθισε βαρύς πάνω στη θάλασσα και περιόρισε την ορατότητα σε λίγες δεκάδες οργιές.

Η βελόνα του ανεμόμετρου έδειχνε ταχύτητα του αέρα που ξεπερνούσε τα εκατόν πενήντα χιλιόμετρα την ώρα. Μοχθηρές ανεμορριπές, προάγγελοι του εφιάλτη, γεννούσαν σφυρίγματα με ηχητικές χορδές τα ξάρτια και τις αντένες.

Οι ασκοί του Αιόλου μεταμορφώθηκαν σε ανάσες χίλιων διαβόλων. Όσο περνούσαν οι ώρες, το μπότζι γινόταν πιο νευρικό. Το σκαρί αγκομαχούσε σαν το παγιδευμένο ζώο που το πάνε για σφαγή. Οι λαμαρίνες έτριζαν, κόντρα στην αεικίνητη θάλασσα.

Υδάτινα θεμελιωμένα εμπόδια αναπηδούσαν και χαστούκιζαν τη μάσκα του ΝΗΡΕΥΣ, που ξεσήκωνε καταρράκτες αφρισμένους σαν το γάλα. Η πλώρη γλιστρούσε άναρχα σαν ίσκιος, ανάμεσα από τις κορυφογραμμές των κυμάτων που καταργούσαν την καθορισμένη ρότα του χάρτη. Μόλις καβαλούσε και γλύτωνε από το ένα, περίμενε άλλο όρθιο εμπόδιο να το ξεπεράσει. Το σκάφος, παλεύοντας να ορθοπλωρήσει προς το νοτιά, σκαμπανέβαζε, τρανταζόταν, μπρουμούτιζε σαν σεληνιασμένο. Ύστερα αναδυόταν διστακτικά, λες κι ένα γιγάντιο χέρι το αποθαλάσσωνε για να ξαλαφρώσει τόνους του ανεπιθύμητου βάρους.

Σταγόνες νερού χτυπούσαν σαν σκάγια, πιτσίλιζαν και προσπερνούσαν για να δώσουν σειρά στον επόμενο εφιάλτη.


Αναγκαστικά αλλάξαμε πορεία. Κόψαμε ταχύτητα, ώστε να λιγοστέψει η καταπόνηση του σκάφους. Κανονικό τραβέρσο, κόντρα στον ανελέητο κυματισμό. Οικονομία δυνάμεων, άψυχων και ψυχών, ενάντια στο δεσποτικό μένος της καταιγίδας που δεν είχε διάθεση να καλμάρει. Αντίθετα είχε τυλίξει επίμονα το καράβι κι έπαιζε με τις αντοχές μας.

Δύο μερόνυχτα θαλασσοπάλεμα στο χάος, πασπατεύαμε τη φρίκη. Μερικές οργιές όλες κι όλες μας χώριζαν από τον πνιγμό κι άλλο τόσο καραβόπανο έφτανε για σάβανο και νηοδόχος των ψυχών μας.

Τα πιο άγρια κύματα γλυκαίνουν στο φως της μουντής μέρας. Η κακοκαιρία δείχνει προσπελάσιμη καθώς διακρίνεται κάποια χαραμάδα ελπίδας. Οι νύχτες όμως στις φουρτουνιασμένες θάλασσες φαντάζουν εφιαλτικές.

Μαύρη νύχτα σαν εκείνη της 16/6/91 στη νότια Ιαπωνική θάλασσα δεν περιγράφεται με λόγια. Ποιος έχει λόγο να μην το πιστέψει;

Η κακοκαιρία είχε χάσει τη σημασία της, λεγόταν τραγωδία. Λαχτάρα μας, να αντέξουμε μέχρι να ξημερώσει τη μέρα ο Θεός.

Στην πρωτόγνωρη θεοσκότεινη νύχτα, ακόμη και τα φώτα της πλάσης είχαν συνωμοτήσει. Η αδιαπέραστη μαυρίλα του ορίζοντα ορθωνόταν σαν τείχος κόντρα στην πλώρη. Μονάχα τα φώτα πορείας, το πράσινο δεξιά, το κόκκινο αριστερά στη βαρδιόλα, δύο αναιμικές λάμπες ψηλά στους εφίστιους κι ελάχιστα φινιστρίνια της πρύμνης έδειχναν σημεία ζωής. Οι αμυδρές κλεφτές ματιές γεννούσαν χρωματιστούς ιριδισμούς, όταν κατάφερναν να ξεφύγουν από τα σύννεφα του εξανεμισμένου νερού, που χτυπούσαν τα έξαλα και σκέπαζαν τα καταστρώματα σαν άσπρο σεντόνι.

Θαλασσοπνιγόμασταν τραβερσωμένοι στα σύνορα του Ειρηνικού Ωκεανού, όπως τον έγραφε ο χάρτης. Αντί ειρηνικής πορείας, η πλώρη μας γλιστρούσε επικίνδυνα ανάμεσα σε βουνά.

Πάνω στο ταλαίπωρο ΝΗΡΕΥΣ εξελισσόταν ανθρώπινο δράμα. Ανάστατη η γέφυρα σαν ανισόρροπο χαμό.

Οι καπεταναίοι με τα μάτια κολλημένα κατάπλωρα, τα πόδια σε διάσταση, ισορροπούν με τα χέρια γαντζωμένα στα ρέλια. Μετρούν τα λεπτά με την κλεψύδρα του χρόνου για τον καιρό που δεν εννοεί να αλλάξει.

Ενισχυμένα βλέμματα με τα κιάλια, σαν προβολείς ανιχνευτικού, παρατηρούν τον κυματισμό στα θεμέλια του ουρανού, όπου οι κύκλωπες χλευάζουν, ακονίζουν τα δόντια τους και βυσσομανούν.

Ο τιμονιέρης, γαντζωμένος στον τροχό, παλεύει να μην του ξεφύγει η πλώρη από τις μοίρες της γυροσκοπικής πυξίδας που χορεύει.

Ο υπεύθυνος ναυτίλος της βάρδιας, για να προφυλάξει τη μάσκα από μετωπική σύγκρουση με όγκους νερού, κάθε τόσο διατάζει ζωηρά τον ναύτη ανάλογα: «Τιμόνι πέντε μοίρες δεξιά!» ή «αριστερά!» ή «γραμμή!». Κι αυτός επαναλαμβάνει στον ίδιο τόνο την εντολή για επιβεβαίωση, ώστε να αποκλειστεί κάθε παρανόηση.

Καθώς περνά ανώδυνα το ένα κύμα, μέχρι να καβατζάρει το επόμενο, αναστεναγμός γεμάτος σημασία ανακουφίζει την εξομολογημένη αγωνία αυτών των ανθρώπων.

Σε κάθε επικίνδυνη βουτιά της πλώρης, το ξενέρισμα έμοιαζε ανάσταση. Εκεί που λες «δόξα σοι ο θεός, γλύτωσα», φτου κι από την αρχή «βοήθα Παναγιά». Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη.

Ο λοστρόμος με τους ναύτες μποτζάρισαν ό,τι μπορούσε να φύγει από τη θέση του στα καταστρώματα, στις αποθήκες, στις τραπεζαρίες. Όσα σερβίτσια δεν πρόλαβαν να τα κλειδώσουν στις ντουλάπες τους, εξαφανίστηκαν από τα τραπέζια. Σπασμένα κομμάτια, πιάτα, ποτήρια, ακολουθούσαν το ρυθμό του μεθυσμένου βαποριού και σέρνονταν εφιαλτικά σαν ερπετά στο πάτωμα. Όσες καρέκλες και πολυθρόνες δεν δέθηκαν, στις μεγάλες κλίσεις γλιστρούσαν στο πάτωμα, χτυπώντας τους μπουλμέδες.

Ο σκάπουλος ναύτης περνούσε κάθε ώρα από όλα τα διαμερίσματα, επιθεωρούσε τους χώρους αν έγιναν ζημιές κι έδινε αναφορά στη γέφυρα.

Διπλές οι βάρδιες στο μηχανοστάσιο. Με τον τηλέγραφο στο ημιταχώς και τα χειριστήρια του πετρελαίου στα τρία τέταρτα, οι μηχανές έπρεπε να δουλεύουν ομαλά σαν ρολόι. Στην πράξη όμως μούγκριζαν δαιμονισμένα καθώς ξενέριζαν οι προπέλες με τα σκαμπανεβάσματα του σκάφους. Οι ρυθμιστές στροφών με την απότομη αυξομείωση του φορτίου δεν προλάβαιναν να κρατούν τις μηχανές σε ηρεμία.


Οι βαρδιάνοι μηχανικοί με τα μάτια κολλημένα στα γράδα παρακολουθούσαν τους σφυγμούς, την αναπνοή, τις θερμοκρασίες. Καλόπιαναν τα άψυχα άλογά τους να μην τους προδώσουν τις δύσκολες ώρες. Τα σταμπιλάιζερ δεν προλάβαιναν να κρατήσουν το σκαρί όρθιο.

Από τα σκαμπίλια των πλευρικών κυμάτων το δεξιό δεν αγαντάρισε και κόλλησε. Το καράβι μπατάριζε επικίνδυνα. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Πασπατεύαμε κάμποση ώρα, γαντζωμένοι με λύσσα, να ξεμπλοκάρουμε το λαβωμένο εξάρτημα, μέχρι που μεσολάβησε κάποια δύναμη και το ξαναβάλαμε να δουλέψει.

Οι ώρες περνούσαν με το πάσο τους. Στο μαυροπίνακα του μηχανοστασίου, η βάρδια 12-4 βιαζόταν να αλλάξει ημερομηνία από τα μεσάνυχτα. Γράφανε με τεμπεσίρι την ημερομηνία που ξημέρωνε, δίπλα το νούμερο που δήλωνε πόσες μέρες απόμεναν για το γυρισμό με ένα μεγάλο ερωτηματικό. Παραδίπλα κάποιος συμπλήρωνε με επιφύλαξη: «και Θεού θέλοντος» κι άλλος πιο αισιόδοξος έγραφε: «θα περάσει και τούτο».

Κροσάραμε στα τυφλά την Κινεζική θάλασσα. Χαθήκαμε στο δρόμο. Επιπλέαμε δίχως στίγμα με κάποια γωνιά, όπου δεν έφτανε καμιά αχτίδα φωτός. Τα ναυτιλιακά όργανα δεν βοηθούσαν καθόλου. Άφαντος ο ήλιος, τα αστέρια κρυμμένα πίσω από τα βαριά σύννεφα, οι εξάντες άχρηστοι στον χωρίς ορατότητα ορίζοντα. Το Λοράν δεν έπιανε τους παράκτιους σταθμούς που έπρεπε το απαρχαιωμένο ραδιογωνιόμετρο, αδούλευτο χρόνια.

Στην οθόνη του ραντάρ με την περιορισμένη εμβέλεια, όταν εμφανιζόταν παραπλέον καράβι, απλώναμε το χέρι παρακλητικά να μας δώσουν στίγμα, με πρόφαση πως είχαμε ζημιά στο ανύπαρκτο δορυφορικό σύστημα. Όποτε το ζητήσαμε, μας προσφέρθηκε πρόθυμα. Βρίσκαμε προσωρινά τη θέση μας, προς δόξα της μεγαλοψυχίας αφανών ποντοπόρων ναυτικών και της εν θαλάσση αδελφοσύνης.

Αντιμετωπίζαμε μια αφύσικη κατάσταση. Το ανοιγοκλείσιμο της ματιάς πολλών παρατηρητών μαζί είναι αδύνατο να φωτογραφίσει τέτοια κόλαση ούτε ο χρωματισμός της φωνής μπορεί να μεταφέρει τον ήχο της καταιγίδας.

Ο δημιουργός των αμαρτωλών άφηνε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας; Ήταν ολική έκλειψη του Θεού ή του από μηχανής θεού; Εμείς, τα μπάσταρδά του, ελπίζαμε πως μας είχε αδυναμία. Ούτε ο Αϊ-Νικόλας ούτε ο Ποσειδώνας δεν θα μας ήθελαν πνιγμένους…

Όταν φτάνεις στο σημείο να φοβάσαι το θάνατο, τότε μαθαίνεις να εκτιμάς τη ζωή. Ο φόβος ήταν κάτι παραπάνω από κακός σύμβουλος, μας έκανε μικρούς. Δεν είναι θανάσιμο να πανικοβληθείς, να ξεράσεις, να χεστείς. Οφείλεις όμως να χωνέψεις πως δεν περιμένεις βοήθεια από πουθενά και έχεις χρέος μόνο να πολεμάς.

Μια εβδομάδα κράτησε ο εφιάλτης που σκόρπισε ο τυφώνας «Εβίτα».

Στα τελευταία ξεσπάσματα που πήγαινε να ξεθυμάνει, ξαναγεννήθηκαν στο πλήρωμα συναισθήματα αισιοδοξίας. Κάθε ταλαιπωρημένος έβγαινε σιγά σιγά από τη ζάλη, ανακτούσε το βήμα, τη διάθεση.

Οι ναυτικοί βιώνουν αυτό το ξεχωριστό νικητήριο συναίσθημα, όταν γλυτώνουν από τις λαχτάρες της μεγάλης φουρτούνας. Είναι η κατάλληλη ώρα να βυθοσκοπήσεις με υπομονή τις σκέψεις αυτών των ανθρώπων.

Εξετάσαμε με προσοχή και βεβαιωθήκαμε για την κατάσταση και τις αντοχές του σκάφους που μας κράτησε ζωντανούς.

Καταγράψαμε για ασφάλεια τις υλικές ζημιές που δεν αξιολογήθηκαν σοβαρές. Τσεκάραμε σεντίνες σε διπύθμενα και δεξαμενές για τυχόν ρήγμα στα βρεχάμενα. Τα κύματα άρπαξαν μια ξύλινη σκάλα και ξήλωσαν μερικές σωλήνες στο κατάστρωμα της πλώρης. Η μανία του αέρα έκοψε τη βοηθητική κεραία του ασύρματου που ταλαντευόταν πάνω από την κόντρα γέφυρα σαν φίδι. Όπου είχε ξεκολλήσει η μπογιά φύτρωσε μια σκουριά ρυπαρή γεμάτη αλάτι, πρώτο δείγμα κακοποιημένης λαμαρίνας.

Ήταν φανερό πως το καράβι αντιστάθηκε ναυτοπρεπώς ενάντια στη φουρτούνα. Όμως άφορτο όπως ήταν, γινόταν κακοτάξιδο. Χωρίς βάση στήριξης, με ελάχιστη σαβούρα και άφορτο βύθισμα, καταντούσε έρμαιο ανεκτού κυματισμού. Ακόμη, το μεγάλο μπούγιο των εξάλων προκαλούσε τη μανία των ανέμων.

Όταν εδέησε να καταλαγιάσει η θάλασσα, οι ενισχυμένες βάρδιες ανάγκης για ψυχωμένους ναυτικούς, μπατάρισαν σε κανονικές. Τότε οι βαρδιάνοι του γλυκού νερού και οι ατζαμήδες τα καταφέρνουν καλά, ξέχωρα να έχουν όλοι, βαρβάτοι και μέτριοι, τα ίδια τυπικά προσόντα.

Η ναυτοσύνη είναι προνόμιο που αναδεικνύεται στην πράξη, δεν καταγράφεται σε διπλώματα και πιστοποιητικά.

Ο καπετάν – Σωτήρης άντεξε σε διπλοβάρδιες αγωνίας σχεδόν χωρίς διακοπή. Όπως ήταν φυσικό, έφτασε στα όρια της αντοχής. Στο τέλος κατέρρευσε. Μόλις ξημέρωσε η διαφορετική μέρα, κατέβηκε σε μια καμπίνα του χαμηλού καταστρώματος για να μην τον ενοχλήσει κανείς. Άπλωσε στο πάτωμα τα στρώματα δύο κρεβατιών για να τον χωρέσουν. Σαν πολεμιστής της νίκης, άφησε τα άρματα για να ξαποστάσει στον ύπνο που δικαιωματικά του αναλογούσε.

Κοιμήθηκε βαριά του καλού καιρού, μέχρι την ώρα που ο σκάπουλος έπρεπε να τον σκαντζάρει για να πιάσει βάρδια. Τον αναζήτησε στην καμπίνα, στις τραπεζαρίες, πουθενά ο Σωτήρης. Το μυαλό τέτοιες ώρες πάει στο κακό.

-Ρε, μπας κι έπεσε στη θάλασσα;

-Μπα, αποκλείεται. Είναι το μόνο που δεν ταιριάζει σε τέτοιο παλικάρι.

-Ούτε για φαγητό δεν εμφανίστηκε!

Ο πλοίαρχος ανήσυχος ξεσήκωσε όλο το πλήρωμα να ψάξουν χωρισμένοι κατά ομάδες, σε κάθε γωνιά, σε όλα τα διαμερίσματα.

Ύστερα από ώρα αγωνίας, ο Σωτήρης εντοπίστηκε από τον ύπαρχο. Όταν τον σκούντησαν ελαφρά, δεν αντέδρασε ούτε κουνιόταν, έμοιαζε πεθαμένος. Για να διαπιστώσουν ότι ζούσε, του έβαλαν έναν καθρέφτη στη μύτη, που θόλωσε με την ελαφριά αναπνοή, αλάνθαστο σημάδι ζωής!

Ποιος ξέρει πώς θα αντιδρούσε, αν έβγαινε από τη νάρκη απότομα! Καλύτερα να τον ξυπνούσαν με το μαλακό.

Με τα πολλά άνοιξε τα μάτια.

Ο ύπνος του ήταν βαθύς και λυτρωτικός. Άργησε να συνέλθει από το λήθαργο. Κοίταζε απορημένος γύρω του. Τι γύρευαν τόσοι άνθρωποι πάνω από το κεφάλι του; Κατάλαβε μόλις του τραγούδησε ο ιεροψάλτης χαμογελώντας: «Λάζαρε, δεύρο έξω», ενώ οι υπόλοιποι χειροκροτούσαν.

Περίμενε για λίγο ασάλευτος, ύστερα τεντώθηκε για να αποδιώξει τη θλιβερή ανημποριά της κούρασης. Όταν ήρθε στα συγκαλά του, θυμήθηκε το όνειρο και αφηγήθηκε τη λάμψη της φλογερής ανάμνησης, πριν προλάβει να του ξεφύγει.

-Με την νοσταλγία μιας μαγικής εξόδου σε αγαπημένο λιμάνι, βρέθηκα στα γνωστά καταγώγια, γεμάτα καπνούς και μυρωδιές οινοπνευματικές. Ρούφηξα σπίρτο, ήρθα στο κέφι. Θολωμένος γλέντησα με ρυθμούς λατινοαμερικάνικους. Αγκάλιαζα μουλάτες παρθένες που έπεσαν πάνω μου και με φιλούσαν. Η ψυχή μου διεκτραγωδούσε την πίκρα της και το κάζο του τυφώνα με πρόστυχα τραγούδια. Η γλυκιά σειρήνα που γητεύει τους εραστές των πέντε αισθήσεων αψηφούσε εχθρούς και φουρτούνες. Όπως σφύριζε ο αέρας έξω, ξεχώριζα κρασοπότηρα να τσουγκρίζουν. Ύστερα με μάγεψαν δυο μάτια και με παράσυραν σε στρώμα μεταξένιο. Γλίστρησα ανάμεσα σε δύο ακρωτήρια, λούφαξα σε φιλόξενη παραλία. Δεν πρόλαβα να ποντίσω την άγκυρα στα σκέλια της γυναίκας! Πάνω στην ώρα μου κάνατε κομμάτια το όνειρο. Φίδια με ζώσανε. Για να μου πείτε τι; Κερατάδες αγροτοποιμένες! Σκάντζα βάρδια; Άντε ρε μαλάκες να χαθείτε!

Τότε ο ιεροψάλτης μουρμούρισε θυμοσοφικά τη μαντινάδα:

«Όταν κοιμάται ο δυστυχής κανείς μην τον ξυπνήσει,

γιατί μαζί με τη χαρά και το όνειρο θα σβήσει».

T.B. – A.X.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.