«Σημερα δεν γραφονται ρεμπετικα τραγουδια»

«Το τελευταίο μου τσιγάρο» είναι ο δεύτερος προσωπικός δίσκος του Σταύρου Αβράμογλου μετά το «Ρεμπέτικο Αλφαβητάρι». Εικοσιδύο τραγούδια από τα οποία τα 17 είναι επανεκτελέσεις από ρεμπέτικα και λαϊκά των μεγαλύτερων δημιουργών όπως του Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Χατζηχρήστου, Παπαϊωάννου, Περιστέρη αλλά και καινούργια του Τόλη Χάρμα.

Μία συζήτηση με το Σταύρο Αβράμογλου στο στούντιο του «Ράδιο Παρατηρητής» μεταφέρει σήμερα η εφημερίδα. Για το ρεμπέτικο του χθες και του σήμερα, για την προσωπική του διαδρομή, αλλά και για την άλλη μεγάλη του αγάπη, τα αερόπτερα και τα αλεξίπτωτα πλαγιάς…

ΠτΘ: κ. Αβράμογλου, γεννηθήκατε στις Σέρρες από γονείς πρόσφυγες. Πώς προέκυψε η σχέση σας με το ρεμπέτικο;

Σ.Α.:
Θα έλεγα ότι είναι μια εξελικτική πορεία και επειδή ακριβώς είχα τα ερεθίσματα της παιδικής μου ηλικίας ήταν μία όμορφη κατάληξη. Πέρασα απ’ όλα τα ρεύματα της μουσικής, σαν έφηβος με νεανικά συγκροτήματα παίζαμε Beatles, Rolling Stones, Animals, στη συνέχεια πειραματίσθηκα με άλλα είδη μουσικής, όπως η ποπ, τραγούδησα ξένα τραγούδια, ελαφρολαϊκά και η κατάληξη ήταν το ρεμπέτικο τραγούδι το οποίο θεωρώ αυθεντικό είδος. Είναι διαχρονικό, εξακολουθεί να υπάρχει και θα υπάρχει πάντα. Θα μιλά στις καρδιές μας, γιατί είναι ένα αυθεντικό είδος που συγκινεί ακόμη και τα νέα παιδιά.

ΠτΘ: Οι γονείς σας άκουγαν ρεμπέτικα;

Σ.Α.:
Αυτοί ήταν η αιτία της μεταστροφής μου στα ρεμπέτικα. Πάντοτε υπήρχε μέσα μου, στην ψυχή μου, στα συναισθήματά μου το συγκεκριμένο είδος μουσικής, που το άκουγα από παιδί στις φτωχογειτονιές και στα λαϊκά κέντρα που ξημεροβραδιαζόμασταν.

ΠτΘ: Το ρεμπέτικο τραγούδι μεγαλούργησε κατά τη διάρκεια των δεκαετιών ‘50 και ‘60, εποχές που ξεκίνησε η βιομηχανοποίηση της Ελλάδας αλλά και η εσωτερική μετανάστευση προς το κέντρο και ήταν ουσιαστικά μία απάντηση των λαϊκών στρωμάτων προς τους αστούς. Σήμερα οι συνθήκες έτσι όπως είναι διαμορφωμένες δίνουν το ερέθισμα για να γραφεί ρεμπέτικο τραγούδι;

Σ.Α.:
Δεν νομίζω. Το ρεμπέτικο χαρακτηρίσθηκε από μία συγκεκριμένη εποχή, διότι τότε συγκυριακά υπήρχαν τα ερεθίσματα, οι κοινωνικές επιταγές. Για να γραφεί ένα τραγούδι πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις που θα εμπνεύσουν το συνθέτη. Σήμερα λείπουν αυτές οι προϋποθέσεις. Βέβαια και σήμερα γράφονται ωραία τραγούδια και υπάρχουν και αξιόλογοι συνθέτες και στιχουργοί, αλλά αυτό που παρουσιάστηκε εκείνη την εποχή είναι ανεπανάληπτο.

ΠτΘ: Σε μια εποχή βέβαια που πλήττονται τα εργασιακά δικαιώματα και τα μεσαία στρώματα καταπιέζονται οικονομικά… Συνθήκες άρα υπάρχουν…

Σ.Α.:
Δεν διαφωνώ ότι ζούμε σε ένα κοινωνικό μεταίχμιο και ότι υπάρχουν προϋποθέσεις για να γραφούν τραγούδια. Πιστεύω όμως ότι δεν μπορεί να επαναληφτεί αυτό που έγινε τότε. Θα επαναλάβω ότι γράφονται καλά τραγούδια. Και σήμερα υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες, η εποχή όμως που γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια είναι χωρίς επιστροφή.

ΠτΘ: Ο Μιχάλης Γενίτσαρης κάποτε είπε ότι «από εδώ και πέρα δεν θα γράψουν πραγματικό ρεμπέτικο τραγούδι…

Σ.Α.:
Αυτή είναι και η δική μου άποψη.

ΠτΘ: Υποστηρίζεται ότι το ρεμπέτικο χάθηκε και τη θέση του την πήρε το λαϊκό…

Σ.Α.:
Αυτό είναι αλήθεια. Θα πρέπει όμως να πω επαναλαμβάνοντας ότι γράφονται και σήμερα καλά τραγούδια όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ακούγονται κιόλας. Όπως γνωρίζουμε το μάρκετινγκ έχει κυριεύσει τα ΜΜΕ και ό,τι δίνει χρήμα αυτό ακούγεται. Ο ακροατής πρέπει να είναι συνειδητοποιημένος, να έχει επιλογές, να ξέρει τι ζητάει και αυτό που τον εκφράζει.

ΠτΘ: Υπάρχει στροφή στο ρεμπέτικο τραγούδι;

Σ.Α.:
Ναι. Σήμερα στα κέντρα έρχονται νέοι και μας ακούνε και αυτό είναι πολύ σημαντικό που μας παραπέμπει στις ρίζες μας. Καταλαβαίνουν τα παιδιά νοιώθουν και αυτό μ’ αρέσει.

ΠτΘ: Είναι παράδοση το ρεμπέτικο;

Σ.Α.:
Είναι γιατί αποτελεί εξέλιξη του βυζαντινού τραγουδιού. Ακολουθώντας δηλαδή τη ροή της μεταβυζαντινής μουσικής έχουμε το δημοτικό και απόηχος αυτού είναι και το ρεμπέτικο. Μέσα στους δρόμους της βυζαντινής μουσικής κινείται και το ρεμπέτικο.

ΠτΘ: Έχει σχέση δηλαδή το δημοτικό τραγούδι με το ρεμπέτικο;

Σ.Α.:
Βεβαίως, και υπήρξε μία εποχή όπου υπήρχε ένα πάντρεμα πολλών τραγουδιών από το δημοτικό στο ρεμπέτικο, τα οποία έχουν συνάφειες μεταξύ τους, τα ακούσματά τους είναι δηλαδή συγγενικά.

ΠτΘ: Με βάση την ετυμολογία της λέξης ρεμπέτης είχε δημιουργηθεί μία εικόνα για αυτούς…

Σ.Α.:
Πιστεύω ότι όλη αυτή η αναφορά στους ρεμπέτες έχει μια δόση αλήθειας. Οι πραγματικοί ρεμπέτες ήταν ενάντια στο κατεστημένο και κάποιοι ήταν και άτομα περιθωριακά. Θεωρώ ότι κάθε έκφραση του ανθρώπου και το είδος στο οποίο πορεύεται έχει να παρουσιάσει και θετικά στοιχεία και αρνητικά. Ίσως γιατί τότε υπήρχε στα ρεμπέτικα μεγάλη αναφορά στις ναρκωτικές ουσίες, που υμνήθηκαν εκείνη την εποχή, παρόλη την απαγόρευση. Ο Μάρκος Βαμβακάρης στην αυτοβιογραφία του αναφέρεται επιμελώς στις διώξεις που υπέστη το ρεμπέτικο, το μπουζούκι ήταν κόλαφος για το κατεστημένο της εποχής. Σιγά – σιγά όμως πήρε τη θέση του, γιατί η αξία ενός πράγματος δεν μπορεί να καλυφθεί.

ΠτΘ: Εσείς έχετε συναναστραφεί με ρεμπέτες;

Σ.Α.:
Βέβαια, όχι με την ιδιότητα του καλλιτέχνη, γιατί τότε ήμουν μικρός. Γνώρισα τον Τσιτσάνη και το Βαμβακάρη και βέβαια ακόμη και σήμερα συνεργάζομαι με τον Χάρμα που τον αγαπώ πολύ, το Γενίτσαρη, τον Καλδάρα, με τον οποίο παρ’ ολίγον θα συνεργαζόμουνα τη δεκαετία του 80. Έζησα στιγμές όμορφες συζητώντας μαζί τους.

ΠτΘ: Σας επηρέασε κάποιος;

Σ.Α.:
Ο Καλδάρας ο οποίος ίσως να μην είναι αμιγώς ρεμπέτης αλλά στο τελείωμα της ρεμπέτικης εποχής έγραψε ρεμπέτικα. Από τους καθαρόαιμους ρεμπέτες πολύ μου αρέσει ο Απόστολος Χατζηχρήστος γι’ αυτό και στο δίσκο μου λέω δικά του τραγούδια, το «Μαγγαλάκι» και το «Ψεύτη Ντουνιά». Στο τελευταίο μου cd περιλαμβάνεται το απάνθισμα των ρεμπέτικων τραγουδιών που αγάπησα πολύ. Όλοι οι ρεμπέτες μ’ αρέσουν και ο καθένας έχει αφήσει το δικό του στίγμα. Και ο Τσιτσάνης ήταν μεγάλος συνθέτης που κατατάσσεται στους έντεχνους ρεμπέτες και ο Βαμβακάρης με την απλοϊκότητά του, την ομορφιά και τη λιτότητα του στίχου του είναι μοναδικός. «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου…», είναι ένας πίνακας ζωγραφικής.

ΠτΘ: Σε κάποιο τραγούδι στο νέο σας δίσκο στο μισό ακούγεται η φωνή του Τσιτσάνη και στο άλλο εσείς. Πώς προέκυψε;

Σ.Α.:
Είναι μια μικρή ιστορία. Αυτή η δουλειά του Τσιτσάνη είναι ζωντανή από το «Χάραμα» και το τραγουδούσε το 1982. Στα χέρια μου έπεσε σαν μοναδικό κομμάτι, δηλαδή δεν έχει κυκλοφορήσει, αλλά ήταν μισοκατεστραμμένο από τη μέση και μετά. Είπα λοιπόν στον Μανώλη Καραντίνη, που έκανε την ενορχήστρωση και έπαιξε μπουζούκι στο νέο μου cd, αν μπορούσαμε να το ομορφύνουμε. Μου είπε ότι μπορούμε παίζοντας μπαγλαμά και μπάσο στο τραγούδι που λέει ο Τσιτσάνης και στη συνέχεια με πολύ μεγάλη προσπάθεια να κάνουμε μία συρραφή, να περάσουμε από το πρώτο μέρος στο δεύτερο χωρίς να υπάρχει καμία διαφορά. Θεωρώ ότι το πέτυχε, γιατί κούρδισε το μπουζούκι του, έτσι ακριβώς όπως το είχε ο Τσιτσάνης και επειδή παρακολούθησε με μεγάλη ευλάβεια τη ροή του. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το πέρασμα. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα.

ΠτΘ: Να αναφερθούμε στη δουλειά σας….

Σ.Α.:
Το πρώτο μου CD ήταν το «Ρεμπέτικο Αλφαβητάρι» που κυκλοφόρησε πέρσι πάλι με ρεμπέτικα τραγούδια επανεκτελεσμένα το οποίο πήγε αρκετά καλά, αλλά μου έλειπε η πείρα, οι γνωριμίες και σαν ξεκίνημα θα έλεγα ότι ήταν πολύ καλό. Ακόμη και σήμερα πουλάει. Το δεύτερο CD περιλαμβάνει επίσης ρεμπέτικα αλλά και καινούργια τραγούδια, ο Τόλης Χάρμας έχει γράψει καινούργια τραγούδια. Συνεργάζομαι με το Μπάμπη Τσέρτο και τη Σοφία Παπάζογλου, σημαντικοί καλλιτέχνες. Το νέο CD έχει κυκλοφορήσει εδώ και ένα μήνα και τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και οι κριτικές που έγιναν από τους επαΐοντες είναι πολύ καλές και αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί πιστεύω ότι ο κόπος μου ανταμείβεται σιγά – σιγά. Έκανα ένα μεγάλο αγώνα για να δώσω ό,τι καλύτερο μπορούσα από τις επιλογές των τραγουδιών, των μουσικών που παίζουν, από τις ενορχηστρώσεις, από την ποιότητα του στούντιο. Όλα έγιναν με μεγάλη αγάπη και έδωσα σημασία στη λεπτομέρεια.

ΠτΘ: Η επιλογή των τραγουδιών έγινε από εσάς. Με ποια κριτήρια;

Σ.Α.:
Υπήρχαν κάποια κριτήρια. Σαν πρώτο κριτήριο έθεσα τα τραγούδια να μην είναι χιλιοειπωμένα και να παρουσιάζουν μία ομορφιά και ποιότητα και στο στίχο και στη δομή της μουσικής. Ήθελα να μην είναι χιλιοειπωμένα, να μην έχουν ακουστεί κατά κόρον, γιατί αυτό θα κούραζε τον κόσμο. Βέβαια να τονίσω ότι και αυτά τα τραγούδια που λέω είναι γνωστά στον κύκλο των ανθρώπων που ασχολούνται με το ρεμπέτικο, αλλά δεν τα γνωρίζει ο πολύς κόσμος. Το δεύτερο κριτήριο αφορούσε στην επιλογή τραγουδιών που ταιριάζουν στη φωνή μου. Ο κάθε τραγουδιστής μπορεί να πει και να εκφράσει κάποια τραγούδια, δεν μπορεί να τα πει όλα, έτσι και εγώ δεν μπορώ να πω κάποια τραγούδια, γιατί ίσως δεν ταιριάζουν στο ηχόχρωμα της φωνής μου και δεν μ’ αρέσουν. Επέλεξα λοιπόν αυτά που ταίριαζαν απόλυτα στη φωνή μου και μου αρέσουν πολύ.

ΠτΘ: Είναι σημαντικό να λέει κάποιος ότι υπάρχουν τραγούδια που δεν του πάνε…

Σ.Α.:
Δεν ταιριάζουν όλα τα τραγούδια στη φωνή μου. Παρόλο που έχω μία ευχέρεια να τραγουδώ πολλά, γιατί όπως είπα και στην αρχή πέρασα από όλα τα ρεύματα. Τραγουδώ ξένα, μπαλάντες, ροκ, δημοτικά αλλά είναι και κάποια τραγούδια που δεν μπορώ να τα εκφράσω.

ΠτΘ: Μα έχετε βγάλει και ένα δίσκο με ελαφρολαϊκά τραγούδια…

Σ.Α.:
Βέβαια πριν μία εικοσαετία.

ΠτΘ: Από πότε αρχίσατε να ασχολείστε επαγγελματικά με το ρεμπέτικο;

Σ.Α.:
Θα σας ξαναπώ ότι ήταν το απαύγασμα της δραστηριότητάς μου σαν μια ολοκληρωτική εμπειρία από όλα τα είδη της μουσικής που πέρασα και αυτό έγινε αρχές το 90, αφού προηγουμένως για μια δεκαετία ασχολήθηκα με τον αεραθλητισμό ήμουν και εξακολουθώ να είμαι εκπαιδευτής ελεύθερης πτώσης, διδάσκω χειρισμό αεροπτέρων, αλεξιπτώτων, υπερελαφρών αεροσκαφών και σε αυτό το διάστημα που διέκοψα τη μουσική ασχολήθηκα με τις σπουδές μου, τη συγγραφή βιβλίων και επειδή ήταν πολύ υπεύθυνη δουλειά δεν ήθελα να τα μπερδέψω. Όλο αυτό το διάστημα έπαιζα για τον εαυτό μου. Όταν επανήλθα ξεκίνησα με το ρεμπέτικο.

ΠτΘ: Το ρεμπέτικο αποδίδεται σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο και μ’ ένα συγκεκριμένο χρώμα. Υπάρχουν σήμερα τέτοιοι χώροι;

Σ.Α.:
Προσεγγίζουν το χρώμα οι σημερινοί χώροι. Αυτό δεν μπορεί να επαναληφτεί. Και σήμερα υπάρχουν εικόνες που τις είχαμε προπολεμικά, αλλά νομίζω ότι η γενικότερη μορφή και έκφραση σ’ ένα γνήσιο ρεμπετάδικο είναι όσο γίνεται πιο λιτή. Να υπάρχει ωραίο ντεκόρ με φωτογραφίες των δημιουργών, των συνθετών, η διακόσμηση να είναι λιτή, με όμορφα τραπεζομάνδηλα, να είναι απέριττα όλα. Δεν είναι δυνατόν να είναι όπως και τότε.

ΠτΘ: Σκέφτεστε να κάνετε κάτι στο μέλλον;

Σ.Α.:
Όνειρα και προγραμματισμοί πάντα θα υπάρχουν. Θα ήθελα η επόμενη δουλειά που θα κάνω να είναι με καινούργια τραγούδια. Δεν θέλω να το επαναλάβω, γιατί πιστεύω ότι αυτό θα κουράσει. Όχι ότι θα αποποιηθώ την ετικέτα του ανθρώπου που τραγουδά ρεμπέτικο. Αλλά έχω τη δυνατότητα να τραγουδήσω πολλά είδη μουσικής και νομίζω ότι θα ήταν μια ευκαιρία για μένα και ένας πειρασμός να μπω μέσα στο σημερινό γνήσιο λαϊκό τραγούδι. Με την ευκαιρία να πω ότι η δουλειά μου ακούστηκε από μεγάλους συνθέτες και ένας από αυτούς είναι και ο Χρήστος Νικολόπουλος του άρεσε η δουλειά μου και είμαστε σε μια επικοινωνία και είναι πολύ πιθανό να μου γράψει κάποια τραγούδια.

ΠτΘ: Δεν είναι δύσκολο να υπηρετείτε το ποιητικό τραγούδι;

Σ.Α.:
Είναι δύσκολο και κάθε τι έχει το τίμημά του. Είναι θέμα επιλογών. Ο κάθε άνθρωπος έχει κάποια βιώματα και κάποιες απόψεις και για τη ζωή και για τη μουσική, αυτά λοιπόν που εκφράζουν τον καθένα και με βάση τη φιλοσοφία, που έχει για το είδος που υπηρετεί, το δείχνει, το εκφράζει με τον δικό του τρόπο τραγουδώντας αυτό που κρίνει καλύτερο. Είναι σπουδή να τραγουδήσεις καλό τραγούδι. Δεν γίνεται τυχαία. Πρέπει να είσαι πολύ διαβασμένος και συνειδητοποιημένος και αυτό που θα κάνεις θα πρέπει πραγματικά να είναι κάτι που θ’ αρέσει. Διαφορετικά κινδυνεύεις να γελοιοποιηθείς.

ΠτΘ: Οι δημόσιες σχέσεις παίζουν ρόλο;

Σ.Α.:
Παίζουν. Είναι ένα πλήθος διεργασιών που δημιουργούν το παζλ. Οι δημόσιες σχέσεις, οι καλοί συνθέτες, οι καλές επιλογές τραγουδιών και στη συνέχεια το promotion, πώς θα παρουσιασθεί ποιοι θα βοηθήσουν στην προώθηση του δίσκου όλα αυτά είναι μία μεγάλη διαδικασία.

ΠτΘ: Ποια σχέση μπορεί να έχει το τραγούδι με τον αεροπτερισμό;

Σ.Α.:
Φαίνονται ετερόκλητα στοιχεία αλλά δεν είναι γιατί το καθένα έχει να παρουσιάσει τη δική του ομορφιά και τη δική του συγκίνηση. Αν υποθέσουμε ότι το τραγούδι το ρεμπέτικο είναι μια αυθεντική μορφή έκφρασης που εκπορεύεται μέσα από βαθύτερες ανησυχίες γιατί να μην είναι και το άλλο; Γιατί το άλλο μας δίνει την ευκαιρία εφόσον πετάμε χωρίς μηχανές και εφόσον έχουμε μάθει χίλια δυο πράγματα τα οποία μας βοηθάνε να ανεμοπορούμε, να μένουμε στον αέρα δηλαδή, όχι να ανεβαίνουμε ψηλά και να κατεβαίνουμε προς τα κάτω, να ανεμοπορούμε προς τα πουλιά θέλει πολλές γνώσεις, μετεωρολογίας, αεροδυναμικής… Και αυτό είναι μια μεγάλη τέχνη που μας γοητεύει, γιατί μάθαμε να κάνουμε κάποια πράγματα που μας τα ανταμείβει η γνώση μας και οι δυνατότητες που μας παρέχει μία τέτοια πτητική συσκευή. Αυτό νομίζω ότι είναι μία υπέρτατη ικανοποίηση που νοιώθει κανείς όταν βρίσκεται τόσο ψηλά και καταφέρνει να είναι ένα με τη φύση, να είναι ένα πουλί και να προσεγγίζει το θεό και να αισθάνεται πολύ όμορφα. Είναι και αυτό έκφραση.

ΠτΘ: Είπατε ότι έχετε συγγράψει κιόλας…

Σ.Α.:
Ναι βιβλία που έχουν σχέση με τη δουλειά μου το αλεξίπτωτο πλαγιάς, με το αερόπτερο και την ελεύθερη πτώση.

ΠτΘ: κ. Αβραμόπουλε σας ευχαριστούμε πολύ.

Σ.Α.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.