Ξημερωναν Χριστουγεννα

Ηταν μια φορά κι’ έναν καιρό ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που έμενε σε μια παραμυθένια καλύβα στο ξέφωτο του μεγάλου δάσους. Ο παππούς και η γιαγιά ζούσαν εκεί χρόνια, από τότε που το δάσος ήταν πιο πυκνό και το νερό στο ποτάμι λίγα μέτρα πέρα απ’ το σπίτι τους πιο καθαρό απ’ ό,τι τώρα. Τα παιδιά τους είχαν μεγαλώσει, και είχαν κάνει δικά τους παιδιά μακριά από καλύβες και ξέφωτα και έτσι το ζευγάρι ζούσε σχεδόν όπως τα πρώτα χρόνια, πολύ πολύ καιρό πριν: ο παππούς κι η γιαγιά και στην άλλη μεριά του ποταμού όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

Κάθε εποχή ήταν όμορφη στο δάσος, αλλά περισσότερο τους άρεσε ο χειμώνας. Τότε ένιωθαν την πραγματική δύναμη της φύσης και την ανάγκη να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να τα βγάλουν πέρα, μέχρι να έρθει πάλι η άνοιξη και να ακούσουν ένα πρωινό και πάλι το τιτίβισμα των πουλιών στη μουριά έξω απ’ το παράθυρο της κάμαράς τους. Τον χειμώνα ο παππούς έβγαινε νωρίς το πρωί και μάζευε ξύλα για το τζάκι. Αυτό ήταν μια δύσκολη δουλειά, γιατί έπρεπε να βρει τα σωστά δέντρα, να κόψει τους κορμούς τους, να τα κουβαλήσει στο υπόστεγο κι’ ύστερα να κόψει με το τσεκούρι του τους κορμούς σε ομοιόμορφα κούτσουρα, που τα μάζευε στην αγκαλιά του και τα έφερνε στην κάμαρα.

Eκείνες τις στιγμές, όταν η γριά γύριζε και τον έβλεπε στο άνοιγμα της πόρτας, χιονισμένο, βαρύ, δυνατό, με τους σωρούς τα κούτσουρα στα χέρια κι’ έξω το χιόνι να στροβιλίζεται και να πέφτει, σκεφτόταν: Ο άντρας μου! Και γέμιζε περηφάνια και καμάρι που μπορούσε ακόμα να της προσφέρει ασφάλεια και ένιωθε και η ίδια πιο δυνατή από τη δύναμή του. Ο παππούς πάλι όταν καθόταν να βγάλει τις χιονισμένες μπότες του και κοίταζε τη γριά του να στοιβάζει τα ξύλα με περισσή επιδεξιότητα στην εστία, έτσι που να θεριέψει η φωτιά και να κρατήσει ώρες, και να φέρνει τις πολυθρόνες τους σιμά στο τζάκι και το καλάθι με τα ξερά σύκα και τα καρύδια για να ζεσταθούν, σκεφτόταν και εκείνος με θαυμασμό και τρυφερότητα: Η γυναίκα μου!

Eτσι περνούσε λοιπόν κι’ αυτός ο χειμώνας, με ξερά φρούτα, τσάι του βουνού και θύμησες από τα περασμένα χρόνια, και είχε μπει πια ο Νοέμβρης. Τότε ο παππούς αρρώστησε με τη μέση του. Δεν ήταν κάτι για να ανησυχεί, αλλά ο γιατρός που ήρθε απ’ την πόλη, είπε πως πρέπει να μείνει στο κρεβάτι. Τουλάχιστον δυο μήνες, είπε, για να ξεκουραστεί και να γιάνει. Αφού το είπε ο γιατρός, έτσι έπρεπε και να γίνει το λοιπόν. Όμως σαν να ήθελε ο χειμώνας να τους δοκιμάσει, έπιασε να γίνεται όλο και πιο βαρύς και τα ξύλα για το τζάκι τέλειωσαν.

Tι να κάνει η γιαγιά, φορτώθηκε το τσεκούρι, τυλίχτηκε στο χοντρό το αμπέχονο του παππού απ’ τον τελευταίο πόλεμο και βγήκε στο κρύο. Δεν ήταν εύκολο. Τα χέρια της πάγωσαν σχεδόν αμέσως και το τσεκούρι της φαινόταν δέκα φορές πιο βαρύ. Να κόψει ολόκληρα δέντρα ούτε συζήτηση, μα τα κλαριά που έβρισκε δεν κάναν για το τζάκι: είτε καιγόντουσαν άσχημα και γέμιζε το δωμάτιο καπνούς, είτε δεν άναβαν καθόλου και έπρεπε τότε να ξαναβγεί στον χιονιά να κόψει άλλα.

Ο παππούς από το κρεβάτι του την έβλεπε να παλεύει έτσι μονάχη της και στενοχωριόταν. Ήθελε να τη βοηθήσει, μα πώς; Δεν γινόταν να κουνηθεί ούτε πόντο, χωρίς να υποφέρει από φρικτούς πόνους.

Το να είναι καρφωμένος στο κρεβάτι, ανήμπορος να κουνηθεί τον πόναγε όμως περισσότερο. Το έβαλε τότε πείσμα να γιάνει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, για να μπορέσει να βγει εκείνος πάλι για τα ξύλα τους.

Έτσι κι’ έγινε. Σε ένα μήνα, μπόρεσε να σηκωθεί και να καθίσει στην καρό του πολυθρόνα κοντά στην εστία. Και όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, τόσο και βελτιωνόταν η υγεία του, όλο και πιο δυνατός ένιωθε. Δεν έλεγε όμως τίποτε στη γριά, ήθελε να της κάνει έκπληξη. Αυτό θα ήταν το δώρο του για τα Χριστούγεννα. Την παραμονή λοιπόν και ενώ η γιαγιά ήταν απασχολημένη στην κουζίνα ψήνοντας κουλουράκια με διάφορα σχήματα, χιονάνθρωπους, έλατα και αφράτα αστεράκια, ο γέρος βγήκε κρυφά έξω, τράβηξε προς την πιο κοντινή συστάδα και σε μια ώρα είχε κόψει σχεδόν ένα βουνό ξύλα. Τα πήρε στην αγκαλιά του και όρμησε στην καλύβα γελώντας. Η γιαγιά, που δεν είχε καταλάβει τίποτα, τρόμαξε από το θόρυβο της πόρτας και γύρισε απότομα.

Σαν είδε τον παππού έτσι όπως πρώτα στο άνοιγμα, φούσκωσε η ψυχή της. Σκούπισε τα αλευρωμένα χέρια της στην ποδιά της και ρίχτηκε πάνω του τόσο απότομα, που του έπεσαν τα ξύλα στο πάτωμα και κύλησαν σε όλη την καλύβα.

«Το ήξερα», είπε η γιαγιά και χώθηκε βαθιά στην αγκαλιά του. Έτσι πέρασαν την παραμονή των Χριστουγέννων αγκαλιασμένοι τρώγοντας τα κουλουράκια και πίνοντας ζεστό κρασί, και το ίδιο έκαναν και το άλλο πρωί και την μέρα που ακολούθησε. Ήξεραν πια και οι δύο: το τζάκι έτσι ή αλλιώς δεν θα έμενε ποτέ σβηστό.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.