Μετρο-μετρο ολο πιο μακρια…

Βρέχει βιαστικά, αγχωτικά, γρήγορα… Εχω την εντύπωση πως η βροχή ομολογεί στις μέρες μας σβησμένα μισόλογα έτσι γρήγορα που περνά, αφήνοντας πίσω της μιαν αίσθηση απουσίας. Θέλει να περάσει επιδεικτικά από τους χειμώνες μας, σαν όλα του κόσμου τα πουλιά που αποδημούν επί αιώνες. Στο γκρίζο πέρασμα πουλιών και βροχής, οφείλω την καθήλωσή μου στη χερσαία πραγματικότητα που περιβάλλουν ο γιορτινός διάκοσμος των Χριστουγέννων, αναβοσβήνοντας εντός μου φθορές και σχήματα ξεθωριασμένα από το χρόνο.

Στις γιορτές μελαγχολώ πάντα χωρίς να ξέρω γιατί πρώτα και γιατί… μετέπειτα… Ξεριζώνω τις αναμνήσεις μου μαζοχιστικά σχεδόν και μεταφέρομαι… Πότε στα οβάλ τραπέζια της οικογένειας με τα πορφυρά τραπεζομάντιλα, πότε σ’ ένα ταψί σιροπιαστά, κανταΐφια ή μπακλαβάδες, άλλοτε σ’ ένα πανεράκι γεμάτο με ικαριώτικα αμύγδαλα και ξερά σύκα. Η μαμά φύλαγε αυτή την γλυκιά και πικάντικη συγκομιδή του καλοκαιριού για τις γιορτές, και μας τη σέρβιρε επιδεικτικά στο τραπέζι το βράδυ της παραμονής. Μαζί φύλαγε πάντα και το καλό τραπεζομάντιλο και τα χειροποίητα κεντήματα για τα τραπέζια του σαλονιού, το καλό σερβίτσιο για το γεμιστό κοτόπουλο και τα σαρακατσάνικα κιλίμια για τα πατώματα.

Αυτή η ιλουστρασιόν αισθητική χρυσίζει την ψυχή μου κάθε χρόνο, που δεν απαστράφτει πλέον, όπως παλιά. Δεν νοιάζομαι τόσο για τη λάμψη που χάνεται αργά και σταθερά, όσο για τα λινά που ξέφτισαν, για τα απλάδια που έγιναν σφουγγαρόπανα και για τα κανταΐφια που ποτέ δεν κατάφερα να… χειροποιήσω.

Φουρτουνιασμένος καιρός, μπουρίνι η φρενίτιδα των υποχρεώσεων, ελάχιστες στιγμές απομένουν για να καταλάβεις το νόημα της γιορτής.

Το ξημέρωμα κάθε 25ης Δεκέμβρη βαδίζαμε προς την εκκλησία, ανω-θρώσκοντες, υψιπετώντας σχεδόν, διαβάζοντας το στερέωμα. Πώς να ξεχάσω κομήτες και διάττοντες που έπαιρναν στη διαδρομή όλες μου τις επιθυμίες! Να φύγω, να ταξιδέψω, ν’ απογειωθώ…

Στον Αη-Βασίλη δεν πίστεψα ποτέ! Τον έβλεπα στις εικόνες να σκαρφαλώνει καμινάδες και να μη μουτζουρώνεται και χλεύαζα όλους όσους πίστευαν στο μύθο του. Τζάκι στο σπίτι δεν είχαμε, ως εκ τούτου είχα απαλλαγεί από τη μυθολογία της εφόδου του στο κρεβάτι, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, με δώρα και παιχνίδια… Για μένα δώρο θείο ήταν η ομήγυρη της οικογένειας λίγο πριν τις 12.00 στο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού, γύρω από μια ξυλόγλυπτη τόμπολα.

Ύστερα, δώρο ήταν που ο επιστάτης της ηλεκτρικής εταιρείας, προ ΔΕΗ, έσβηνε τα φώτα στην πόλη. Ξεχυνόμασταν τότε όλοι στο δρόμο τραγουδώντας «πάει ο παλιός ο χρόνος!»

Η γαλοπούλα μου -ο κούρκος όπως λέμε στη Θράκη ή Διάνος- περιμένει στο ψυγείο για την τελετουργία. Οι γιορτές μας περνούνε πια την υπογαστρική τους διάσταση, η μαγεία του φωτός στο στερέωμα χάθηκε οριστικά! Δώρα γεμίζει το σπίτι, δώρα όμως που καμία σχέση δεν έχουν με το τραγούδι της παραμονής στο σοκάκι της γειτονιάς και τον μαιναδισμό που υπαγόρευε τότε το πέρασμα του χρόνου.

Στο κουτί των Χριστουγεννιάτικων φυλάσσω με σπουδή όλα τα στολίδια της νέας εκδοχής στη ζωή μου, που σήμανε με το τέλος της αθωότητας. Απογράφω εκ νέου το χρόνο σ’ αυτό το χάρτινο κιβώτιο, που έχει ταξιδέψει Αθήνα-Κομοτηνή-Αμαλιάδα, αναλλοίωτο σχεδόν, σαν κομμάτι του βίου που τρέχει… Τίποτε δεν μου λέει ότι το χαρτόκουτο θ’ αντέξει το βάρος των χρόνων που έρχονται, ότι το περιεχόμενό του θα κρατήσει να μου θυμίζει κομμάτια του παζλ… 1990, 1987, 1996… Χρυσές κονκάρδες χρόνων που διατηρούν στιγμιαία την αξία τους. Υστερα… τίποτε…

Παράλληλα με τα μπικουτί, στο πιο κρυφό συρτάρι μου έχω φυλαγμένα τα ακριβότερα από το διάκοσμο αυτής της επαναλαμβανόμενης απογραφής… Εκεί κάπου το 1988 διαβάζω: «Σήμερα η Νατάσσα τραγούδησε τα πρώτα της κάλαντα…» Μια απογραφή που συνθέτει νέες αναφορές και ξετυλίγεται σαν σερπαντίνα που συνεπαίρνει. Αρχέτυπά της πάνω-κάτω τα ίδια σύμβολα. Δεν ζήσαμε σε σπίτι με τζάκι και στις σωληνώσεις του καλοριφέρ δεν χωρούσε ο χοντρός Αη-Βασίλης… Παρόλα αυτά αντέχουμε τις γιορτές, υποκλινόμαστε στη μυθολογία τους. Παρόλα αυτά, ομνύουμε στο στερέωμα που λάμπει στο κρύο, υπαινισσόμενο ότι κάποιος εκεί πάνω γιορτάζει… γενέθλια.

Κάποιοι παιχνιδίζουν με χορό την αιωνιότητα της ύπαρξης, που τόσο εύκολα αρμενίζει μικρές κουκίδες, αταίριαστες, σε μια μοναδική αρμονία… Χριστούγεννα πάντα συναντιόμαστε, και την Πρωτοχρονιά καταλήγουμε στη μελαγχολία… Πίσω από το ιλουστρασιόν, το κόκκινο, τα Αλεξανδρινά και τις φάτνες. Καλές γιορτές λοιπόν, όσο παραμένουν ημιθανή και άδεια, τα χαρτοκιβώτια των στολιδιών, όσο ζει η αμεριμνησία στοχασμών και αυταπάτης…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.