Ο συγγραφεας παραβατης οριων

Έχει ήδη τιμηθεί με πάρα πολλά βραβεία η Ρέα Γαλανάκη (κρατικά, μυθιστορήματος και διηγήματος, της Ακαδημίας, κ.λπ.). Η χρονιά που φεύγει της χάρισε ακόμη ένα, το Βραβείο Αναγνωστών για το βιβλίο «Βαθιά αμίλητα νερά».

Ρέα Γαλανάκη όμως με τον δικό της, μοναδικό λόγο…

Για τον τόπο γέννησής της…

«Γεννήθηκα στο Ηράκλειο της Κρήτης, σ’ ένα αστικό σπίτι. Από δυο γονείς γιατρούς. Ο πατέρας μου έκανε Doctorat στη Γαλλία, στο μεσοπόλεμο και η μάνα μου είχε σπουδάσει στην Βιέννη κι έτσι είχα μια πολύ καλή εκπαίδευση σ’ ένα πολύ καλό σχολείο στο Ηράκλειο, το περίφημο τότε Λύκειο «Κοραής». Χρωστάω πάρα – πάρα πολλά στους δασκάλους μου που είχα εκεί. Μνημονεύω πάντα τον Μενέλαο Παρλαμά, ένα εξαιρετικό φιλόλογο και οφείλω πάρα πολλά στην παιδεία που φρόντισαν να έχω οι αυστηροί, αυστηρότατοι κατά τ’ άλλα γονείς μου.

Για τα παιδικά της χρόνια …

Σε μια κοινωνία του 50, 60 στην Κρήτη που πράγματι ήταν μια ιδιαίτερα αυστηρή κοινωνία, ιδιαίτερα για τα κορίτσια, μπορώ να πω ότι οφείλω πολλά στη γιαγιά μου, τη μητέρα της μάνας μου, η οποία ήταν μια αγράμματη γυναίκα, αλλά εξαιρετικής δύναμης και καλοσύνης. Θρησκευόμενη, με το τσεμπέρι πάντα στο κεφάλι όταν πήγαινε στις εκκλησίες και με έπαιρνε μαζί της. Έτσι, άκουγα κι εγώ τη λειτουργία. Υπήρχε μια αίσθηση «γλώσσης» από τότε. Στην γιαγιά μου και στις υπηρέτριες που είχαμε στο σπίτι, οφείλω πάρα πολλά. Ήταν κορίτσια αγράμματα που ερχόντουσαν από τα χωριά να δουλέψουν, να βγάλουν το ψωμί τους, δύσκολες εποχές για την Ελλάδα και στα αστικά σπίτια τότε, υπήρχαν πάντα τα κορίτσια που βοηθούσαν.

Για τα πρώτα συγγραφικά βήματα…

Έγραφα πάντα, έγραφα από πολύ μικρή, στο σπίτι, στο σχολείο. Έγραφα καλές εκθέσεις, διαβαζόντουσαν μάλιστα και στις τάξεις, ήμουν εξαιρετική μαθήτρια σε σημείο σχεδόν εγκληματικό. Έδωσα εξετάσεις και μπήκα στην Φιλοσοφική Αθηνών με σκοπό να γίνω συγγραφέας. Σκοπός μου και στόχος μου ήταν πάντα να γίνω συγγραφέας γι’ αυτό και διάλεξα να πάω στην φιλολογία.

Για τον πρώτο μεγάλο έρωτα…

Ερωτεύτηκα στα 18 μου. Το «παιδί» που ερωτεύτηκα ήταν αριστερός, σύντομα έγινα κι εγώ αριστερή και ακόμη πιο σύντομα ήρθε η Δικτατορία και εκεί άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Ο άντρας μου υπήρξε από τους ιδρυτές της πρώτης αντιστασιακής φοιτητικής οργάνωσης στην Ελλάδα, του «Ρήγα Φεραίου» με αποτέλεσμα να καταδικαστεί στα 20 του χρόνια σε ποινή κάθειρξης 21 ενός έτους. Εγώ για πεντέμιση χρόνια πήγαινα στην φυλακή, βλεπόμασταν, μετά η σχέση μας δεν συνεχίστηκε…

Για τις πρώτες κριτικές…

Υπήρξε μια φοβερή λογοκρισία εκείνα τα χρόνια, στο γράψιμό μου. Ό,τι είχα γράψει από παιδί οκτώ ετών έως τότε, μέσα στην Δικτατορία και μ΄ αυτές τις προσωπικές περιπέτειες τα έσκισα και τα έκαψα όλα, τα έκαψα τελετουργικά. Από εκεί και έπειτα άρχισα να γράφω πολύ μικρά και κλειστά ποιήματα, επιγράμματα τα οποία αποτέλεσαν, μερικά από αυτά, τις πρώτες μου δημοσιεύσεις στο περιοδικό «Συνέχεια», 3 – 4 ποιήματα και μετά την πρώτη μου ποιητική συλλογή, συνέχισα με μια δεύτερη ποιητική συλλογή. Δεν είχα όμως την ηρεμία. Όλη αυτή η πολιτική ενασχόληση μπορώ να πω ότι κάπως με είχε τραβήξει και σ’ ένα άλλο κλίμα, δεν μπορούσα να αφοσιωθώ ακόμα στη Λογοτεχνία. Επίσης, έπρεπε να δουλεύω για να ζω, έκανα μαθήματα, γιατί η σχέση μου με το σπίτι δεν ήταν πάντα πολύ καλή και ούτε τελικά αποδείχτηκαν οι γονείς μου τόσο πλούσιοι, όσο νόμιζα πώς ήταν όταν ήμουν παιδί.

Για τον γάμο και την συγγραφή…

Ουσιαστικά έγινα συγγραφέας, καλό ή κακό δεν ξέρω, αυτό που είμαι σήμερα τέλος πάντων, από τη στιγμή που γνώρισα το σημερινό μου σύζυγο και πρέπει να το πω: Ναι μεν γυναίκα – γυναίκα αλλά και ένας άντρας στο πλάι μας καμιά φορά έχει ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Ο οποίος με πήρε, μέσα από πολύ δύσκολες συνθήκες ζωής, και μου είπε: «Εντάξει δεν έχουμε πάρα πολλά λεφτά», ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, «αλλά θα κάνεις ό,τι θέλεις». Εγώ του είπα ότι θέλω να γράψω, μου είπε γράψε, να κάνεις αυτό που θέλεις. Και πράγματι σταμάτησα να δουλεύω, είχα κάνει και τα χαρτιά μου μετά τη Δικτατορία, είχα διοριστεί ως φιλόλογος κάπου στην Ήπειρο και δεν πήγα ποτέ μου. Έτσι, σιγά – σιγά στην Πάτρα, συγκεντρώθηκα και άρχισα να γράφω. Έγραψα ποιήματα, μετά κάποια αφηγηματικά ποιήματα και σιγά – σιγά πέρασα στην πεζογραφία και υπάρχει το έργο. Σ’ άλλους αρέσει, σ’ άλλους δεν αρέσει, αυτό είναι. Είναι το έργο ενός ανθρώπου.

Για τη συντηρητική στροφή της κοινωνίας…

Θεωρώ ότι όταν εμείς οι γυναίκες γράφαμε μέσα στη Δικτατορία και μέχρι το 1989 – 1990 περίπου, είχαμε μεγαλύτερη άνεση, μεγαλύτερη ελευθερία. Έχω την εντύπωση ότι η κοινωνία μετά το 1990, στην Ελλάδα ειδικά, έχει ιδιαίτερα συντηρητικοποιηθεί, παρόλο που είναι μια σταθερή δημοκρατία πλέον και πρέπει όλοι να είμαστε πάρα πολύ ευτυχείς γι’ αυτό γιατί είναι ό,τι πιο σημαντικό έχει γίνει. Παρόλο αυτά μέσα στην ίδια την κοινωνία έχουν πάρα πολύ συστηματοποιηθεί κάποια μορφώματα, τα οποία είναι ακραία, τα οποία μπορεί να είναι φασιστικά, ξενοφοβικά, φανατικά χριστιανικά κ.α. Έχω την εντύπωση ότι ξαφνικά οι γυναίκες αρχίζουν να δίνουν μια μάχη, αλλά αυτή την μάχη πλέον δεν τη δίνουμε για κάποιες αριστερές ιδέες, που και αυτές πια πολύ μας προβληματίζουν αν υπήρξαν και σωστές ή τέλος πάντως, αν εξακολουθούν να υπάρχουν. Αλλά μας προβληματίζει πιο πολύ ότι πρέπει να υποστηρίξουμε πια πολύ βασικά πράγματα της δημοκρατίας, όπως το: Ισότητα – Αδελφότητα – Ελευθερία. Είναι απίστευτο, μπροστά στα προβλήματα που έχουν ανακύψει σε μια κοινωνία, το να μπορεί κανείς να θεμελιώσει και να υποστηρίξει αυτές τις αξίες είναι πολύ σημαντικό. Βέβαια αυτό στη Λογοτεχνία είναι πολύ πιο περίπλοκο, δεν γράφουμε για να ποιήσουμε μια μπροσούρα ή κάτι άλλο.

Για την γυναικεία γραφή…

Για μένα ο γυναικείος λόγος δεν σημαίνει απολύτως τίποτα στη Λογοτεχνία Είναι ευχάριστο το ότι οι γυναίκες τώρα μπορούμε πιο εύκολα να γράφουμε, αλλά πάντα σημασία έχει το τι γράφουμε, είτε γυναίκες είμαστε είτε άνδρες. Όταν μπαίνουμε στη Λογοτεχνία δεν ενδιαφέρει τόσο πολύ το ότι είμαστε γυναίκες. Επίσης δεν υπάρχουν θέματα γυναικεία, αυτό το απορρίπτω τελείως. Δεν υπάρχει τρόπος γυναικείος. Τι θα πει τρόπος γυναικείος; Η γυναίκα δεν είναι μονόλογος, είναι διάλογος είναι πάντα ο διάλογος με την εποχή της, με το αρσενικό, με τα παιδιά της. Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρός γυναικείος λόγος εάν δεν τεθεί σε μια επικοινωνία, σ’ ένα διάλογο με το υπόλοιπο περιβάλλον, είτε στο παρελθόν αναφερόμαστε, είτε στο παρόν.

Για τη συγγραφική τέχνη…

Δεν υπάρχουν συνταγές. Αν υπάρχει κάτι είναι η μόρφωση και το ένστικτό μας που μας οδηγεί. Το λογοτεχνικό μας ένστικτο. Αν γραφόντουσαν δέκα βιβλία για τον «Ισμαήλ Φερίκ Πασά» ή για το «Θα υπογράφω Λουί» θα υπήρχαν δέκα διαφορετικοί άνθρωποι. Εγώ τα έγραψα με αγάπη, με συγκίνηση, με είχαν συγκινήσει οι περιπτώσεις των ηρώων και προσπάθησα να τους δώσω μια εσωτερική ζωή τέτοια, όπως εγώ την κατανοούσα.

Για τους συγγενείς του Ισμαήλ Φερίκ Πασά σήμερα…

Το βιβλίο μεταφράστηκε στην Αίγυπτο. Τελικά παρουσιάστηκαν συγγενείς του Ισμαήλ Φερίκ Πασά. Είναι 5η γενιά. Μια καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου με σπουδές στην Ευρώπη, στο Εδιμβούργο. Με βρήκε και άρχισε να μου στέλνει email: «Η πραγματικότητα είναι μια μεταφορά» ήταν η πρώτη της κουβέντα . Η οποία βέβαια δεν ήξερε ότι αυτός ο φοβερός πρόγονος ήταν χριστιανός και ελληνικής καταγωγής. Η γυναίκα αυτή, αν και μουσουλμάνα, το δέχτηκε με πάρα πολύ μεγάλη χαρά, δεν την ένοιαξε καθόλου. Μου είπε σας ευχαριστώ που κάνατε αυτή τη δουλειά για τον πρόγονό μου. Θέλω να μάθω ελληνικά και θέλω να έρθω στην Ελλάδα. Αυτό το βρίσκω ένα επιμύθιο υπέροχο.

Για τον τρόπο αναζήτησης…

Κάνω ερμηνείες. Νομίζω ότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να φτάσει στην ουσία και στο βάθος. Για παράδειγμα για τον Ισμαήλ, όταν προσπαθήσεις να ελέγξεις γιατί σε συγκινεί κάτι, βρίσκεις ότι υπάρχουν σημεία ταύτισης. Για παράδειγμα αρνήθηκα να γυρίσω στην Κρήτη, η άρνηση του Ισμαήλ, ο νόστος του οποίου του προξενεί θάνατο για μένα ήταν ένα σημείο ταύτισης. Με τον Λουί με συγκίνησε πολύ ο ρομαντισμός του και οι έννοιες της Επανάστασης και του Έρωτα, τα σημεία σύνδεσης και τα σημεία απόκλισης και ματαιότητας που μπορούν να έχουν και τα δυο αυτά από τότε έως και τις μέρες μας. Η Αλταμούρα ήταν μια συγκλονιστική γυναίκα.

Για τα όρια του συγγραφέα…

Ο συγγραφέας είναι παραβάτης των ορίων, δεν υπάρχουν όρια για το συγγραφέα. Επιθυμεί να μπορεί να κινηθεί και να είναι κοντά και στον λαϊκό άνθρωπο και στον αστό και στον αριστοκράτη, στα πάντα. Να μπορεί να κινηθεί και στη ζωή και στο θάνατο. Είναι πράγματα τα οποία η Λογοτεχνία και η δύναμη του λόγου τα επιτρέπει. Μπορεί κανείς να παραβιάζει όρια και να είναι παντού. Γι’ αυτό και οι άνδρες γράφουν εξαιρετικά κείμενα για γυναίκες και οι γυναίκες εξαιρετικά κείμενα για άνδρες.

Για το διάβασμα…

Οι Λογοτεχνικές καταβολές είναι πάντα πολύ ελλιπείς. Προσπαθώ αλλά ποτέ δεν καταφέρνω πραγματικά να διαβάσω όσα θα ήθελα. Μια ζωή διαβάζω.

Για τα Ιστορικά μυθιστορήματα…

Νομίζω ότι είναι ενδιαφέροντα κείμενα. Απευθύνονται και στο συλλογικό υποσυνείδητο. Δεν είναι ιστοριούλες, με τις οποίες θα κάνεις μια ταύτιση μέσω μιας ερωτικής σχέσης κ.α. αλλά αναφέρονται και στο συλλογικό υποσυνείδητο, και στην αντίληψη που έχουμε για το ποιοι είμαστε, στην ταυτότητά μας, στην ιστορία μας, στο έθνος μας κ.α. Εκεί πράγματι μπορεί να κάνεις τομές και ρήξεις, αλλά και να μην κάνεις τίποτα.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.