Αναπηροι πολεμου… Ηρωες της Πινδου

Το μεγάλο ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου του 1940 επιστρέφει, μαζί και η ξεχωριστή εκείνη ημέρα, αλλά και οι άλλες που ακολούθησαν, στις μαρτυρίες που φιλοξενεί σήμερα το «Εμείς η Πόλις». Γυρίζουμε με πρωταγωνιστές τους Αναπήρους Πολέμου στην αρχή μιας εκστρατείας που όλοι τη λένε “Έπος” καλύπτοντας ένα ένδοξο μέρος της μακραίωνης ελληνικής ιστορίας μας, που περιέχει εν αφθονία τα δύο στοιχεία που συνθέτουν γενικά την ιστορία, τα γεγονότα και το «άρωμα» της εποχής. Τα μεν γεγονότα έχουν καταγραφεί από ιστορικούς, ώστε να δύνανται οι ενδιαφερόμενοι να ανατρέξουν σε συγγράμματα προς γνώση και εξαγωγή συμπερασμάτων και ακόμη μεταγενέστεροι ιστορικοί να μπορούν να τα αποκαταστήσουν, έστω και αν έχουν παρέλθει αιώνες. Το «άρωμα», όμως, όπως και τα αισθήματα των πρωταγωνιστών, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ολόκληρος ο ελληνικός λαός, την εποχή των γεγονότων, χάνεται από τον άνεμο του χρόνου, ακόμη και για αυτούς που τα έζησαν… «Άρωμα» Έπους μέσα από τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών…Χριστιανών και Μουσουλμάνων της Ροδόπης.

Ανάπηροι πολέμου…Ήρωες της Πίνδου

Ρεπορτάζ: Μαρία Νικολάου

Η κήρυξη του πολέμου τους βρήκε να οργώνουν και να σπέρνουν τα χωράφια τους. Το έμαθαν το απόγευμα της ίδιας ημέρας και αμέσως έφυγαν με τα πόδια για την Κομοτηνή. Δεν είχαν ατομικές προσκλήσεις, η επιστράτευση ήταν γενική. Έπρεπε να παρουσιαστούν από την κλάση του Ί7 μέχρι του ‘40.

Σκάρλος Τσιμπλιαράκης 91 ετών, ανάπηρος πολέμου:

«Κανείς δε φοβόταν. Τραγουδούσαμε και πηγαίναμε σε πόλεμο!»

Πού σάς βρήκε η κήρυξη του πολέμου;

Ήμουν 24ετών, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Ήμουν στο χωράφι. Άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες, έτρεξαν και οι γυναίκες στα χωράφια φωνάζοντας, «Πόλεμος! Πόλεμος!». Πήγα αμέσως και παρουσιάστηκα στην αστυνομία. Πήρα από εκεί οδηγίες για το πού θα καταταχθώ. Μ’ έστειλαν στο Κόσμιο, όπου εκεί βρίσκονταν το ιππικό. Πήγαμε στην Αλεξανδρούπολη και συγκροτήσαμε ομάδες. Πρώτο έργο να επιτάξουμε άλογα από διάφορους οικισμούς.

Ποια ήταν η δουλειά σας;

Κάθε ένας είχε από ένα άλογο και από ένα μεταγωγικό. Κουβαλούσαμε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Σε λίγες μέρες ξεκινήσαμε για την Αλβανία με το τρένο. Ανεβήκαμε και φτάσαμε στο Αμύνταιο. Διψούσαμε τόσο πολύ που μόλις είδαμε μια βρύση τρέξαμε να πιούμε νερό, αλλά ήταν ξινό. Από εκεί πήγαμε στην Άνω Δρούσα, ένα χωριό στους πρόποδες του Βέρμιου. Περιμέναμε είκοσι μέρες εκεί μέχρι που έπεσε η Κορυτσά. Ξεκινήσαμε νύχτα και τραβήξαμε για την Αλβανία. Όταν περάσαμε τα σύνορα βρεθήκαμε σε μια κωμόπολη, σαν τις Σάπες, με καταστήματα, δρόμους, αλλά δεν είδαμε κανένα άνθρωπο. Την διασχίσαμε και βγήκαμε σ’ ένα χωριό. Τότε εμφανίστηκαν τα αεροπλάνα. Μπήκαμε σ’ ένα χωράφι με καπνό και κρυφτήκαμε εκεί. Ο καπνός ήταν πιο ψηλός από εμάς. Μετά από πολύωρη πεζοπορία φτάσαμε στον κάμπο της Κορυτσάς, από εδώ μέχρι την Ξάνθη, τόσο μεγάλος ήταν. Στον πάτο είχε μια λίμνη και άσπριζε το νερό. Με τ’ άλογα πήγαμε στο Ελ Βασάν, όπου μάχονταν το πεζικό, το πυροβολικό, για να τους ενισχύσουμε. Εκεί δεχτήκαμε επίθεση από τους Ιταλούς, έπεσα σε ένα ξηρο-πόταμο, έγινα μούσκεμα. Δεν μπορούσα να συνεχίσω την πεζοπορία. Κρύωνα, «αν συνεχίσετε θα πεθάνω», τους είπα. Σταμάτησε ο Λοχαγός και μου έδωσε κονιάκ, τότε ζεστάθηκα και μπόρεσα να συνεχίσω. Τέτοιο κρύο δεν ένιωσα ποτέ ξανά στη ζωή μου.

Θυμάστε ποιος ήταν ο πρώτος Ιταλός που αντικρίσατε;

Έφεδρος αξιωματικός, φοιτητής ήταν ο πρώτος Ιταλός που είδα. Παραδόθηκε σε μας. «Αν γυρίσω πίσω, θα με σκοτώσουν» μας είπε. Ήξερε πολλές ξένες γλώσσες. Τον οδήγησαν οι δικοί μας στις φυλακές.

Στην Κορυτσά τι κάνατε;

Στην Κορυτσά θυμάμαι μείναμε τρεις μέρες. Συμμετείχα κι εγώ στις μάχες. Θυμάμαι πεινούσα τότε και έψαχνα να βρω ψωμί. Πήγα σ’ ένα φούρνο και πήρα ένα κομμάτι. «Μισό στον πολίτη – μισό στον στρατιώτη» το έδινε ο φούρναρης. Ήταν το πιο νόστιμο ψωμί που έφαγα ποτέ. Στο νοσοκομείο που είχαν κάνει οι Ιταλοί και το επισκέφτηκα συνάντησα πολλούς Έλληνες τραυματισμένους. Φύγαμε νύχτα και φτάσαμε κοντά στην «Κλεισούρα». Ένας δρόμος οδηγούσε στα «Τρία Αυγά»και ένας δρόμος στο «Τεπελένι». Πήγαμε στο χωριό «Κούκερε» και καθίσαμε. Μόλις το είχαν καταλάβει οι δικοί μας, ήταν τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός που πήγαν να παρελάσουν. Τότε επέστρεψαν οι Ιταλοί και άρχισαν τα πυρά εναντίον τους. Σκοτώθηκαν πάρα πολλοί Έλληνες, πολλούς τους πήραν τραυματίες στο Νοσοκομείο. Είκοσι μέρες χρειάστηκε, μετά απ’ αυτή τη μάχη, για να καταλάβουν την Κλεισούρα. Όταν περάσαμε και πήγαμε στη «Τρεμπεσίνα», ένα μεγάλο βουνό που το χώριζε στην μέση ένα ποτάμι, ήρθε το Πυροβολικό και ενισχύθηκε η θέση μας.

Δουλειά μου ήταν, όπου υποχωρούσε και «έσπαζε» το μέτωπο, να πηγαίνω, γιατί το Ιππικό έπρεπε τα συγκεκριμένα σημεία να τα υποστηρίξει. Εγκαταστήσαμε το Πεζικό και έδωσαν μάχη οι δικοί μας. Τη θυμάμαι αυτή την μάχη, παρακολουθούσα τους Ιταλούς μέσα στα χιόνια. Κάποιοι κρύφτηκαν σε μια σπηλιά για να γλιτώσουν τους βρήκαν όμως οι δικοί μας και τους αιχμαλώτισαν.

Πώς αντιμετωπίζατε τους Ιταλούς αιχμαλώτους πολέμου;

Τους συμπεριφερόμασταν καλά, δεν τους πειράζαμε. Τους στέλναμε στην Αθήνα και ησύχαζαν οι άνθρωποι. Θυμάμαι ένας μου ζήτησε τσιγάρο και του έδωσα, αμέσως με «τύλιξαν» και οι άλλοι, τους μοίρασα το πακέτο που είχα.

Τι συνέβη και χάσατε το πόδι σας;

Πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Σ’ ένα δρόμο δεχθήκαμε επίθεση από ένα Ιταλικό κανόνι. Έπεσα κάτω και σκέφτηκα ότι τώρα σκοτώθηκα. Σηκώθηκα, έπιασα τα χέρια μου, το στομάχι μου, πήρα θάρρος, λέω στον εαυτό μου γλίτωσα, κοιτάζω πιο κάτω και βλέπω το ένα μου πόδι δίπλα, κομμένο. Με πήραν μ’ ένα φορτηγό. Όταν φτάσαμε στο πρώτο Ορεινό Χειρουργείο, πέρασαν τρία αεροπλάνα Ιταλικά τόσο κοντά που μας κούνησε ο αέρας. Ευτυχώς δεν μας βομβάρδισαν. Στο νοσοκομείο όλη μέρα γιατρός δεν υπήρχε, ήταν όλοι κρυμμένοι στα βράχια γιατί τα αεροπλάνα περνούσαν από πάνω. Όταν νύχτωσε, ένας ασθενής ζήτησε να κάνει το νερό του, τον οδήγησε ένας νοσοκόμος, τον έστησε σε ένα ειδικό ντιβάνι για να τον βοηθήσει. Όταν ήρθε του λέει: «Άντε, ακόμη»! Όταν τον γύρισε, συνειδητοποίησε ότι είχε πεθάνει. Δεν είχε καν ταυτότητα. Θάφτηκε ως αγνοούμενος. Τότε σκέφτηκα και παρακάλεσα τον Θεό: «Τουλάχιστον να φτάσω στην Ελλάδα κι εκεί ας μάθουν οι δικοί μου αν ζω ή αν πέθανα».

Δεν υπήρχε κανείς για να δει το τραύμα σας;

Το βράδυ με μετέφεραν σ’ ένα πέτρινο σπίτι και τότε με περιποιήθηκαν οι γιατροί. Οι τραυματιοφορείς με μετέφεραν στην άσφαλτο, όπου περίμεναν τα ασθενοφόρα. Ο δρόμος ήταν χάλια, ο πόνος ανυπόφορος, κάναμε όμως υπομονή. Δίπλα μου ήταν ένας στρατιώτης με κομμένα και τα δυο πόδια, πονούσε, φώναζε, έσκουζε: «Τι θα κάνω μανούλα μου;» και τότε σκέφτηκα: «Δόξα τω Θεώ, καλά είμαι έστω και με ένα πόδι. Ας ζήσω κι ας περπατώ με πατερίτσες».

Πώς σας υποδέχτηκαν στην επιστροφή;

Στα Γιάννενα μας κατέβαζαν με τα φορεία και ο κόσμος μας υποδέχονταν ως ήρωες. Ακόμη και για την ψυχαγωγία μας είχαν φροντίσει, για να πάρουμε κουράγιο. Τσιγάρα, μπισκότα τα πάντα στην διάθεσή μας. Οκτώ μέρες έκανα εκεί, οκτώ ψείρες βρήκα μέσα στα σεντόνια. Χάλια, βρωμιά και απόγνωση.

Στο μέτωπο πόσο διάστημα μείνατε;

Τέσσερις μήνες έκανα στο βουνό. Μετά τα Γιάννενα πήγαμε στην Αμφιλοχία και με πλοίο που έπαιρνε τους τραυματίες μας πήγαν στον Πειραιά. Όλοι οι τραυματίες ήταν από την Κλεισούρα, «θάλαμος Κλεισούρας» ονομαζόταν ο χώρος. Πάνω στο πλοίο ένας γιατρός με ρώτησε από πού είμαι και του απάντησα από την Θράκη. «Άαα», λέει εκείνος, «τη Θράκη την πήραν οι Βούλγαροι». Η στεναχώρια μου ήταν μεγάλη. Τότε έμαθα για τον τόπο μου.

Τους δικούς σας πώς τους ειδοποιήσατε;

Στο νοσοκομείο μια κυρία πήρε τα στοιχεία μου για να ειδοποιήσει τους δικούς μου ότι είμαι καλά. Με πήγαν στο χειρουργείο και περιποιήθηκαν το πόδι μου. Μετά έγραψα το πρώτο γράμμα. Συνεχίστηκε έτσι η επικοινωνία. Είχα συνεννοηθεί με τον πατέρα μου, αν τραυματιζόμουν να έγραφα στο γράμμα: «Το άλογο τραυματίστηκε στο πόδι, αλλά είναι καλά». Εννιά μήνες έκανα στο Νοσοκομείο. Κάθε μέρα ερχόταν εθελόντριες και μας κρατούσαν συντροφιά, μας πρόσφεραν ό,τι καλύτερο φαγητό μπορούσαν να βρουν. Όλος ο κόσμος είχε ρίξει όλη την προσοχή και την φροντίδα στα νοσοκομεία.

Φοβηθήκατε στο μέτωπο;

Δεν φοβήθηκα καθόλου στο μέτωπο. Σε ένα μέρος θυμάμαι που κάναμε επίθεση φωνάζαμε με πάθος: «Προχωρείτε – προχωρείτε! Αέρα -Αέρα -ΑΕΡΑ!» Δυο υψώματα που τα είχαν οι Ιταλοί φωνάζοντας «ΑΕΡΑ», μαζί με την χρήση όλων των όπλων τα πήραν οι δικοί μας.

Από την περιοχή σας υπήρχαν κι άλλοι στο μέτωπο;

Στο ιππικό είχαμε τέσσερις ακόμη από την περιοχή μας. Τώρα έχουν όλοι πεθάνει. Θυμάμαι τον Χρήστο Ιωαννίδη, τον Δήμο Γουγούσα, τον Κώτσο Τσατλάκη, άλλον δεν θυμάμαι.

Νιώσατε καθόλου φόβο;

Τρέχαμε όλοι να παρουσιαστούμε, καμία στεναχώρια. Όλοι μέσα στο τρένο τραγουδούσαν σαν να πήγαιναν σε γλέντι. Ακόμη και σφαίρες στον αέρα έριχναν! Κανείς δεν φοβόταν. Τραγουδούσαμε και πηγαίναμε σε πόλεμο! Κυρίως ένας από τη Ροδόπη, δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του, τραγουδούσε πάρα πολύ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την φωνή του.

Με το τραύμα τι έγινε;

Στο πόδι μου έκλεισε η πληγή, αλλά είχε οστεομυελίτιδα, είχε κοντύνει. Πήγα στο νοσοκομείο της Δράμας πολλές φορές μέχρι που αγανάκτησαν και οι γιατροί. Τότε τους είπαμε: «Κόψτε το να ησυχάσω». Έτσι και έκαναν. 24 ετών ήμουν και φόρεσα ξύλινο πόδι, είχα γυναίκα και δυο παιδιά. Το αγόρι μου αρρώστησε και πέθανε όταν ήμουν στο νοσοκομείο.

Νιώθετε περήφανος για τη συμμετοχή σας στο Έπος του 40;

Πολύ περήφανος. Κανείς από τότε δεν στεναχωριόταν. Όλοι καταλαβαίναμε ότι ζούμε ιστορικές στιγμές.

Θυμάστε κάτι πολύ έντονα, εκτός φυσικά από τον τραυματισμό σας;

Στην Τρεμπεσίνα είχαν ανεβάσει τους Κρητικούς να χτυπήσουν το Τεπελένι. Τα χιόνια τους πάγωσαν όλους. Τους έκοψαν τα πόδια, έπαθαν πολύ ζημιά οι Κρητικοί από το κρύο και τον πάγο. 50.000 ήταν ανεβασμένοι στο Βουνό, αν έμεναν στην Κρήτη ποτέ Γερμανός δεν θα πατούσε το πόδι του στο νησί.

Γυναίκες να κουβαλούν τρόφιμα και πολεμοφόδια στην πλάτη όπως λένε είδατε;

Εγώ δεν είδα τις γυναίκες. Αλλά άκουσα να μιλάνε γι’ αυτές οι άλλοι. Όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για τις γυναίκες που κουβαλούσαν πολεμοφόδια.

Γράμματα στο Μέτωπο παίρνατε;

Ναι, δεν μπορούσα βέβαια να τους γράψω πού είμαι και τι κάνω για λόγους ασφαλείας. Έστελνα κάρτα, μου έστελναν κάρτα. «Είμαι καλά» τους έγραφα και πρόσθετα: «Να προσέχετε, εγώ είμαι καλά». Περίμενα πώς και πώς τον ταχυδρόμο. Μας έδιναν κονιάκ και σταφίδες για να αντέξουμε.

Σκοτώσατε άνθρωπο;

Όχι άνθρωπο δεν σκότωσα. Αιχμαλώτους και λασπωμένους είδα πολλούς Ιταλούς, σε χειρότερη κατάσταση από εμάς εκείνοι. Σ’ ένα μέρος θυμάμαι είχαν άχυρα στρωμένα, έπαιρνες ένα άχυρο και ήταν γεμάτο ψείρες. Ζεμάτισα στο καζάνι τα ρούχα που φορούσα και αμέσως πάλι γέμισαν. Τόση πολύ ψείρα δεν είχα ξαναδεί. Ψείρες, χιόνι, λάσπη και κρύο. Πάλι καλά που βαστάξαμε.

Σύντροφο, πιστό συμπολεμιστή, είχατε τον καιρό του πολέμου;

Είχα δυο άλογα. Προχωρούσα μπροστά και πήρα λάθος δρόμο. Τότε φώναξα και ένας φίλος αναγνώρισε την φωνή μου και γύρισε να με πάρει. Είχα βουλιάξει, κανείς δεν γυρνούσε να με βοηθήσει. «Σκάρλε εσύ είσαι;» ρώτησε ο Στάθης Βασιλειάδης όταν άκουσε τη φωνή μου και ήρθε να με βοηθήσει. Αν δεν έχεις ένα φίλο καλόν να σε βοηθάει, δύσκολο είναι να τα καταφέρεις. Όπου κι αν πας φίλο θα πρέπει να έχεις, τα άλλα όλα είναι ψέματα! Και σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου πάλι θα πρέπει να έχεις φίλο.

Χασάν Ογλού Χουσεϊν, σύζυγος αναπήρου πολέμου: «Εμείς δεν ξέραμε αν ζει ή αν πέθανε. Όταν ήρθε διαπιστώσαμε ότι δεν έχει πόδια»

Πόσο χρονών ήσασταν όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος;

Το ‘21 γεννήθηκα. Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος ήμουν 19 ετών.

Τι θυμάστε;

Δύσκολα χρόνια. Αξέχαστα! Ήμουν νύφη οκτώ μηνών, όταν έφυγε ο άντρας μου. Έφυγε στο μέτωπο γερός και γύρισε χωρίς πόδια.

Είχαν φύγει όλοι οι άντρες τότε;

Τους είχαν πάρει όλους τους άντρες της ίδιας κλάσης από τον μαχαλά. Έμεινα μόνη χωρίς νέα από το μέτωπο, χωρίς να ξέρω αν ζει ή αν πέθανε.

Πού πολέμησε;

Στην Κορυτσά. Μέχρι που πέθανε έλεγε για τον πόλεμο. Χρόνια έμεινε στα νοσοκομεία, αλλά τον πόλεμο δεν μπόρεσε να τον ξεχάσει.

Εσείς είχατε νέα του;

Εμείς δεν ξέραμε αν ζει ή αν πέθανε. Όταν ήρθε διαπιστώσαμε ότι δεν έχει πόδια.

Πόσο χρονών ήταν;

24 ετών.

Πώς έγινε το κακό;

Δέχτηκε πυρά από κανόνι, γλίτωσε από θαύμα. Εφτά φορές εγχειρίστηκε για να γλιτώσει.

Η πολιτεία πώς τον τίμησε;

Του έδωσε ένα αυτοκίνητο δωρεάν, όπως και τα καύσιμα κίνησης. Θυμάμαι μια ζωή το θόρυβο από τα ξύλινα πόδια του.

Τη ζωή σας μπορέσατε να τη συνεχίσατε κανονικά όταν επέστρεψε;

Πέρασαν χρόνια για να συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε σταματήσει την ζωή μας. Κάναμε δυο παιδιά, τα μεγαλώσαμε με κόπο και βάσανα. 18 χρόνια έζησε μετά από εγκεφαλικό που υπέστη.

Επισκέψεις δεχόταν από φίλους ή συμπολεμιστές;

Από το Σύλλογο Αναπήρων δεχόταν επισκέψεις και ψυχολογική υποστήριξη. Πάλι καλά δεν τον ξέχασαν.

Όταν κηρύχτηκε πόλεμος και μάθατε ότι ο άντρας σας θα φύγει, πώς νιώσατε;

Δε χάρηκα. Φοβήθηκα από την πρώτη στιγμή!

Είχατε νέα του;

Ήταν στην Αθήνα κι εμείς τον είχαμε για πεθαμένο. Δεν έπαψα στιγμή να τον αγαπώ. Τον κλαίγαμε για πεθαμένο κι εκείνος ήταν ζωντανός. Μας τηλεφώνησαν: «Ο Χασάν Ογλού Χουσεϊν είναι ζωντανός» μας είπαν. Όταν ήρθε, διαπιστώσαμε την κατάστασή του.

Πώς ήταν η ψυχολογία του;

Υπήρχαν στιγμές που είχε κουράγιο κι άλλες που το έχανε.

Πώς καλύπτατε τα έξοδά σας;

Ευτυχώς, μια σύνταξη κι ένα αμάξι μας έδωσαν. Ό,τι μπορούσαμε κάναμε. Μεγάλωσαν και τα παιδιά μας, μας βοηθούσαν κι εκείνα.

Είστε περήφανη για το σύζυγο που είχατε, σύντροφος ανάπηρου πολέμου;

Πολύ περήφανη. Ο άντρας μου ήταν ήρωας πολέμου. Αλλά τα προβλήματα με «σακάτεψαν». Γλίτωσε βέβαια η πατρίδα μας. Μακάρι να μην γινόταν πόλεμος.

Χασάν Χουσεϊν, ανάπηρος πολέμου:

«Όταν με χρειάστηκε η πατρίδα ήμουν πρώτος. Δεν κρύφτηκα και ούτε είπα όχι!»

Πόσο χρονών είστε;

72 χρονών, είμαι της κλάσης του ‘46.

Πού πολεμήσατε;

Πολέμησα στο Γράμμο.

Πώς φτάσατε εκεί;

Από την Αλεξανδρούπολη με καράβι μας έστειλαν στην Θεσσαλονίκη και από εκεί στο μέτωπο με φορτηγά.

Πώς χάσατε το πόδι σας;

Έχασα το ένα πόδι μου από έκρηξη νάρκης.

Πώς ζείτε τώρα;

Τώρα ζω με την σύνταξη. Ζω, δεν έχω προβλήματα επιβίωσης και ευχαριστώ την πολιτεία.

Φοβηθήκατε στον πόλεμο;

Δεν φοβήθηκα ούτε μια στιγμή.

Πόσο χρόνο κάνατε στο βουνό;

Έκανα στο βουνό 1,5 χρόνο. Αντιμετωπίσαμε δυσκολίες, αλλά δε φοβηθήκαμε στιγμή.

Τι σκεφτήκατε όταν τραυματιστήκατε;

Πάτησα την νάρκη και αυτό ήταν, σημαδεύτηκε η ζωή μου. Πάλι καλά λέω, πάλι καλά είμαι, γιατί άλλοι δεν γύρισαν καθόλου εγώ επέστρεψα, έζησα και έφτασα στα 72. Ήμουν 25 χρονών. Νέο παλικάρι.

Πώς νιώθετε;

Πολύ περήφανος! Όταν με χρειάστηκε η πατρίδα ήμουν πρώτος. Δεν κρύφτηκα και ούτε είπα όχι!

Υπήρχαν άλλοι από τον χωριό σας;

Όχι, από τον Μύστακα ήμουν μόνο εγώ.

Πόσο καιρό νοσηλευτήκατε;

Έκανα τρεις μήνες στο νοσοκομείο της Αθήνας. Εκεί μου έβαλαν και το ξύλινο πόδι.

Μιλάτε γι’ αυτή την συμμετοχή σας;

Καμαρώνω ναι, τα λέω ξανά και ξανά στον εγγονό μου. Δεν θέλω να ξεχάσω ούτε μέρα από τότε.

Όταν επιστρέψατε, μπορέσατε να συνεχίσατε τη ζωή σας;

Συνέχισα να καλλιεργώ, όσο το μπορούσα, τα χωράφια. Είχαμε κατεβεί από το βουνό στον Μύστακα Προσπάθησα πολύ για να τα καταφέρω.

“Της δικής μου ψυχής άλλο το χρέος” (1940) …και οι ποιητές στα Βουνά

Μιλώντας για την πρωτοπορία στην ελληνική ποίηση του μεσοπολέμου, και στο περιθώριο της γενιάς του ‘30, δεν θα μπορούσε κανείς παρά να παραπέμψει στο σπουδαίο (κι ωστόσο ανεξερεύνητο ακόμη) ποιητικό έργο του Γιώργου Σαραντάρη. Ένας ποιητής του περιθωρίου ή ένας ανεπιτήδευτος κι ορμητικός καινοτόμος στη νωχέλεια της ελληνικής πνευματικής ζωής; Ο σύντομος βίος του υπέδειξε τις απαντήσεις – συνειδητές επιλογές του: ιταλοτραφής και δοσμένος στην ποίηση και τη φιλοσοφία, βρέθηκε μεταξύ συμπολεμιστών στο αλβανικό μέτωπο για να εξαντληθεί και να υποκύψει λίγο αργότερα. Κατά τον Σεφέρη, “από αυτούς τους Έλληνες που δεν ήξεραν ελληνικά”.

Ο Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Απριλίου 1908 και πέθανε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 1941. Γόνος οικογένειας εμπόρων εγκατεστημένης στην Μπολόνια της Ιταλίας, ανατράφηκε σ’ ένα μεσοαστικό ευρωπαϊκό περιβάλλον που επ’ ουδενί είχε να συγκριθεί στο νοσηρό αθηναϊκό λογοτεχνικό περιβάλλον της δεκαετίας του ‘30.

Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια δείχνοντας από νωρίς την τάση του προς την ποίηση. Μύστης γόνιμος του ιταλικού ερμητισμού αλλά και καλός γνώστης των αισθητικών ρευμάτων και αναζητήσεων της πνευματικής Ευρώπης, ήρθε στην Ελλάδα το 1931 φέρνοντας στις αποσκευές του έναν αέρα ανανέωσης με το ποιητικό του όργανο. Βέβαια, τότε οι κατά κύριο λόγο αθηναϊκές λογοτεχνικές “ομάδες” διακατέχονταν από το μουντό κλίμα της καρυωτακικής ποίησης και περιδινούνταν σε ελάσσονες λυρισμούς και ανούσιες εκζητήσεις.

Ο Γ. Σαραντάρης εφόρμησε με βασικά του εγχειρίδια τον ντοστογιεφσκικό και ουνγκαρετικό λόγο (και κατ’ επέκταση τον Νitsche, τον Leopardi, τον Kierkegaard και τον Eluard) σ’ αυτό το περιβάλλον εισάγοντας τον υπαρξισμό, τον ελεύθερο στίχο και τον “καθαρό λόγο” στην ελληνική ποίηση, για να μείνει τελικά στο περιθώριο των τεκταινόμενων (από υπερρεαλιστές και αντιμαχόμενους, άκαμπτους συντηρητικούς) και ωσάν φευγαλέα λάμψη ν’ αφήσει το ποιητικό στίγμα του. Τουλάχιστον, έστω και καθυστερημένα, φαίνεται να του αποδίδεται τα τελευταία χρόνια η βαρύνουσα θέση που του αρμόζει στο σώμα της πνευματικής μας παράδοσης.

Όπως έγραψε η ερευνήτρια Ηρώ Τσάρνα, “ανήκε σ’ εκείνο το είδος καλλιτεχνών που σπάνια συναντά κανείς, καλλιτέχνες που ενώ βρίσκονται ακέραιοι μέσα στη χώρα (χώρο) της δημιουργίας, τον ίδιο χρόνο κρατιούνται ολόκληροι απ’ έξω από αυτό που ονομάζουμε αυστηρά ‘λογοτεχνία’”.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ – ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ

Ο θάνατος ανέκοψε το ανήσυχο και εμβαθύνον πνεύμα του Γιώργου Σαραντάρη που επιδίωκε να φέρει την ανανέωση διά της λιτότητας, της αμεσότητας, της μετουσίωσης του υπαρξιακού βιώματος με την ποίηση η οποία, συμπεραίνει ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, “αποτελούσε ένα μέσο, αγώνα για να νιώσουμε την αλήθεια του ανθρώπου, μια λύση, τη μόνη δυνατή και σωτήρια λύση, τον μόνο τρόπο να διαφύγουμε από την αθεράπευτη αθλιότητα της ανθρώπινης μοίρας, να νικήσουμε την αγωνία του θανάτου και τη βεβαιότητα του μηδενός, τη μόνη κατάφαση της αθανασίας.”

Ο Γ. Σαραντάρης ακολούθησε τη μοίρα του έθνους, φόρεσε τα χακί και ανέβηκε στις οροσειρές της Πίνδου συμμετέχοντας σ’ αυτό που αργότερα ονοματίστηκε “έπος της Αλβανίας”. Ήταν ο απλός στρατιώτης που ουδέποτε δυσανασχέτησε, απεναντίας συμμετείχε, σύμφωνα και με μαρτυρίες συμπολεμιστών του, αγόγγυστα στη σκληρή δοκιμασία. Ήταν φανερό ότι οι κακουχίες, η πείνα, η ψυχική όσο και η σωματική εξάντληση τον κατέβαλαν αλλά δεν τον αφορούσαν εν τέλει – ήταν η ηθική προσωπικότητά του, η αξιοπρέπεια, η στωικότητα, ο βαθύτερος φιλοσοφικός στοχασμός του που τον έσπρωξαν στο καθήκον. Ο ίδιος έλεγε: “Φοβάμαι τον πόλεμο γιατί δεν έχω όσο ένστικτο χρειάζεται για να τον αντιμετωπίσω”, ενώ σε κάποιο ποίημά του είχε γράψει το εξής δίστιχο: “Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε / σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα”.

Λεπτός κι ευαίσθητος, με ευγένεια και ανατροφή που σπάνιζε, διέκρινε τον παραλογισμό του πολέμου και προσπαθούσε σε συζητήσεις να τον αντιπαραβάλει με τη Λογική ως μέσο ελπίδας, ιδανικών και ευτυχίας. Ο τρόπος που βίωσε την επώδυνη δοκιμασία του ελληνοϊταλικού πολέμου (με συγκλονιστική την ψυχική σύγκρουση που ένιωσε να μάχεται μεταξύ των δύο πατρίδων του) αποδεικνύει την ευψυχία του φιλοσόφου – ποιητή που ήταν συνυφασμένη με τη μοιραία, ντοστογιεφσκική του υπόσταση.

Στα “Ανοιχτά Χαρτιά” (Ίκαρος, 1974) ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει χαρακτηριστικά: “Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια (…) Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πώς, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.”

Ήταν εν τέλει ο ποιητής που επηρέασε, έστω και βραδυφλεγώς αλλά κατ’ ουσίαν, την ελληνική ποίηση προς νέες κατευθύνσεις. Υποβλητικό και άμεσο, σταθερό στα ιδανικά του αλλά και ατίθασο, με ήθος και ευγένεια ζηλευτή, είναι το σπουδαίο αποστάλαγμα ενός μεγάλου των ελληνικών γραμμάτων.

ΨΥΧΗ

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης

Περιπαίζεις την ύπαρξη

Οι αγάπες του χρόνου

Συχνάζουν τα τοπία σου

Τρέμεις στα φύλλα του είναι

Γεμίζεις το σύμπαν

Δεν ξέρεις φυγή

Ποθείς ταξίδια

Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος

Φως σε λούζει ο ήλιος

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ

Δεν είμαστε ποιητές

Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα

Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους

Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

Και στη σκόνη του καιρού

Σημαίνει πως φοβόμαστε

Και η ζωή μας έγινε ξένη

Ο θάνατος βραχνάς.

ΜΟΛΙΣ ΠΕΘΑΝΕΙ

Μόλις πεθάνει

Η αγάπη

Θέλει σιωπή μεγάλη

Για να ‘βρει στην άκρη του πόνου

Την περίφημη λίμνη

Τη λήθη.

ΕΠΟΣ

Φύλλα δέντρου

Φτερά πουλιού

Άνεμος

Έπειτα θάλασσα

Κύματα

Χρόνος γαλάζιος

Ορίζοντες παντού

Και μπροστά μας

Ο ουρανός

ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Είναι μια γυναίκα και τραγουδά

Θα γίνω σαν τη θάλασσα που βρέχει τη ζωή μας

Θα γίνω περιστέρι

Θα γίνω σαν τη θάλασσα που είναι πάντα μπροστά μου

Και μ’ ακλουθά όταν περπατώ

Και μ’ ακλουθά όταν κλαίω

Και με παρηγορεί την ώρα που δεν φταίω

Την ώρα που την πατρίδα μου νείρομαι

Τον έρωτα ή τη χαμένη αγάπη.

ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΝΗΣΤΙΚΟΣ

Να κοιμάσαι νηστικός σε μια σοφίτα

Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού

Να γίνεσαι σκουπίδι

Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα

Θα σηκώσω το γιακά

Για να φύγω σαν ένας ληστής

Από το δικό μου σπίτι

Θα κοιμηθώ στους δρόμους

Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία

Να τουρτουρίζει μαζί μου

Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ

Αλλά είναι καλό που δεν τον βλέπω

Θα το ξαπλώσω χάμω

Και θα στρωθώ πάνω του

Να πιω λίγη βραδυά

Στη γωνιά του έρημου κήπου

Θα αιστανθώ τη σελήνη

Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε

Στη ζωή μου

Θα την αιστανθώ στα χείλια μου

Σαν ένα αχλάδι

Στα μάγουλα

Σαν άλλα μάγουλα.

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΑΓΛΥΦΗ ΕΙΚΟΝΑ

Δεν ονειρεύτηκα ποτέ το χρόνο

Και τη συντροφιά του

Μήτε την αποθσία του οσφρ’ανθηκα ποτέ

Σε κάποιο ελάχιστο ηδονικό μου ύπνο

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, απευθείας στο email σας.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ