Ο Οσιος Δαυιδ ο εν Ευβοιας υποδειγμα αγιοτητας
Η παρουσία των αγίων στην εκκλησιαστική Ζωή είναι σημαντική. Και αυτό είναι φυσικό, αφού σκοπός και έργο της εκκλησίας είναι να καταρτίζει αγίους. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η εκκλησία λέγεται και είναι εργαστήριο αγιότητας. Πέρα από αυτό πάντοτε ο άνθρωπος θέλει να έχει αυθεντικά πρότυπα στη Ζωή του και γι’ αυτό αναζητά να συναντήσει ανθρώπους που να έχουν όλα τα τεκμήρια τις αγιότητας και να συνιστούν τον αυθεντικό άνθρωπο. Έτσι σε στιγμές κρίσιμες μέσα στην ιστορία γίνεται λόγος για τους αγίους και για την αγιότητα, γιατί αυτό αποτελεί ανάγκη του ανθρώπου.
Στην εποχή μας παρατηρεί κανείς δύο αντίθετα ρεύματα. Από το ένα μέρος υπερβολική εξωστρέφεια του σύγχρονου ανθρώπου και διάχυση των ενδιαφερόντων του προς τα επιτεύγματα του πολιτισμού μας και από το άλλο βαθύτερη βίωση και μελέτη του θησαυρού της ορθοδόξου πνευματικότητος.
Έτσι φθάνουν στον πνευματικό μας ορίζοντα ελπιδοφόρα μηνύματα μιας θεολογίας που επιστρέφει στην ορθόδοξη Ανατολική πνευματικότητα καθώς αντανακλά μέσα από την Ζωή και το έργο των μεγάλων αγίων από τους «εν ασκήσει διαλείμματος».
Από την πορεία των αγίων αυτών ασκητών και διδασκαλία έχουμε την τιμή και την ξεχωριστή και μεγάλη ευλογία να φιλοξενούμε στην πόλη μας την τιμίαν πάρα του Οσίου Πατρός Δαυίδ του «Γέροντος» του εν Ευβοία, του οποίου η Ζωή και το έργο προβάλλεται ιδιαιτέρως στην εποχή μας.
Ένα τέτοιο υπόδειγμα αρετής δίδει σήμερα σε όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, ο Όσιος και θεοφόρος Δαυίδ, παλαιός ως προς την εποχή που τον ανέδειξε, αλλά πάντα νέος ως προς τον ένθεο βίο του, από τον όποιον παίρνουμε μαθήματα ορθοδόξου ύφους και ορθοδόξου αγωγής.
Γεννήθηκε το 1519 μ.Χ. στη Γαρδινίτσα της επαρχίας Λοκρίδας όπου σήμερα ονομάζεται Κυπαρίσσι, από γονείς Θεοσεβείς και εναρέτους που τον εξεπαίδευσαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Ανατράφηκε πνευματικά από τον κληρικό πατέρα του με την προσευχή, με την Αγ. Γραφή, το ψαλτήρι και τους βίους των Αγίων, δείχνοντας έτσι μεγάλη αγάπη στα ιερά γράμματα. Από μικρό παιδί πήγαινε στο ναό του Θεού, όπου περνούσε τις πιο πολλές ώρες της ημέρας με συντροφιά το Θεό και τους αγίους. Ο Όσιος Δαυίδ ήταν το στολίδι των γονέων του και η ψυχική τους ανάπαυση.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών ο Όσιός μας έφυγε από την πατρίδα του ύστερα από ένθερμη προσευχή προς τον άγιον Θεόν ζητώντας την βοήθειά του.
Μέσα στην Ιερά Μονή της Μαγνησίας με τον πνευματικό του γέροντα Ακάκιο και την αδελφότητα της Μονής όλοι βλέπουν στο πρόσωπό του Οσίου τον μοναδικό ασκητή, την αγάπη, την ταπεινοφροσύνη, την υπακοή, την σύνεση και τη σοφία. Οι πολλές αρετές του Οσίου Δαυίδ και τα προτερήματά του εκίνησαν τους προεστούς του τόπου και τον Γέροντά του να τον προτείνουν για Ηγούμενο της Μονής της Θεοτόκου της Βαρνάκοσας. Ο Όσιος Δαυίδ δέχθηκε και στη νέα του διακονία σύντομα αναδείχθηκε υπόδειγμα πνευματικού πατέρα και αρχέτυπο Μοναχικής Ζωής.
Κάποτε κατηγορήθηκε από κάποιους οπαδούς του διαβόλου ότι αυτός ήταν η αιτία φυγής μερικών σκλάβων, ενός Αγαρηνού άρχοντα της Λιβαδειάς. Για το λόγο αυτό ο Όσιος βασανίστηκε, ξυλοκοπήθηκε και ρίχτηκε στη φυλακή. Οι κακουχίες όμως αυτές δεν τον στενοχώρησαν ούτε τον απογοήτευσαν και αυτό διότι ο Θεός ήταν μαζί του καθώς επίσης και οι ευσεβείς χριστιανοί, που πλήρωσαν χρήματα και ο Όσιος ελευθερώθηκε. Δεν έκρινε όμως εύλογο να επιστρέψει στο Μοναστήρι, αλλά περιήρχετο από τόπο σε τόπο έως ότου βρει πάλι τόπο κατάλληλο για άσκηση δοκιμάζοντας καθ’ οδόν αμέτρητες τυραννίες και θλίψεις από τους βαρβάρους και κακούς ανθρώπους. Είναι θαυμαστός ο τρόπος με τον οποίον πέρασε από την Αταλάντη απέναντι στις Ροβιές της Β. Ευβοίας.
Όταν ο Όσιος Δαυίδ έφθασε στην παραλία της Αταλάντης, παρακάλεσε εκεί ένα βαρκάρη να τον περάσει απέναντι, στη Β. Εύβοια. Ο βαρκάρης όμως βλέποντάς τον με το τριμμένο ταπεινό ρασάκι του, του το αρνήθηκε και του έδειξε τέλεια περιφρόνηση. Ο Όσιος δεν γόγγυσε καθόλου από την συμπεριφορά αυτή του βαρκάρη, παρά έβγαλε το τριμμένο ράσο του το άπλωσε πάνω στο νερό της θάλασσας, έκανε το σημείο του Σταυρού προσευχήθηκε ανέβηκε στο ράσο του και ως του θαύματος άρχισε να ταξιδεύει.
Βλέποντας ο βαρκάρης τον Όσιο να ταξιδεύει πάνω στη θάλασσα με το ράσο του είπε: «Να αυτός, ο καλόγερος που μου είπε να τον πάρω και εγώ δεν τον πήρα. Αυτός είναι Άγιος». Και άρχισε αμέσως να φωνάζει από μακριά: «έλα, παππού μου έλα, παππού μου, να σε πάρω έλα παππού μου, να σε πάρω…».
Ο Άγιος άκουσε τη φωνή του βαρκάρη, τον ευλόγησε και συνέχισε να ταξιδεύει με τον θαυμαστό αυτό τρόπο, ώσπου βγήκε στην παραλία των Ροβιών της Β. Ευβοίας. Από τις Ροβιές ανηφόρισε προς το βουνό μέχρις ότου έφθασε στον τόπο, όπου σήμερα βρίσκεται το Μοναστήρι προς τιμή του. Εκεί υπήρχε ένα ερειπωμένο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού. Εγκαταστάθηκε λοιπόν εκεί στεγάζοντας μέσα σε μια σπηλιά το σώμα του.
Σε λίγα χρόνια κτίζει και ολοκληρώνεται κατά θαυμαστό τρόπο το καινούριο Μοναστήρι και σχηματίζεται η πρώτη αδελφότητα. Ο Όσιος ηγούμενος του Μοναστηρίου γίνεται υπόδειγμα αρετής, αγάπης, πίστεως, θυσίας, ελεημοσύνης, ταπείνωσης, προσευχής, υπακοής, διάκρισης, υπομονής και συγχωρητικότητας.
Η φήμη του Οσίου Γέροντος Δαυίδ είχε διαδοθεί τόσο πολύ, ώστε πολλοί Αρχιερείς τον προσκαλούσαν στις επαρχίες τους για ψυχική ωφέλεια των χριστιανών. Και ο Όσιος ως υπηρέτης πιστός του Ιησού Χριστού και μαθητής της υπακοής πήγαινε αμέσως με πολύ σεβασμό και επιμέλεια χωρίς να υπολογίζει ούτε τις μεγάλες αποστάσεις που βάδιζε, ούτε τα γηρατειά του, ούτε το σώμα του που ήταν πολύ αδύνατο από τις νηστείες, τις αγρυπνίες και τις αμέτρητες κακουχίες.
Όταν έφθασε σε βαθιά γεράματα ο Όσιος Δαυίδ προείδε την κοίμησή του. Κάλεσε τους μαθητές του, τους συμβούλεψε και τους αποκάλυψε τον επερχόμενο θάνατό του. Λίγο πριν κοιμηθεί είπε: Ιδού αδελφοί μου ο Δεσπότης Χριστός ήλθε. Και αμέσως ως δίκαιος παρέδωσε την ψυχή του «εν χειρί Θεού»
Χιλιάδες πιστοί τετρακόσια πενήντα και πλέον χρόνια μετά την κοίμησή του Οσίου προσέρχονται στο Μοναστήρι του, για να πάρουν την ευλογία του και να απαλλαγούν από τα χρόνια προβλήματα και τις δοκιμασίες της Ζωής των.
Αυτός είναι ο βίος και η πολιτεία του Οσίου Δαυίδ, που στο πρόσωπό του η εκκλησία μας είδε να συνεχίζεται η χρυσή αλυσίδα της αγιότητας. Στη μεγάλη μορφή του ξανάλαμψαν οι Μ. Αντώνιος, ο γενάρχης του μοναχισμού, οι μεγάλοι Καππαδόκες, ο Μάξιμος ο ομολογητής και όλη η χορεία των νηπτικών πατέρων.
Ιδιαίτερη πνευματική ωφέλεια θα έχουμε, αν υποδεχθούμε και προσκυνήσουμε την τίμια κάρα του Οσίου με ταπείνωση και ευλάβεια που θα βρίσκεται στον Καθεδρικό Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην πόλη μας. Πιστεύω πώς τώρα που λιγοστεύουν οι ελπίδες να βρει αλλού ο λαός μας ερείσματα και σταθερά σημεία αναφοράς, προβάλλει η ανάγκη επιστροφής στους αγίους της Εκκλησίας μας. Γιατί είναι βέβαιο πλέον πως η ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μας επιτυγχάνεται μόνο εφόσον βρισκόμαστε «εν πορεία» προς την αγιότητα. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας ξαναφέρνουν μπροστά αφενός μεν στη μέχρις ενός βαθμού απολεσθείσα γνησιότητα της χριστιανικής ζωής και αφετέρου στην κατά χριστό άσκηση και μαρτυρία στο σύγχρονο συγκεκριμένο κόσμο.
Αγαπητοί μου αναγνώστες καλώς στώμεν προθύμως και ευλαβώς.
Αρχιμ. Κωνστάντιος
Παναγιωτόπουλος
Πρωτοσύγκελλος
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
