«Ειμαι αριστερη αλλα θελω ο ανθρωπος να εκφραζεται ελευθερα»

Εμφύλιος, φυγή, εξορία, εγκατάσταση σε άλλη χώρα, επιστροφή έστω και για διακοπές, στην πατρίδα. Μια περιπέτεια στη ροή της ιστορίας που οδηγεί τη μοίρα των ανθρώπων.

Αετόλοφος, Αρίσβη, πορεία στο βουνό μέσα απ’ τα χωριά της Ροδόπης, Βουλγαρία, Ρουμανία. Και μετά από πολλά χρόνια επιστροφή στον τόπο που γεννήθηκες.

Πώς αλλάζει ο κόσμος; Πώς γίνεται όλα όσα με κόπο και με αγώνες, αλλά και με αίμα, έστησαν κάποιοι, πιστεύοντας στην αλλαγή του κόσμου, να καταστρέφονται; Τι έφταιξε και όλα πήγαν στραβά;

Η Πανωραία Χολίδου δίνει το δικό της μήνυμα μέσα από την πορεία της. Πολιτική πρόσφυγας αναγκάζεται να εκπατρισθεί λόγω των δραματικών συνεπειών του εμφύλιου διχασμού. Καταφεύγει στη Ρουμανία όπου στήνει τη ζωή της και μετά την κατάρρευση της δικτατορίας κατορθώνει να έρθει στην Ελλάδα. Σήμερα μας αφηγείται την ιστορία της, έστω και εν συντομία. Μέσα απ’ αυτήν όμως αναπηδά η ιστορία των πολιτικών προσφύγων αλλά και τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της Ρουμανίας…

Λάθη έγιναν. Κοιτάζοντας σήμερα πίσω η κ. Πανωραία Χολίδου και κρίνοντας τα πράγματα δηλώνει ότι δεν μπορεί παρά να δηλώνει αριστερή. Γιατί με τις ιδέες της ανδρώθηκε και με αυτές έμαθε να αγωνίζεται…

ΠτΘ: κ. Χολίδου, πώς εκπατρισθήκατε από την Ελλάδα και εγκατασταθήκατε στη Ρουμανία;

Π.Χ:
Το 1948 εκπατρισθήκαμε. Ήμουν δέκα χρονών όταν φύγαμε από την Ελλάδα. Ήταν τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Από τον Αετόλοφο, όπου γεννήθηκα και έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, μας μετέφεραν στην Αρίσβη όπου μείναμε ένα χρόνο. Από εκεί ήρθαν οι αντάρτες μας πήραν, περάσαμε τη Ραγάδα, τη Σμιγάδα, τη Μυρτίσκη, και με τον αδελφό μου και άλλα παιδιά μάς πήγαν στη Βουλγαρία. Φυσικά στο βουνό συναντηθήκαμε με τον πατέρα μου για μικρό χρονικό διάστημα, γιατί ο πατέρας μου και οι σύντροφοί του είχαν το δικό τους αγώνα. Στη Βουλγαρία μείναμε λίγους μήνες στο Χάσκοβο, από εκεί μας πήγαν στο Κάρλοβο, όπου μείναμε λίγο περισσότερο και το 1950 συναντήθηκα με τον πατέρα μου, ο οποίος με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1949 πέρασε στην Βουλγαρία, στην Περκόβιτσα. Από εκεί αναχωρήσαμε για τη Ρουμανία όπου είχε φτάσει και η μαμά μου με τη μικρή αδελφή μου. Τις μωρομάνες τότε τις πήγαιναν στη Ρουμανία. Ο αδερφός μου με άλλα παιδιά πήγε στην Ανατολική Γερμανία, άλλα παιδιά πήγαν στην Τσεχοσλοβακία για να μάθουν κάποια τέχνη. Ο πατέρας μου είχε δώσει τη συγκατάθεσή του γι’ αυτό, γιατί δεν ξέραμε πόσο θα διαρκούσε αυτή η περιπέτεια.

Εμείς μείναμε στη Ρουμανία. Στη Βραΐλα φοίτησα στην έκτη τάξη και επειδή θεώρησαν ότι δεν υπήρχε ανάγκη να κάνω την εβδόμη μ’ έστειλαν κατευθείαν στο Βουκουρέστι στην Υγειονομική Τεχνική Σχολή Βοηθών Φαρμακοποιών. Φοίτησα τέσσερα χρόνια και μετά σπούδασα Φαρμακευτική στο Πανεπιστήμιο Φαρμακευτικής στο Κλους. Αφού τελείωσα το Πανεπιστήμιο διορίστηκα, γιατί τότε μας διόριζαν ανάλογα με τους βαθμούς, κοντά στη Βραΐλα, όπου έκανα το αγροτικό μου, το οποίο ήταν υποχρεωτικά τρία χρόνια. Τότε δεν ήμουν παντρεμένη. Παντρεύτηκα το 1962. Τελείωσα το αγροτικό μου και επειδή ήταν πολύ δύσκολο λόγω των περιορισμένων θέσεων να βρω δουλειά στο Κλους και επειδή ο σύζυγός μου ήταν καθηγητής του Πολυτεχνείου μπόρεσα να δουλέψω ως βοηθός χημικός στην έδρα χημείας απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκα.

ΠτΘ: Στη ζωή σας βασικό σημείο ήταν η φυγή από την Ελλάδα. Πώς την εισπράξατε αυτή ως παιδί;

Π.Χ.:
Εμείς δεν ξέραμε τι μας γινόταν. Όλα έγιναν τόσο ραγδαία, αφού ανεβήκαμε στο βουνό μας πήραν και μας πήγαν στο Χάσκοβο. Φυσικά και κλαίγαμε. Έκλαιγα και ζητούσα τη μητέρα μου, επιζητούσα τη γιαγιά μου. Ήμασταν μόνο παιδιά.

ΠτΘ: Δεν είχατε επικοινωνία με γονείς;

Π. Χ.:
Δεν είχαμε. Για τον πατέρα μου έμαθα δύο περίπου φορές που βρίσκεται. Ήμασταν εκατοντάδες παιδιά στο Κάρλοβο, σαν ένας παιδικός σταθμός. Υπήρχαν πολλά παιδιά που έκλαιγαν που αισθάνονταν ανασφάλεια.

ΠτΘ: Ήταν δύσκολη φάση…

Π.Χ.: Πολύ δύσκολη για παιδιά. Από τότε μας σκληραγώγησαν με κάποιο τρόπο, ώστε να μπορέσουμε στην παραπέρα ζωή μας να αντέξουμε τις κάθε δυσκολίες. Έτσι τις περάσαμε θα έλεγα αρκετά εύκολα. Όμως και απ’ εδώ είχαμε δυσκολίες. Θυμάμαι τη μητέρα μου στην Αρίσβη για ψίχουλα να πλένει ρούχα φαντάρων. Ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Την εποχή του εμφυλίου πολέμου τρεφόμασταν με χορταρικά που μαζεύαμε. Ήταν δύσκολα τα χρόνια.

ΠτΘ: Αυτοί οι άνθρωποι όπως οι γονείς σας αλλά και πολλοί άλλοι εξαναγκάστηκαν να φύγουν γιατί πίστευαν σε κάτι. Το θεωρείτε σωστό αυτό;

Π.Χ.:
Σήμερα εγώ δεν μπορώ να κρίνω αυτές τις καταστάσεις, για το πώς λειτουργεί η λογική. Ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής. Για να ξεκινήσει κάποιος σε κάποιο κίνημα, να κάνει κάτι, πρέπει να είναι δυσαρεστημένος απ’ τη ζωή, απ’ το καθεστώς, ή να καταπιέζεται από κάποιους. Σήμερα με τη δική μου ματιά και λογική θα έλεγα ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι ντροπή για ένα λαό. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο έχω καταλήξει. Είναι ντροπή αδελφός να σκοτώνει τον αδελφό του, γιος τον πατέρα του, γιατί αυτά συνέβησαν.

ΠτΘ: Οι κομμουνιστές ήταν αυτοί που έφυγαν και πλήρωσαν, γιατί πίστευαν σε ένα καλύτερο κόσμο. Τους δικαιολογείτε;

ΠΧ.:
Γενικά στο βουνό ανέβηκε κόσμος, όπως και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες έζησαν άνθρωποι, που δεν ήξεραν και πολλά γράμματα. Ήταν σωστοί άνθρωποι και έτσι τους έβλεπα. Μας διαπαιδαγωγούσαν σωστά, να μη κλέβουμε, να μη λέμε ψέματα, να είμαστε σωστοί, μας έδιναν σωστές κατευθύνσεις και αρχές. Νομίζω ότι ο κόσμος ήταν σωστός εκτός βέβαια από τον πολιτικό φανατισμό, γιατί υπήρχε αυτός επειδή τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν δύσκολα.

ΠτΘ: Στην Ελλάδα ζήσαμε με το φόβο των κομμουνιστών…

ΠΧ.:
Και οι κομμουνιστές έπρεπε να ζήσουν. Στη μάχη συμβαίνει να σκοτώνει ο ένας τον άλλον, αλλά προσωπικά, -όχι ότι δικαιολογώ απόλυτα αυτή την κίνηση αλλά αυτό έγινε μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας που δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν, – το εκφράζω ξεκάθαρα και δεν μπορώ να δηλώνω παρά ότι είμαι αριστερή. Σήμερα βέβαια δεν μπορώ να καταλάβω την έννοια της δεξιάς και αριστεράς γιατί όλοι πρεσβεύουν σχεδόν τα ίδια. Εγώ δηλώνω αριστερή γιατί είμαι με τον φτωχό, με τον απλό κόσμο, δεν είμαι με την πλουτοκρατία, με την ψευτοπλουτοκρατία. Με αυτό τον όρο δεν ήμουν ποτέ κομματικοποιημένη, αλλά νομίζω ότι δεν μπορώ ποτέ να είμαι δεξιά. Το λέω ξεκάθαρα.

Πτθ: Στο σχολείο δεν είσαστε πολιτικοποιημένη;

Π.Χ.:
Κάποια στιγμή στο Βουκουρέστι μας έβαλαν στους Πιονέρους. Στο Κλους όταν σπούδαζα ήμασταν 80 φοιτητές, από τη δική μας κατηγορία των προσφύγων, συναντιόμαστε κάναμε χορούς, γιορτάζαμε τις εθνικές μας γιορτές. Βέβαια μας διαπαιδαγωγούσαν στην έννοια του κομμουνισμού. Δεν ήμουν όμως ποτέ κομματικοποιημένη. Όταν έγιναν οι ολομέλειες, και άρχισαν οι διακρίσεις των κομμουνιστικών κομμάτων σε εσωτερικό, σε ορθόδοξο, σε εξωτερικό απογοητεύτηκα για να πω την αλήθεια, γιατί είμαι πολύ ειρηνικός χαρακτήρας. Σκεφτόμουν ότι εμείς φύγαμε για να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες και σήμερα μαλώνουν μέσα στην ίδια οικογένεια, γιατί δεν ταιριάζουν. Δηλαδή, πικράθηκα λίγο από την πολιτική με αυτή την έννοια. Τη δικτατορία τη ζήσαμε. Εντάξει μπορείς ν’ ανήκεις σ ένα κόμμα, αλλά πρέπει να υπάρχει δημοκρατία, να υπάρχει διάλογος, να μπορείς να πεις τη σκέψη σου χωρίς να φοβάσαι, και από τις σκέψεις όλων να μπορεί να βγει κάτι το καλό. Είμαι ουτοπική και το καταλαβαίνω. Σκέφτομαι πολλές φορές γιατί δεν μπορούν να πάρουν τα καλά της αριστεράς ή και της δεξιάς γιατί και αυτή έχει. Είμαι λίγο απογοητευμένη.

ΠτΘ: Είστε ευχαριστημένη σήμερα όπως πάνε τα πράγματα και αξία στη ζωή μας έχει μόνο η οικονομία;

Π. Χ.:
Το χρήμα, η πλουτοκρατία και τα υλικά αγαθά είναι ό,τι άσχημο υπάρχει σήμερα στον κόσμο. Βλέπεις στην τηλεόραση το μισό πρόγραμμα να είναι αφιερωμένο στις διαφημίσεις. Δεν συμφωνώ μ’ αυτό τον τρόπο. Για να σας μιλήσω με ειλικρίνεια θα σας πω πότε ένοιωσα την αλλαγή. Το 1977 επιτέλους είχα πάρει διαβατήριο από τους Ρουμάνους για να έρθω να επισκεφθώ την Ελλάδα με το σύζυγό μου. Πήγαμε λοιπόν στην Πρεσβεία και όταν είδαν ότι είμαι Ελληνίδα δεν μου έδωσαν βίζα για να έρθω. Αν το ζητούσε ο άνδρας μου σαν Ρουμάνος θα του έδιναν. Ανώμαλες καταστάσεις. Στεναχωρεθήκαμε πολύ, γιατί είχαμε ετοιμαστεί, πήγαμε στο Βουκουρέστι έτοιμοι, φορτωμένοι με τα μπαγάζια, μια και από εκεί μέσω Ρούσε θα ερχόμασταν στην Ελλάδα. Γυρίσαμε πίσω άπρακτοι και εκείνο το καλοκαίρι δεν κάναμε κανένα ταξίδι. Μετά μια οικογένεια, και να είναι καλά οι άνθρωποι, βλέποντας ότι παρόλο που έφυγα μικρό παιδί γνώριζα την ελληνική γλώσσα, -βέβαια προσπαθώντας πολύ γιατί εδώ στην Ελλάδα καλά -καλά δεν πήγα σχολείο-, ενδιαφέρθηκαν και το 1979 προωτοήρθα στην Ελλάδα. Το 1981 όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ένοιωσα την αλλαγή. Αμέσως άλλαξε στάση προς εμάς, τους πολιτικούς πρόσφυγες. Από τότε δεν είχα ξανά πρόβλημα.

ΠτΘ: Είχατε επικοινωνία με την πατρίδα;

Π. Χ.:
Όταν ήμουν μαθήτρια στο Βουκουρέστι έρχονταν από το σύλλογο τον ελληνικό και μας ενημέρωναν, κάναμε χορούς όπως και στο Κλους. Μετά το Πανεπιστήμιο η επαφή μου σχεδόν με τους ελληνικούς συλλόγους ήταν μηδαμινή. Ξεκίνησε το 1977 περίπου όταν ήρθε το πρώτο παιδί να σπουδάσει στην πόλη μας στο Πανεπιστήμιο, ο Γιώργος ο Παπακωνσταντίνου, από τη Θεσσαλονίκη. Από τότε ήρθαν και άλλα παιδιά και ζητούσα συνέχεια να μου φέρνουν υλικό.

ΠτΘ: Τύπος ελληνικός υπήρχε;

Π. Χ.:
Στο Βουκουρέστι εκδίδονταν μία εφημερίδα που ονομαζόταν «Νέα Ζωή».

ΠτΘ: Οι πολιτικοί εξόριστοι πρόσφεραν πάρα πολλά στην τέχνη και στα γράμματα. Ο Δημήτρης Χατζής, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος…

Π.Χ.:
Ακριβώς αυτό ήθελα να σας πω. Το πλεονέκτημα και το βασικότερο ήταν ότι μπορούσαμε να σπουδάσουμε. Είναι σίγουρο, ότι εγώ, παρόλο που μου άρεσαν τα γράμματα, αν ήμουν στην Ελλάδα δεν θα μπορούσα να σπουδάσω, διότι έτσι ήταν οι καταστάσεις. Σ’ αυτές τις σοσιαλιστικές χώρες, όποιος είχε μυαλό και θέληση να σπουδάσει δεν τον εμπόδιζε κανείς. Είχαμε την υποστήριξη του ρουμανικού κράτους, και αυτό συνέβαινε σε όλες τις σοσιαλιστικές χώρες αν ήθελες να σπουδάσεις σπούδαζες. Σπουδάσαμε. Και αυτό είναι το βασικό. Πιστεύω ότι θα ήμουν πολύ δυστυχισμένη αν δεν σπούδαζα. Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα να σπουδάσω ουμανιστικές επιστήμες, αλλά τότε σπουδάζαμε με όραμα να επιστρέψουμε στην Ελλάδα και να προσφέρουμε. Αυτές θα γίνουν μαίες, αυτοί φαρμακοποιοί, αυτοί θα σπουδάσουν στο πολυτεχνείο. Το πού θα σπουδάζαμε δεν ήταν επιλογή δική μας. Ήμουν πολύ καλή μαθήτρια και έπρεπε να σπουδάσω εκεί.

ΠτΘ: Γνωρίσατε Έλληνες διανοούμενους;

Π.Χ.:
Γνώρισα το Μενέλαο Λουντέμη και την Έλλη Αλεξίου. Πολλά πρόσωπα που αναδείχθηκαν και πρόσφεραν εκ των οποίων πολλοί επαναπατρίστηκαν μετά το 1976

ΠτΘ: Πώς είδατε την αλλαγή του καθεστώτος στη Ρουμανία;

Π.Χ.:
Με την δική μου οπτική γωνία θα σας πω ότι εμείς είχαμε κάποια πράγματα τα οποία ήταν πολύ φθηνά. Τα ενοίκια, το φυσικό αέριο η παιδεία η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Βέβαια είχαμε και τα άσχημα. Έπρεπε να σκέφτεσαι έτσι όπως ήθελαν οι άλλοι. Μπορεί ο κόσμος να σκεφτόταν διαφορετικά, αλλά δεν μπορούσε να πει την άποψή του. Δεν ξέρω αν συνέβαινε το ίδιο και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Τα τελευταία χρόνια μετά το 1981 άρχισε κάποια κρίση. Ήμουν στην Κρήτη το 1985 και με ρώτησαν κάποιοι φίλοι για τα προβλήματα που υπάρχουν. Τους είπα ότι πήραμε δάνειο και πίστευα ότι από τη στιγμή που ξεκίνησε η τράπεζα να χορηγεί δάνεια κάποια πράγματα θα άλλαζαν. Πίστευα ότι θα αλλάξουν οι καταστάσεις. Όμως τα πράγματα χειροτέρευαν. Δεν μπορούσες να πεις τη γνώμη σου. Όταν το 1989 έγιναν τα θλιβερά γεγονότα ακούγαμε τη φράση «ελεύθερη Ευρώπη». Στην Τιμοσοάρα είχαν αρχίσει τα γεγονότα και σιγά -σιγά είχαν φθάσει και σε εμάς. Κάναμε συνελεύσεις για να τα κατακρίνουμε. Μετά όταν έπιασαν τον Τσαουσέσκου και τη γυναίκα του και τους πήγαν εκεί που τους πήγαν και τους εκτέλεσαν όπως τους εκτέλεσαν, για να πω την αλήθεια, αν και ήταν 25 του Δεκέμβρη μεγάλη γιορτή για τη χριστιανοσύνη τα συναισθήματα του περισσότερου κόσμου, -αν και δεν μου αρέσει να σκέφτεσαι κατά ένα τρόπο και μετά από δέκα χρόνια να αλλάζεις, – ήταν ανακούφισης. Ακόμη και σήμερα όταν βλέπω τη σκηνή με θλίβει, να κατεβάζουν τον Τσαουσέσκου από το τανκς και το καπέλο του να πέφτει, να τον στήρίζουν για να τον βγάλουν… Δεν τον έβλεπα σαν αρχηγό αλλά σαν ένα γέρο άνθρωπο που δεν μπορεί. Με στεναχώρησε και δάκρυσα, γιατί είχα την εμπειρία από τους γονείς μου που ήταν ανήμποροι και γέροι.

ΠτΘ: Πριν εξελιχθούν έτσι τα πράγματα είχατε την αίσθηση ότι σας κυβερνά ένας δικτάτορας;

Π.Χ:
Αυτή την αίσθηση την είχε όλος ο κόσμος. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν μπορούσαμε να ζήσουμε. Έλειπαν κάποια τρόφιμα. Όταν έφθανε το Σάββατο είχα πάντα στο μυαλό να προλάβω να αγοράσω και να εφοδιασθώ γάλα και ψωμί. Είχαμε κάποια τέτοια προβλήματα. Δεν μπορώ να πω όμως ότι υποφέραμε. Εκείνο που δεν μου άρεσε ήταν το ότι δεν είχαμε την ελευθερία της γνώμης. Δεν μου άρεσε ποτέ. Σας ξαναλέω. Είμαι αριστερή αλλά θέλω ό άνθρωπος να είναι ελεύθερος να εκφράζεται.

ΠτΘ: κ. Χολίδου, μιλάτε πολύ καλά ελληνικά

Π.Χ.:
Έχω διαβάσει χιλιάδες περιοδικά για να μπορώ να καλλιεργήσω την ελληνική γλώσσα. Στη Ρουμανία έχουμε δορυφορική τηλεόραση και έπιανα την ΕΡΤ και κάποια άλλα κανάλια Ήμουν πανευτυχής. Από πέρυσι το φθινόπωρο, με την επιστροφή μας από την Ελλάδα, αδυνατούμε να πιάσουμε την ΕΡΤ και δεν ξέρω τι συμβαίνει. Μόνο το κανάλι της Βουλής πιάνουμε. Τα πολιτικά όμως με ενδιαφέρουν σε γενικές γραμμές. Δεν μπορώ, και συγνώμη που το λέω, αυτή την ξύλινη γλώσσα των πολιτικών. Η ΕΡΤ έχει πολύ ωραία προγράμματα.

ΠτΘ: κ. Χολίδου σας ευχαριστούμε πολύ.

Π.Χ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Τ.Β. – Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.