«Φοβαμαι περισσοτερο το μελλον του ελληνισμου και την «αρρωστια» της ξενομανιας»
Το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου του 1915, 19 Σαμακοβίτες οδηγήθηκαν στη θέση Σύρπου – Ματρινιές στο όρος Γκράντος, όπου βρήκαν φρικτό θάνατο από τις λόγχες των τουρκαλβανών Τσετών. Ανάμεσά τους και ο τελευταίος Έλληνας δήμαρχος του Σαμακοβίου, Περικλής Κιακίδης. Ενενήντα ένα χρόνια μετά ο εγγονός του, ο Περικλής Ευθυμίου επιστρέφει από το Παρίσι, όπου ζει μόνιμα, στο Νέο Σιδηροχώρι, όπου βρήκαν καταφύγιο οι πρόσφυγες Σαμακοβίτες και ξεκίνησαν τη ζωή τους ξανά από την αρχή. Το ταξίδι της επιστροφής το ονομάζει «αποστολή» ο Περικλής Ευθυμίου και σημειώνει: «Δεν είμαστε μετανάστες, είμαστε πρόσφυγες. Έτσι, έχουμε πάντα κάτι μέσα μας, που μας κρατάει με τον τόπο».
Ποια η σχέση σας με το Νέο Σιδηροχώρι;
Γεννήθηκα στο Παρίσι. Είμαστε Έλληνες της διασποράς, εγώ και η γυναίκα μου. Οι γονείς μου ήταν από το Σαμάκοβο. Μεγάλωσα με τις διηγήσεις δυο ανθρώπων που έχασαν τους πατεράδες τους στο Σαμάκοβο.
Πόσο χρονών ήταν οι γονείς σας τότε;
Η μητέρα μου ήταν οκτώ ετών, όταν έγινε το κακό. Ο πατέρας μου ήταν γύρω στα δώδεκα, όταν έφυγε στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει το επάγγελμα του ράφτη. Αυτά που μας έλεγαν οι ίδιοι ήταν από τις διηγήσεις των γονιών τους.
Επέστρεψαν οι ίδιοι ξανά στο Σαμάκοβο;
Πριν τριάντα χρόνια πήγαμε στο Σαμάκοβο. Επισκεφτήκαμε μαζί την περιοχή. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Μόνο ένας πρόσφυγας μπορεί να καταλάβει πώς είναι να επιστρέφει κανείς σ’ ένα τόπο από όπου εκδιώχτηκε.
Για το θλιβερό συμβάν της σφαγής τι σας έλεγαν οι γονείς σας;
Με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας από βουλγάρους κομιτατζήδες του νομάρχη της Αδριανούπολης, που περιόδευε για να εγκαινιάσει τα δημόσια έργα στην περιοχή του Σαμακοβίου και τη δολοφονία τελικά του γιου του, δόθηκε η δυνατότητα στον υποδιοικητή και στους Νεότουρκους να εκδιώξουν τον ελληνισμό της υποδιοίκησης Σαμακοβίου. Η κατηγορία της δολοφονίας του γιου του νομάρχη ρίχθηκε εύκολα στους έλληνες του Σαμακοβίου σε βάρος των οποίων ξέσπασαν φοβερές βιαιοπραγίες. Κατά τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1915, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν πολλοί πρόκριτοι Σαμακοβίτες, Τρουλιανοί και Αγιοστεφανίτες, ενώ παράλληλα εκδόθηκε διάταγμα εκτοπισμού των κατοίκων Σαμακοβίου, Τρουλιάς, Αγίου Στεφάνου, Σκοπού, Σκεπαστού και Σοφίδες.
Ανάμεσα σ΄ αυτούς ήταν και ο παππού σας;
Ναι. Την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 1915 περίπου 7000 άνθρωποι αναγκάζονται με λίγα μόνα εφόδια μαζί τους να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς, της πρώτης προσφυγιάς. Στο Σαμάκοβο έμειναν φυλακισμένοι περίπου 150 άνδρες, από τους οποίους οι περισσότεροι τελικά απελευθερώθηκαν, ενώ για τους υπόλοιπους άρχισε ένας Γολγοθάς ανακρίσεων και βασανιστηρίων με σκοπό να καμφθούν και να υπογράφουν ομολογία ότι αυτοί σχεδίασαν και εκτέλεσαν την απόπειρα δολοφονίας του νομάρχη Αδριανούπολης. Εικοσιπέντε από τους κρατούμενους υπέγραψαν και παραπέμφθηκαν σε στρατοδικείο. Δεκαεννέα όμως με επικεφαλής το δήμαρχο Περικλή Κιακίδη, το παππού μου, παρά τις πιέσεις και τα βασανιστήρια, αρνήθηκαν να υπογράψουν, υπέγραψαν όμως έτσι την θανατική τους καταδίκη. Το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου, οι 19 Σαμμακοβίτες οδηγήθηκαν στη θέση Σύρπου – Ματρινιές στο όρος Γκράντος όπου βρήκαν φρικτό θάνατο από τις λόγχες των Τουρκαλβανών Τσετών. Ο παππούς μου ήταν ο τελευταίος δήμαρχος του Σαμακοβίου.
Από πού τα ξέρετε αυτά τα γεγονότα;
Η μητέρα μου μας μιλούσε πάντα για το διωγμό, μετά για τη διαδρομή μέχρι την Αθήνα, μετά τη προσφυγιά στη Νέα Φιλαδέλφεια, στη Δράμα. Διαδρομή που την έκαναν πεζοί όλοι οι πρόσφυγες.
Διπλός διωγμός, ο ξεριζωμός από το Σαμάκοβο…
Ναι, έζησαν δυο διωγμούς. Όταν ήταν παρόντα τα ελληνικά στρατεύματα επέστρεψαν πάλι πίσω και μετά τους ξαναέδιωξαν και ζούσαν πάντα έχοντας στην καρδιά και στο νου τους αυτόν τον διωγμό, τον ξεριζωμό.
Γιατί επιστρέφετε στον τόπο αυτό;
Γιατί δεν είμαστε μετανάστες, είμαστε πρόσφυγες! Έτσι, έχουμε πάντα κάτι μέσα μας που μας κρατάει. Αισθάνομαι ότι η επιστροφή είναι περισσότερο αποστολή για μένα και λιγότερο θέμα μύησης.
Σας ανησυχεί κάτι κοιτώντας πίσω στο χρόνο;
Φοβάμαι περισσότερο το μέλλον του ελληνισμού και την «αρρώστια» της ξενομανίας, παρά αυτό που δεν γνώρισα, όσο κι αν οι γονείς μου αναφερόταν σ΄ αυτό. Ξανομανία παντού, στη γλώσσα, στην κίνηση, στη φυγή των φοιτητών στο εξωτερικό. Η ξενομανία είναι μια αρρώστια ελαδίτικη. Περισσότερο πόνεσα για τα προβλήματα της Κύπρου, την εισβολή, ήταν περισσότερο ένα ζωντάνεμα της ίδιας πικρής ιστορίας. Όταν οι γονείς μου «έφυγαν» από τη ζωή, ήρθα και φύτευσα δυο ελιές στο Δημαρχείο του Νέου Σιδηροχωρίου.
Ζείτε στο Παρίσι, νιώθετε να είστε μακριά από την Ελλάδα;
Δεν είμαστε μακριά. Ο πατέρας μου ήταν ιδρυτής μιας εκκλησίας στο Παρίσι, πηγαίνουμε εκεί κάθε Κυριακή, έτσι διατηρούμε τον δεσμό. Δεν αισθανόμαστε καθόλου μακριά, άλλωστε την Ελλάδα την κουβαλά κανείς μέσα του.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
