Ο θησαυρος του Μακαριτη, «ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ», Αθηνα 2006
Μια σχετικά νέα, στο χώρο της λογοτεχνίας, συγγραφέας είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας για σήμερα. Η Εύη Σαλτού με το βιβλίο της «Ο θησαυρός του Μακαρίτη», επιχειρεί να ψυχαγωγήσει τους αναγνώστες της προτείνοντας ένα μυθιστόρημα με έντονη πλοκή και δράση που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Οι κωμικές καταστάσεις που εκτυλίσσονται, δίνουν ένα ανάλαφρο τόνο στην ιστορία μας, ιδανικό για τους θερινούς μήνες που διανύουμε.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Εύη Σαλτού γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα, όπου και κατοικεί. Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά. Μετά την επιτυχία του πρώτου της μυθιστορήματος, «Τα Μετρημένα Κουκιά», που κυκλοφορεί επίσης απ’ τις εκδόσεις «Μοντέρνοι Καιροί», η Εύη Σαλτού παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό το δεύτερο μυθιστόρημά της, στον ίδιο χιουμοριστικό τόνο, που χαρακτηρίζει τη γραφή της.
Η ιστορία μας
Πρωταγωνιστής της ιστορίας της αυτή τη φορά ο Φανούρης Σβαρνιάς, οικοδόμος στο επάγγελμα, παντρεμένος και χωρισμένος με παιδί, επειδή έτσι το θέλησε το «Λιλάκι», η γυναίκα του, επειδή εκείνου του άρεσε ο ποδόγυρος… Ο Φανούρης στο νοσοκομείο, φροντίζει να αφήσει στο γιο του, με τον οποίο οι σχέσεις ήταν ρητά και κατηγορηματικά απαγορευμένες από το Λιλάκι, κληρονομιά ένα χάρτη που οδηγεί σ’ έναν κρυμμένο θησαυρό.
Ο γιος του, Προκόπης στο όνομα και ζιγκολό στο επάγγελμα, αποφασίζει να βρει το θησαυρό με την ερωμένη-χορηγό του. Γύρω τους συσπειρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων: ένας σακάτης, ένας ζιγκολό, ένας φοιτητής, ένας παπάς, μια τσαχπίνα, όλοι ματαιόδοξοι, που αναζητούν απεγνωσμένα ένα νόημα στη ζωή τους.
Το κυνήγι του θησαυρού ξεκινά, αλλά λίγοι γνωρίζουν ότι ο θησαυρός κουβαλά μια κατάρα και ότι σε μια προηγούμενη επιχείρηση αναζήτησής του κάποιοι είχαν κινδυνεύσει.
Κωμικές καταστάσεις εκτυλίσσονται καθώς όλοι αυτοί οι διαφορετικοί άνθρωποι προσπαθούν να συντονιστούν και να επικοινωνήσουν.
Το μυθιστόρημα μέσω της αναδρομικής αφήγησης, ή, όπως είναι ευρύτερα γνωστό ως όρος του λεγόμενου flash back, αυτοπροσδιορίζεται δίνοντας στον αναγνώστη πληροφορίες καίριες για την παρακολούθηση της εξέλιξης.
[…]«Τέλος πάντων, μετά θέλουμε να μας πεις τι διάολο έγινε, πώς φτάσατε στο θησαυρό. Ή πώς δεν φτάσατε, γιατί αν φτάνατε, θα το ξέραμε. Τι άλλο έγραφε ο χάρτης;»
«Τίποτε απ’ αυτά που θες εσύ ν’ ακούσεις. Μόνο να ακολουθήσουμε τα σημάδια: τον ουροφόρο όφι».
«Το φίδι που τρώει την ουρά του. Ούτε αυτό πια…» νευρίασε με την αμάθεια της ομήγυρης.
«Ακριβώς. Ένα χοντρό φίδι που έχει μέσα στο στόμα του την άκρη της ουράς του, κάνοντας έναν κύκλο. Η αρχή και το τέλος… Το παν, αυτό που δεν τελειώνει ποτέ».
«Έλεγε, ακόμα, και για τον τρόπο που θα ‘πρεπε να φτάσουμε τον θησαυρό. Επαναλαμβάνω, όχι το πού θα τον βρίσκαμε, αλλά το πώς θα έπρεπε να τον προσεγγίσουμε».[…]
Φυσικά, ο Φανούρης, ο πατέρας της οικογένειας διηγείται στα παιδιά του την απίθανη περιπέτεια που έζησε. Το κυνήγι του θησαυρού εξιτάρει το αναγνωστικό κοινό, καθώς όπως είναι αναμενόμενο, ο θησαυρός είναι δεμένος με μια κατάρα.
[…]Ο θησαυρός ήταν δεμένος με μάγια, φορτωμένος με την κατάρα. Για να φτάσεις σ’ αυτόν, θα ‘πρεπε να ακολουθήσεις ολάκερη διαδικασία. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Χωρίς να ‘χεις και την επιβεβαίωση ότι και να τα ‘κανες αυτά όλα, δεν θα σε χτυπούσε το κακό».
«Εσείς τα κάνετε όλα αυτά, μπαμπά;» ρώτησε η Έλλη.
«Ο Φανούρης δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Τα ‘λεγε όλα χαζομάρες των Τουρκαλάδων. Μπορεί και να ‘χε δίκαιο. Πάντως, το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωσε. Ποιος να ξέρει, ίσως να ‘ταν και τυχαίο. Σίγουρα, όμως, δεν ήταν τυχερό. Κι εσάς μπορεί να σας φανούν γελοία όλα τούτα, αλλά αυτά παράγγελνε το χαρτί: Έπρεπε το πράγμα να γίνει σε μέρα που δεν έχει πανσέληνο. Μη με ρωτήσετε γιατί», μουρμούρισε ο Χαρίλαος.
«Αυτό μόνο…εύκολο…» πετάχτηκε ο Προκόπης.
Πριν γίνει η δουλειά, έπρεπε να σφάξουμε πάνω στην Αγία Τράπεζα αρσενικό τσαλαπετεινό και φεύγοντας να αφήσουμε πίσω μας τα ρέστα» συμπλήρωσε.[…]
[…]Ένας ένας. Ρέστα είναι το υπόλειμμα του θησαυρού που πρέπει να αφήσεις πίσω σου όταν τον βρίσκεις, τιμή στον τόπο που τον κρατούσε. Οπωσδήποτε αυτό. Όσο για τον τσαλαπετεινό, τι να σας πω… Είναι, λέει, το έθιμο, το αίμα του να στάξει, για να μην στάξει ανθρώπινο», ολοκλήρωσε ο Χαρίλαος.[…]
Το κυνήγι του θησαυρού αρχίζει…βέβαια όλα δεν είναι εύκολα. Η περιπέτεια ξεκινά και τη χαρά της ανακάλυψης διαδέχεται η αγωνία, ο φόβος και ο κίνδυνος…Είναι φανερό πως το κείμενο της συγγραφέα «μιλάει μόνο του», χωρίς πολύπλοκα μηνύματα η δράση, το κυριότερο χαρακτηριστικό του επόμενου αποσπάσματος, εξιτάρει τους αναγνώστες δίνοντας ιδιαίτερο τόνο στην αφήγηση.
[…]Φοβόμουν τις παγίδες. Άλλωστε μέχρις εκεί είχαμε φτάσει με πρωτοφανή ευκολία για ατζαμήδες. Δεν μπορεί να ήταν όλα τόσο απλά. Κάτι άλλο μας περίμενε. Κάτι που δεν άργησε να φανεί. Ο Στάθης άρχισε να χτυπάει με δύναμη το ντουβάρι και κάποια στιγμή εκείνο κατέρρευσε μπροστά μας σαν γύψινο. Ο Φανούρης έχωσε μέσα το φανάρι του να φωτίσει το καινούριο άνοιγμα. Γύρισα και κοίταξα τον Φίγκο από ψηλά και αυτός μέσα στην τρεμούλα του έσταζε προς τα κάτω χοντρές στάλες ιδρώτα, σαν δάκρυα. Ο Στάθης ούρλιαζε και μαζί του ακούγονταν και οι φωνές του Φανούρη. Το καινούριο άνοιγμα έκρυβε μέσα του ένα τεράστιο σεντούκι. Τον είχαμε βρει, τον είχαμε φτάσει. Ο Στάθης χώθηκε στο νέο άνοιγμα και μαζί του μπήκε και ο Φανούρης. Ήταν μια τρύπα ίσαμε τα πέντε περίπου τετραγωνικά και στη μέση της, πάνω σε ένα βάθρο σαν λάρνακα, ήταν το ξύλινο σεντούκι με το χρυσό φίδι πάνω του. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή αναμεταξύ τους, ενώ αραιά και πού ακούγονταν και οι φωνές του Φίγκου πάνωθέ μας που αναρωτιόταν τι συνέβαινε, μιας και δεν είχε οπτική επαφή. Εγώ σύρθηκα προς το μέρος τους και παρακολουθούσα με κομμένη την ανάσα.
»Ο Φανούρης γύρισε, μου έριξε ένα βλέμμα παγωμένο και μετά άγγιξε το σεντούκι. Ο Στάθης τον βοήθησε. Η κλειδωνιά του, σκουριασμένη ύστερα από πεντακόσια χρόνια κοντά, και περονιασμένη από την υγρασία αρνιόταν να ανοίξει. Ο Στάθης σήκωσε με λαχτάρα την αξίνα του και την κατέβασε με όση δύναμη μπορούσε. Το σιδερένιο κλείδωμα πετάχτηκε απότομα και ο Φανούρης σήκωσε ανυπόμονα το καπάκι. Ποτέ δε θα ξεχάσω το ύφος του, τα μάτια του εκείνη τη στιγμή. Έλαμψε όλο το πρόσωπό του, ενώ ο Στάθης από δίπλα έβγαλε έναν αναστεναγμό από μέσα του, σαν να ξεφούσκωσε σε μια στιγμή όλη την κούρασή του. Ανασκάλεψε με τη χούφτα του το περιεχόμενο και σήκωσε ψηλά στην παλάμη του ό,τι μπορούσε να χωρέσει μέσα της. Μετά άφησε τη γροθιά του και κύλησαν από μέσα ποτάμι τα νομίσματα, χείμαρρος το χρυσάφι και τα κοσμήματα. Καδένες και δαχτυλίδια με κοτρόνες, αλυσιδωτά μαργαριτάρια, μέχρι ποτήρια και σκεύη χρυσά ήταν μέσα.
»Ο Φανούρης, συνεπαρμένος, άρχισε να γελάει δυνατά, παραδομένος σε ένα νευρικό γέλιο που δεν έμοιαζε ανθρώπινο. Και τότε άρχισε το κακό. Δεν είχαμε προλάβει να ανακουφιστούμε από την ξαφνική επιτυχία μας, όταν ακούστηκε ένας παράξενος θόρυβος, άλλος από αυτόν που είχε κατακρημνίσει τον Φανούρη από τη σάπια καταπακτή. Ένας ήχος τρομακτικός που δεν υπάρχουν λόγια ούτε και για να τον περιγράψω. Λες και κουνήθηκε ο κόσμος, λες και βγήκε αχός από τα τάρταρα της γης. Ένας υπόκωφος ήχος που κράτησε ακαθόριστα δευτερόλεπτα και έτριξε μέχρι τα σωθικά μας. Και μετά ήρθε το άλλο. Πώς γεμίζει το μπουκάλι από τη βρύση που τρέχει… Έτσι άρχισε να φτάνει στα αφτιά μας ο θόρυβος από νερό που μας πλησίαζε, σαν κύμα που έψαχνε να μας βρει μέσα στα κατάβαθα. Κοιταχτήκαμε τρομαγμένοι και προσπαθήσαμε να σύρουμε το σεντούκι από την κρύπτη του, να προλάβουμε αυτό που ερχόταν. Ο Στάθης έμεινε από την πίσω μεριά να το σπρώχνει κι εμείς οι δύο, από την μπροστινή, το τραβούσαμε με όλη μας τη δύναμη. Από την αγωνία μας, οι δυνάμεις μας παράκουγαν, τα χέρια μας γδέρνονταν πάνω στα ξύλα και ο Στάθης ούρλιαζε δυνατά από πίσω να τον βοηθήσουμε. Η λάσπη στα πόδια μας είχε αρχίσει να αραιώνει και να καθαρίζει στο ανακάτεμά της με το τρεχούμενο νερό. Τότε κατάλαβα. Η μετακίνηση του σεντουκιού είχε πιθανώς ενεργοποιήσει κάποιο μηχανισμό προστασίας του και το μέρος γέμιζε νερό με ταχύ ρυθμό.
»Άρχισα να φωνάζω στον Φανούρη να φύγουμε πριν πνιγούμε, αλλά αυτός δεν είχε μυαλό για τίποτε άλλο από το χρυσάφι. Το σεντούκι παρέμενε σφηνωμένο στο άνοιγμα, ασήκωτο, ακλόνητο από τις δικές μας προσπάθειες. Ταυτόχρονα δε άρχισαν να καταρρέουν κάποια από τα ξύλινα δοκάρια που στήριζαν το φρεάτιο. Ο Στάθης άπλωσε τα χέρια του προσπαθώντας να ζητήσει τη βοήθειά μας και τα μάτια του, καρφωμένα πάνω μας, ικέτευαν για τη διάσωσή του. Του φώναξα να κάνει πίσω και άρχισα να κλοτσάω με όσο κουράγιο μου είχε μείνει το σεντούκι, να ελευθερωθεί το πέρασμα και να μπορέσει ο Στάθης να σωθεί. Η στάθμη του νερού όλο και ανέβαινε και ο Φανούρης το μόνο που έκανε, αντί να με βοηθήσει, ήταν να γεμίζει τις τσέπες του με φλουριά και διαμάντια. Τότε ήταν που έπεσε και το κεντρικό δοκάρι. Κατέρρευσε και έπεσε πάνω μου. Πλάκωσε το πόδι μου και με παγίδευσε ακίνητο, ανάσκελα, καταδικασμένο να πνιγώ μέσα στα σαπισμένα φύκια που κόντευαν να φτάσουν μέχρι το λαιμό μου. Ακόμη αντηχούν στα αφτιά μου οι απελπισμένες φωνές του Στάθη, οι ικετευτικές του Φίγκου και οι δικές μου που φώναζαν τον πόνο μου στο πόδι. Ο Φανούρης, λες και ήταν σε άλλο κόσμο, δεν έδινε σημασία σε κανέναν μας. Θυμάμαι, ακόμα, τον Στάθη, το κρεμασμένο χέρι του, μουλιασμένο από το νερό, να κείτεται άψυχο πάνω στο σεντούκι. Είχε πνιγεί. Και σε λίγο θα πνιγόμουν κι εγώ. Το ξύλινο παραπέτασμα και το νεκρό σώμα του κρατούσαν κάπως τη δύναμη του νεκρού, αλλά ήδη η στάθμη του είχε φτάσει σχεδόν στο στόμα μου και γευόμουν την ξινισμένη βρόμα της λάσπης. Όσες προσπάθειες και αν έκανα να ελευθερωθώ από το δοκάρι δεν μπορούσα να τα καταφέρω. Χοντρό καθώς ήταν και παπαριασμένο, έμοιαζε διπλασιασμένο σε βάρος και η κούρασή μου ήταν τόση, που δε με άφηνε να απαγκιστρωθώ. Ο πόνος μου δε ήταν τέτοιος, που δεν άντεχα να καταβάλω την ελάχιστη δύναμη.
»Τότε, με την άκρη του ματιού μου, είδα τον Φίγκο να ορμάει από το άνοιγμα, λες και έκανε βουτιά στο κενό και να λογομαχεί με τον Φανούρη. Ύστερα, τράβηξε με όλη του τη δύναμη το ξύλινο δοκάρι και με πολλή δυσκολία κατάφερε να ελευθερώσει το πόδι μου. Με τράβηξε δυνατά και έδεσε γύρω από τη μέση μου την τριχιά που κρεμόταν από πάνω. Μετά, σκαρφάλωσε όπως μπορούσε, και ενώ το νερό είχε φτάσει ήδη, πάλι, μέχρι το στήθος μου, άρχισε να με τραβάει ψηλά. Σαν τον ξεβαφτισμένο, κρεμασμένος πάνω από το χαμό, πρόλαβα να δω για τελευταία φορά το πρόσωπο του Στάθη, μέσα στο βρόμικο νερό, να με κοιτάζει κατάματα, λες και με χαιρετούσε. Δε θα λησμονήσω ποτέ μου όσο ζω αυτή τη ματιά. Αυτό το άνθρωπο που πήγε τόσο άδικα. Που, ίσως, πήγε εξαιτίας μας. Το άλλο που δε θα λησμονήσω είναι ότι ο Φίγκος μ’ έσωσε, με γλίτωσε, ενώ ο αδερφός μου δε νοιάστηκε παρά μόνο για το χρυσάφι.[…]
Όσοι λοιπόν ενδιαφέρονται για την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος με έντονη δράση, κωμικές καταστάσεις και ευτράπελα δεν έχουν παρά να προμηθευτούν το βιβλίο. Αναζητήστε το λοιπόν, σ’ όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ» με τον εύγλωττο τίτλο «Ο θησαυρός του Μακαρίτη».
Μαρία Σαραντίτη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
