«Παρασκευαζω και ψηνω το ψωμι του “ξενου”»
Ο Εδουάρδος – Βλαδίμηρος Ιβανίδης είναι σαράντα ετών και τα τελευταία χρόνια λειτουργεί με την βοήθεια της γυναίκας του και των υπολοίπων μελών της οικογένειας το δικό του φούρνο άρτου. Ψωμιά όμοια μ΄ αυτά που έψηναν οι φούρνοι στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης παρασκευάζονται και ψήνονται, μεταξύ άλλων ειδών, στο δικό του φούρνο. Εκείνος ήρθε μετανάστης από την Γεωργία το 1991. Με τον εφιάλτη της ανεργίας να τον συντροφεύει στα πρώτα χρόνια μπόρεσε να σταθεί στον νέο τόπο και να τον κάνει τόπο του. Έτσι, σήμερα δηλώνει στον «Κόσμο» με καμάρι: «Ψήνουμε ψωμί ποντιακό, ρωσικό, γεωργιανό, ελληνικό. Παρασκευάζουμε και προϊόντα ζαχαροπλαστικής, τσουρεκάκι με σταφύλια και άλλα γλυκά, που τα κάναμε στην Γεωργία». Ένας μετανάστης που βρήκε νέα πατρίδα και την έκανε δικό του αγαπημένο τόπο μιλά σήμερα στον «Κόσμο» και σημειώνει σεμνά: «Παίρνω μια ικανοποίηση που εγώ ο «ξένος» κάνω ψωμί και ταΐζω τους ανθρώπους. Παρασκευάζω και ψήνω το ψωμί του «ξένου», ζυμώνουμε, ψήνουμε και πουλάμε το ψωμί του «ξένου»».
Πότε ήρθατε στην Ελλάδα;
Ήρθαμε στην Ελλάδα το 1991 από την Γεωργία. Όλη η οικογένεια, πολλοί συγγενείς. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, δεν είχαμε ούτε σπίτι, ούτε δουλειά τότε.
Τι δουλειά κάνατε πριν ανοίξετε το φούρνο;
Στην αρχή ό,τι δουλειές βρίσκαμε. Ό,τι να ναι αρκεί να βγαίνει τίμια το μεροκάματο. Μετά, πρώτα ανοίξαμε έναν φούρνο στην παλιό οδό Ξάνθης κι ύστερα στην Νέα Μοσυνούπολη, πήραμε οικόπεδο και κάναμε δικό μας φούρνο, στον οποίο δουλεύουμε όλα τα μέλη της οικογένειας μαζί.
Είχατε καμία σχέση μ΄ αυτή την δουλειά ή απλά έτυχε;
Στην Γεωργία κάναμε «λαβάς», την πίτα των Ποντίων.
Τώρα κάνετε μόνο «λαβάς», όπως αυτό που κρατάτε;
Ό,τι ζητάει η πελατεία κάνει και ο φούρνος.
Το «λαβάς» πώς γίνεται;
Ζύμη απαραίτητα και κάποια «μυστικά» που δεν τα λέω γιατί μόνο εμείς βγάζουμε αυτό το ψωμί. Σε ένα μήνα θα κάνουμε και αρμένικο «λαβάς», αυτό σας λέω μόνο να έρθετε να το δοκιμάσετε.
Ποια άλλα είδη ψωμιού ψήνει ο φούρνος σας;
Ψήνουμε ψωμί ποντιακό, ρωσικό, γεωργιανό, ελληνικό. Παρασκευάζουμε και προϊόντα ζαχαροπλαστικής, τσουρεκάκι με σταφύλια και γλυκά, που τα κάναμε στη Γεωργία. Οι πόντιοι, οι μετανάστες που έχουν έρθει στην περιοχή, ζητούν να βρουν ό,τι έτρωγαν στην περιοχή τους.
Υπάρχουν άλλοι μετανάστες που άνοιξαν δικούς τους φούρνους στην περιοχή;
Ναι, για παράδειγμα ο ξάδερφός μου, ο Γιούρας Παπουνίδης. Στην αρχή άνοιξε φούρνο στο Πόρτο Λάγος και τώρα, στην Αίγειρο. Γνωριζόμαστε με όλους τους φουρνάρηδες και έχουμε καλές σχέσεις. Κάθε γωνία έχει τον φούρνο της, είμαστε πολλοί στον χώρο.
Είναι δύσκολη δουλειά, η δουλειά του αρτοποιού;
Η πιο δύσκολη δουλειά γιατί δουλεύεις νύχτα. Ειδικά τώρα το καλοκαίρι όταν έξω έχει 40ο βαθμούς μέσα έχει 50ο και 60ο. Βγαίνουμε έξω, παίρνουμε μια ανάσα και μετά ξανά πάλι μέσα στο φούρνο και στη ζέστη.
Πελάτες πάντως έχετε, ο κόσμος δεν σταματάει να τρώει ψωμί…
Όχι, ο κόσμος δεν σταματάει να τρώει ψωμί. Παλιά έπαιρναν οι συνταξιούχοι ένα ψωμί, έτρωγαν το μισό και το μισό το έδιναν στις κότες. Τώρα μου λένε: «Πιο πολύ συμφέρει να αγοράζουμε αυγά και κότες τόσο που έχει ακριβύνει το ψωμί». Οι άνθρωποι περνούν δύσκολες ώρες.
Συμφωνείτε μαζί τους, είναι όντως ακριβό;
Είναι ακριβό το αλεύρι, το πετρέλαιο γι’ αυτό. Η αύξηση στην τιμή του ψωμιού ξεπέρασε το 200% τα τελευταία χρόνια. Όταν άνοιξα εγώ το φούρνο το ψωμί πωλούνταν 180 δραχμές το κιλό, τώρα περισσότερο από 1,20 το χωριάτικο, δηλαδή περίπου 400 παλιές δραχμές. Δεν είναι λίγο, πώς θα βρει ένας συνταξιούχος τα χρήματα;
Ως αρτοποιός έχετε άγχος για την ποιότητα της δουλειάς σας, κάθε μέρα κρίνεται…
Βέβαια! Και για την ποιότητα του ψωμιού, αλλά και για τους υπαλλήλους. Πρέπει να δουλεύω καλά για να πληρώνω τους εργάτες μου. Εννέα χρόνια αυτό είναι το άγχος που έχω. Ποιος δουλεύει χωρίς να πληρώνεται; Κανείς! Γι’ αυτό θα πρέπει να είμαι εντάξει απέναντι στους εργαζόμενούς μου. Κανείς δεν θέλω να μου πει ότι εγώ του χρωστάω. Πρέπει να είσαι σωστός απέναντι στους ανθρώπους που δουλεύουν για σένα, που σε στηρίζουν με τη δουλειά τους για να είναι και η δουλειά που κάνουν για σένα σωστή.
Όταν ήρθατε στην Κομοτηνή από τη Γεωργία, ποιο ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίσατε;
Η ανεργία ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Ήταν πολύ δύσκολα. Εδώ δε σε ρωτάνε αν είσαι καλά στην υγεία σου, σε ρωτάνε αν δουλεύεις, αν εργάζεσαι κάπου, χωρίς δουλειά είναι όλα δύσκολα.
Το ίδιο ισχύει και με τους υπόλοιπους μετανάστες;
Κοιτάτε, εδώ στην περιοχή έδωσαν 750 οικόπεδα, τώρα χτίζουν σπίτια, δουλειά δεν έχουν και τα χρέη τρέχουν. Κάθε έξι μήνες θα πρέπει να πληρώνει η οικογένεια 1.400 ευρώ. Πώς θα τα μαζέψει κανείς αν δεν δουλεύει; Πολλές οικογένειες χρωστάνε στην τράπεζα και στην εφορία.
Νιώθετε ικανοποίηση που το ψωμί που τρώνε κάποιοι ντόπιοι το παρασκευάζετε εσείς, ένας μετανάστης στον τόπο αυτό;
Απλά είναι δουλειά. Παίρνω μια ικανοποίηση που εγώ ο «ξένος» κάνω ψωμί και ταΐζω τους ανθρώπους. Παρασκευάζω και ψήνω το ψωμί του «ξένου». Ήμουν πυροσβέστης και η γυναίκα μου οικονομολόγος στην Γεωργία. Εδώ γίναμε φουρνάρηδες και αρτοποιοί. Κάναμε λοιπόν αυτό το φούρνο, ζυμώνουμε, ψήνουμε και πουλάμε το ψωμί του «ξένου».
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
