Η Συμφιλιωση

Το μυθιστόρημα, το οποίο προκάλεσε το ενδιαφέρον μας τη βδομάδα που διανύουμε έχει ως κύριο θέμα του μια ιστορία διαχρονική. Από την Τουρκοκρατία έως και σήμερα, ιστορίες μίσους ανάμεσα σε οικογένειες έρχονται καθημερινά στο φως της δημοσιότητας, αποδεικνύοντας με τον πλέον εμφανή τρόπο μια από τις πιο αιματηρές «συνήθειες» του τόπου μας. Οι βεντέτες, όπως ονομάζονται στην Κρήτη και τη Πελοπόννησο φαίνεται να έχουν επηρεάσει τον συγγραφέα μας. Βέβαια, για όλες αυτές τις ιστορίες το αντίδοτο είναι ένα και μοναδικό: ο έρωτας ανάμεσα σε κάποια από τα νεαρά μέλη των αντιπαρατιθέμενων οικογενειών.

Η ιστορία μας

Μέσα από μια μυθιστορηματική πλοκή καταγράφεται η ιστορία της Ελλάδος που ξεκινά από την Τουρκοκρατία και φτάνει μέχρι σήμερα. Φανταστικές ιστορίες εμπλέκονται με τους χαρακτήρες του έργου συμπληρώνοντας ένα παζλ, μέσα απ’ το οποίο παρουσιάζεται η εξέλιξη του μίσους που κατατρώγει τη χώρα μας εδώ και δύο αιώνες περίπου. Η οικογένεια Σαρήμπεη, η οποία εκπροσωπεί τους τσιφλικάδες και την Άρχουσα τάξη, συγκρούεται με την οικογένεια του Καπετάνιου, που εκπροσωπεί την τάξη των κολίγων. Είναι ένας ιδεολογικοπολιτικός αγώνας ανάμεσα στην ολιγαρχία του πλούτου και τους ανθρώπους του μόχθου. Τα πάθη αυτά και το αιώνιο μίσος έρχεται να καλύψει και να σβήσει ο έρωτας του Πάρη και της Κλειώς φέρνοντας τη Συμφιλίωση σ’ όλη τη χώρα.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα

Ο Αργύρης Καλμπάρης γεννήθηκε το 1931 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες και εργάστηκε για δώδεκα χρόνια στην Εμπορική Τράπεζα. Κατόπιν ασχολήθηκε επί τριάντα χρόνια με την γυναικεία ένδυση και την παραγωγή υφασμάτων έως και σήμερα. Τα τελευταία δύο χρόνια άρχισε να ασχολείται με την συγγραφή. Το πρώτο του βιβλίο «Μνήμες» εκδόθηκε το 2004. Η «Συμφιλίωση» είναι το δεύτερό του βιβλίο.

Η τραγική ιστορία καταλήγει μ’ ένα ανεπιθύμητο, απ’ την πλευρά των γονιών γάμο, αποσπάσματα από την περιγραφή των οποίων παραθέτουμε ακολούθως, για μια άμεση «επαφή» με το ύφος και τη γλώσσα του συγγραφέα:

ΞΗΜΕΡΩΣΕ ΣΑΒΒΑΤΟ. Από νωρίς το πρωί η κυρά Νόρα ξεπροβόδισε τον άντρα της για τη δουλειά, φρόντισε να ξυπνήσει την κόρη της. Μπορεί να μην έκαναν ανοιχτό γάμο, αλλά η χαρά στο σπίτι κυριαρχεί και οι φροντίδες δεν λείπουν.

Σε λίγο ήρθε η Όλγα, πρωί, γιατί ήθελε να φροντίσει την Κλειώ στο ντύσιμο. Στα χέρια της κρατούσε δύο στεφάνια που είχε φτιάξει μόνη της με αγριολούλουδα. Για νυφικό η Κλειώ φόρεσε ένα ροζ φορεματάκι. Λευκά γοβάκια και μια λευκή εσάρπα με κρόσσια συμπλήρωναν το ντύσιμό της. Η Όλγα φρόντισε να της χτενίσει τα μαλλιά και να τονίσει τα μάγουλά της και τα χείλη της με λίγο χρώμα. Το αποτέλεσμα ήταν καταπληκτικό[…]

[…] Ο ιερέας, ο οποίος έκανε και χρέη ψάλτη, ξεκίνησε με τα λόγια του μυστηρίου που συνοδεύουν το ζευγάρι σ’ όλη του τη ζωή. Στα κεφάλια των παιδιών η Όλγα είχα τοποθετήσει τα στέφανα που η ίδια είχε επιμεληθεί.

Λίγο κόκκινο κρασί και μια χούφτα κουφέτα έδωσαν τη δυνατότητα στον ιερέα να ευλογήσει το γάμο σύμφωνα με τις παραδόσεις. Τα στέφανα άλλαξαν εκ περιτροπής οι δύο κουμπάροι. Κι όταν ήρθε η στιγμή να περάσει ο παπάς τις βέρες, ο Περικλής και η Όλγα κοιταχτήκανε. Πως τους διέφυγε να ρωτήσουν τον Πάρη γι’ αυτό! Κι όμως εκείνος το είχε φροντίσει. Πάνω στην ταραχή του είχε ξεχάσει να τις τοποθετήσει στο τραπέζι Αμέσως ένα μικρό κουτί ξεπρόβαλε από την τσέπη του σακακιού του και το έβαλε με ευλάβεια στα χέρια του ιερέα.

Τα πνεύματα ηρέμησαν και ο παπάς συνέχισε. Αρραβωνιάζεται ο δούλος του Θεού Πάρης τη δούλη του Θεού Κλειώ, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος αμήν. Λέγοντάς το τρεις φορές και εναλλάσσοντας τις βέρες στα χέρια των νεόνυμφων επισφράγισε πλέον και με τους κανόνες της εκκλησίας την ένωση των δύο ερωτευμένων[…]

[…]ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΣΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ των Τρικάλων χτύπησε δώδεκα!

Φυσικά, στο μυθιστόρημά μας, η λύση δίνεται στις τελευταίες του σελίδες, όπου μια σύγκρουση θα «ενώσει» τελικά τις δυο αντίπαλες οικογένειες. Συγκεκριμένα, ο τραγικός θάνατος των δυο παιδιών δίνει το εφαλτήριο για την Συμφιλίωση.

Μια λάμα αστράφτει στον αέρα και κατευθύνεται προς τον Πάρη. Η Κλειώ παρακολουθεί τη σκηνή και αντιλαμβάνεται ότι ο άνδρας της διατρέχει κίνδυνο, ρίχνεται πάν στη φονική λάμα, τη δέχεται κατάστηθα. Τα πόδια της λυγίζουν και σωριάζεται καταγής…Ξάπλωσε πλάι στην αγαπημένη του. Το σώμα της είχε αρχίσει να κρυώνει. Ένιωσε την παγωμένη σάρκα επάνω του. Σφίχτηκε επάνω της, την αγκάλιασε και περίμενε…

[…]Όσο η ώρα περνούσε και τα κεριά λιγόστευαν, έμεινε μόνον η φλόγα των καντηλιών για να κάψει και το τελευταίο λαδάκι των αδικοχαμένων νέων.

Το ρολόι του κάστρου χτύπησε δώδεκα. Μεσάνυχτα! Ο ήχος που συνοδεύει τις ώρες πέρασε την πόρτα της εκκλησιάς, γονάτισε και φεύγοντας χάιδεψε τα νεκρά πρόσωπα. Ήταν οι ίδιες ώρες και πάλι δώδεκα το μεσημέρι χθες, μετά το μυστήριο, που ευχόντουσαν στους νιόπαντρους να ζήσουν, τι τραγική ειρωνεία!

Έγιναν τόσα πολλά μέσα σε δώδεκα ώρες, που σ’ άλλους ανθρώπους χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή…

…ΌΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΝΟΥΣΑΝ, τους έριχναν λουλούδια. Στην πλατεία έγινε το αδιαχώρητο. Και μέσα στην νεκρική ησυχία ακούστηκε μια φωνή. «Όχι άλλο αίμα, θέλουμε Συμφιλίωση».

Τη «Συμφιλίωση» που επιθυμούμε όλοι…Αναζητήστε το…

Μαρία Σαραντίτη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.