«Το λαικο τραγουδι ανθει και θα ανθει»
Bρέθηκαν στην πόλη μας με την ευκαιρία μιας εκδήλωσης. Παρά τον περιορισμένο χρόνο μίλησαν στο ραδιόφωνο του Παρατηρητή για το ρεμπέτικο και γενικότερα για το λαϊκό τραγούδι. Άμεσες, αυθόρμητες, αληθινές έτσι όπως ταιριάζει σε γνήσιες λαϊκές τραγουδίστριες. Μακριά από βεντετισμούς και life style.
Μαριώ και Λένα Αλκαίου όμως…
ΠτΘ: Πώς αισθάνεσθε που ξαναβρίσκεστε στην Κομοτηνή;
Μαριώ: Θεωρώ την Κομοτηνή δεύτερή μου πατρίδα. Οι Κομοτηναίοι ξέρουν να επιλέγουν και να διαλέγουν αυτούς που πρέπει να αγαπάνε. Αυτό το λέω συνειδητά. Θα αγαπήσουν και τη Λένα. Οι φίλες μου θα γίνουν και δικές της φίλες.
ΠτΘ: Έχετε πολλούς φίλους στην Κομοτηνή;
Μαριώ: Έχω πάρα πολλούς φίλους. Δεν μπορώ να τους απαριθμήσω. Η πιο επιστήθια φίλη μου είναι η Εύη και ο άνδρας της ο Μάριος Μανισαλής. Είμαστε τριάντα έξι χρόνια φίλοι δυνατοί.
ΠτΘ: Σε μία εποχή θολούρας και επαναπροσδιορισμού όρων, νοημάτων και οι δυο σας υπηρετείτε το «σωστό», το «ποιοτικό» λαϊκό τραγούδι. Τι σημαίνει για σας λαϊκό τραγούδι;
Μαριώ: Λαϊκό τραγούδι είναι η ιστορία μας, είναι ο τρόπος ζωής μας. Το λαϊκό τραγούδι έχει σχέση με τα βιώματά μας και αν θέλεις είναι το τραγούδι που έχει μιλήσει στις καρδιές όλων των Ελλήνων, μέχρι και την γενιά της δικής μου γενιάς και όχι μόνο. Το λαϊκό τραγούδι ανθεί και θα ανθεί και έχει μεγάλη συνέχεια.
Λ. Α.: Όσες αντιξοότητες και αν υπάρχουν γιατί υπάρχουν το λαϊκό τραγούδι θα συνεχίσει το δρόμο του.
ΠτΘ: Σήμερα οι νέοι δεν αγαπούν το λαϊκό τραγούδι;
Μαριώ: Βεβαίως το αγαπούν. Το λαϊκό τραγούδι και σήμερα ανθεί με άλλα ηχοχρώματα. Το λαϊκό τραγούδι σήμερα είναι σε άλλη εποχή.
ΠτΘ: Αυτά τα καινούργια ακούσματα πώς τα δέχεστε;
Λ.Α.: Δεν θα άκουγα λαϊκά ποπ που ονομάζονται λαϊκά. Σήμερα έχει παρεξηγηθεί η έννοια του λαϊκού.
Μαριώ: Το λαϊκό τραγούδι είναι λαϊκό. Είναι αυτό που ακούμε, το ρεμπέτικο, το δημοτικό και σμυρνέϊκο.
Λ.Α: Λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που έχει ήθος και γράφεται μέσα από την καρδιά μας.
ΠτΘ: Έχει ετικέτες το τραγούδι; Γίνεται διαχωρισμός του ρεμπέτικου από το λαϊκό;
Μαριώ: Το ρεμπέτικο είναι ένα. Να μη το μπερδεύουμε. Επάνω σε αυτό, στους ίδιους δρόμους και στο ίδιο στυλ γράφονται και σήμερα τραγούδια, χωρίς να έχει καμία σχέση με την τότε εποχή. Άλλες οι συγκυρίες και άλλοι οι τρόποι ζωής τότε. Τώρα δεν έχουμε ούτε λάμπες ούτε γκαζιέρες.
Αυτή τη στιγμή το λαϊκό τραγούδι έχει μία ετικέτα όταν παίζεται σωστά και όταν έχει το ηχόχρωμα το καθαρά ελληνικό με μπουζούκι και στίχο. Θεωρώ ότι το λαϊκό τραγούδι δεν έχει επαναλαμβανόμενες ίδιες λέξεις. Είναι ένας στίχος μια υπόθεση, ο άλλος στίχος, άλλη, ένα τραγούδι δηλαδή μια ιστορία.
Λ. Α.: Και βέβαια έχει μια αμεσότητα.
ΠτΘ: Σήμερα γράφονται ρεμπέτικα τραγούδια;
Μαριώ: Βεβαίως γράφονται πάνω στα παλιά.
Λ.Α.: Βέβαια γράφονται περισσότερο λαϊκά. Έχω την εντύπωση ότι το ρεμπέτικο,- η Μαριώ το ξέρει καλύτερα, σηματοδοτεί μια συγκεκριμένη εποχή.- Σήμερα δεν γράφονται ρεμπέτικα. Σήμερα γράφονται άλλα τραγούδια.
ΠτΘ: Ακούγονται όμως τα ρεμπέτικα…
Μαριώ: Μα το ρεμπέτικο είναι η ιστορία μας.
Λ.Α.: Τα ρεμπέτικα, λαϊκά και δημοτικά τραγούδια είναι διαχρονικά. Όσο υπάρχει Ελλάδα θα υπάρχουν και αυτά.
ΠτΘ: Υπήρξε όμως εποχή που το ρεμπέτικο είχε μπει στην άκρη και είχε υποτιμηθεί…
Λ.Α.: Αυτά τα τραγούδια είναι σαν το καλό κρασί. Όσο περνάνε τα χρόνια, τα ανακαλύπτεις. Όπως ένα καλό κρασί το έχεις στην αποθήκη σου για χρόνια, αλλά δεν σημαίνει ότι χαλάει.
Μαριώ: Το ρεμπέτικο μπορεί να έπεσε στο περιθώριο την εποχή του Μεταξά και μετέπειτα αλλά δύο πόλεις στη χώρα μας το κρατήσανε καλά. Ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη το αγκάλιασε, δεν το εγκατέλειψε ποτέ και όταν κυνηγιότανε κρατούσε την αντίστασή της στο ρεμπέτικο. Όπως και ο Πειραιάς. Μη ξεχνάμε ότι και ο Βαμβακάρης έφυγε από τη Σύρο στον Πειραιά και ο Γιάννης Παπαϊωάννου, κράτησαν σταθερά το συγκεκριμένο τραγούδι.
ΠτΘ: Θητεύσατε κοντά σε ρεμπέτες;
Μαριώ: Είχα την τύχη η πρώτη μου συνεργασία να είναι με το Μάρκο το Βαμβακάρη το 1967 στη Θεσσαλονίκη σε ένα μαγαζί που σήμερα δεν υπάρχει συγκεκριμένα στο «Ξημερώματα», λεχώνα στην κόρη μου τότε τη Μαρίνα. Είχα θα έλεγα μεγάλη τύχη να συναντήσω στη ζωή μου τον «Πατριάρχη» του ρεμπέτικου, ένα απλό άνθρωπο με εμπειρίες, με πείρα στη ζωή. Πάνω απ’ όλα όμως ο Βαμβακάρης ήταν απλός. Του είπα «δάσκαλε να σας κάνω σεγκόντα» και δεν έφερε αντίρρηση. Για μένα είχε μεγάλη σημασία το πώς το στόμα του θα πει τις λέξεις, ακριβώς στο χρόνο και στην κατάληξη της φράσεως των τραγουδιών. Είναι μεγάλη εμπειρία και ιστορία να τραγουδάς κοντά σε ένα τέτοιο μεγάλο δάσκαλο. Στη συνέχεια τραγούδησα και με άλλους. Με τον Τάκη τον Μπίνη, τον Κώστα τον Ρούκουνα, το Μαρινάκη Γαβριήλ, το Μιχάλη Γενίτσαρη και με άλλους πολλούς. Ο τελευταίος δάσκαλός μου βέβαια ήταν ο Νάκος Στέφανος ο Κυτούλης από τη Θεσσαλονίκη με τον οποίο δέσαμε σαν καλλιτεχνικό ζευγάρι, γιατί πολλοί ήταν αυτοί που μας θεωρούσαν αντρόγυνο.
ΠτΘ: Με την έννοια ρεμπέτης εννοούμε τον απείθαρχο, τον γλεντζέ και κάποιοι θεωρούν τους ξενύχτες, Προσωπικά η λέξη ρεμπέτης μου δίνει την εικόνα του αναρχικού, με την καλή έννοια, ανθρώπου. Εσείς από την εμπειρία σας τι θα λέγατε ότι ήταν;
Μαριώ: Ήταν ελεύθεροι άνθρωποι. Ήταν οι εκφραστές αυτού που αισθάνονταν. Είχαν τη δύναμη και την τόλμη να εκφράζουν αυτό που ένοιωθαν. Γι’ αυτό και ήταν και πρωτοπόροι.
ΠτΘ: κ. Αλκαίου εσείς δεν είχατε την τύχη να γνωρίσετε αυτούς τους μεγάλους ρεμπέτες. Παρόλα αυτά συνεργασθήκατε με εξαιρετικούς συνθέτες…
Λένα: Είχα την τύχη από ρεμπέτες να γνωρίσω και να συνεργαστώ τον Τάκη τον Μπίνη και το Μιχάλη Γενίτσαρη. Επίσης είχα την τύχη να συνεργαστώ με μεγάλους συνθέτες εν ζωή όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Χρήστος Νικολόπουλος. Έχω δηλαδή συνεργαστεί με τους περισσότερους εν ζωή μεγάλους συνθέτες. Όπως ο Γιώργος ο Ζήκας. Όταν γνωρίζεις τέτοιες μεγάλες προσωπικότητες είναι μεγάλες εμπειρίες.
ΠτΘ: Σας αποκαλούν ρεμπέτισσα. Πώς τον δέχεστε αυτόν τον τίτλο;
Μαριώ: Ευχάριστα. Είναι πολύ ωραία αυτή η ταμπέλα. Με αποκάλεσαν εκτός από ρεμπέτισσα και καθιστή Τίνα Τάρνερ, αλλά και κάποιοι με αποκαλούν ρεμπέτισσα ροκ.
ΠτΘ: Γιατί;
Μαριώ: Γιατί δεν καλουπώνομαι. Είμαι ένας άνθρωπος που αυτό που θα πω, βγαίνει μέσα από την ψυχή μου. Δεν έχω μάθει να υποκρίνομαι. Κάποιες φορές που λέω κάποια ψέματα τα λέω γιατί επιβάλλεται σε κάποιες ορισμένες αναγκαίες καταστάσεις. Αλλά αυτό που έχω να πω θα το πω στα ίσια. Μ’ αρέσει να βγαίνω στη γειτονιά μου, να πηγαίνω στο μπακάλη με την ποδιά και να ψωνίζω. Δεν θα πει ότι επειδή είμαι η Μαριώ πρέπει να βγάλω την ποδιά. Ο άνθρωπος ο λαϊκός ο ρεμπέτης εκφράζεται μέσα από τον τρόπο της ζωής του. Έτσι επικοινωνεί.
Λ. Α.: Ροκ είναι βράχος και clock ο χρόνος. Πολύ σωστά το έχει πει ο Κραουνάκης. Γιατί ροκ είναι βράχος.
Μαριώ: Γι’ αυτό λένε, θα βάλω αν μου επιτρέπετε και τον εαυτό μου, εμείς είμαστε παλιές καραβάνες, παλιά σκαριά που δεν το βάζουμε κάτω. Είναι αυτή η δύναμη που παίρνουμε και αντιστεκόμαστε απέναντι στο κατεστημένο που μας έχουν βάλει σήμερα και στο τιμ και στα γρανάζια του ρολογιού. Έ, δεν θέλουμε να γυρίζουμε σε αυτά τα γρανάζια. Εμείς θέλουμε να λαδωνόμαστε και να περπατάμε ελεύθεροι. Η αγάπη του κόσμου δεν μας θέλει να είμαστε στημένοι, θέλει απλότητα. Και αυτό να μπει και να αφομοιωθεί μέσα στον άνθρωπο. Δεν μπορεί ξαφνικά να λες είμαι ρεμπέτισσα και βγαίνω στο δρόμο και δεν σου λέω καλημέρα ή σε αποφεύγω. Δεν είμαι η κάποια. Είμαι μια εργάτρια, υπηρετώ καλά μία παράδοση της χώρας μου, τις ρίζες μου όσο μπορώ το κατά δύναμη, αλλά είμαι και η θνητή γυναίκα που σήμερα με ξέρεις και αύριο θα με ξεχάσεις.
Λ. Α.: Δεν νομίζω ότι θα σε ξεχάσουν. Ό,τι έχει γίνει έγινε μετά από χρόνια, το έχτισες. Νοιώθω την ανάγκη να πω για τη Μαριώ ότι έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου και δεν θα χαθεί ποτέ.
ΠτΘ: Ποια είναι η άποψή σας για το σημερινό ελληνικό τραγούδι;
Μαριώ: Δεν θα έλεγα ότι έχει χαθεί. Συνεχίζεται σε καλή πορεία. Υπάρχουν συνθέτες που γράφουν καλό στίχο και καλή μουσική. Δεν νομίζω ότι υπάρχει φόβος να χαθεί το καλό ελληνικό τραγούδι.
Λ.Α.: Απλά αυτοί που γράφουν καλά είναι χαμηλού προφίλ, γιατί προφανώς δεν θέλουν να αναλώνονται στο life style.
ΠτΘ: Μήπως δεν προβάλλεται και όσο πρέπει; Μήπως τα ΜΜΕ προωθούν το ξενόφερτο τραγούδι;
Λ.Α.: Θέλει χρόνο και κόπο. Πιστεύω ότι ένα καλό τραγούδι δεν θα χαθεί. Απλά εκεί που σε έξι μήνες θα είχε βγει προς τα έξω και ο κόσμος θα είχε πάρει την πληροφορία και θα είχε γίνει επιτυχία, μπορεί να θέλει ένα και δύο χρόνια. Όταν δεν είσαι όλη μέρα στην τηλεόραση, στα σκάνδαλα και σε όλα αυτά που απαιτεί η εποχή κάτι που εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε, σαφώς η αναγνώριση δεν είναι γρήγορη.
Μαριώ: Υπάρχει και η άλλη εκδοχή. Βγαίνουν πολλά CD καθημερινώς. Ο Έλληνας πολίτης θέλει χρόνο να τα ακούσει. Ένας που έχει επίπεδο και παιδεία δεν θα πάρει τα ληξιπρόθεσμα. Ψάχνει να βρει κάτι καινούργιο να το μελετήσει, να το δει. Και πάλι τα καλά τραγούδια που βγαίνουν είναι λίγα και θα χρειασθεί χρόνος να τα ακούσει. Και ας μη ξεχνάμε και την πειρατεία. Θα πω κάτι για πρώτη φορά. Το ελληνικό τραγούδι και γενικά το καλό δημοτικό, σμυρνέϊκο, ρεμπέτικο ή και τα καινούργια καλά που γράφονται τώρα πρέπει να μπαίνουν στο Ίντερνετ. Μπορεί να γίνεται σήμερα αυτό αλλά όχι με μεγάλη αμεσότητα.
Λένα: Χρειάζεται ένας τρόπος προώθησης, αλλά είναι δύσκολο.
ΠτΘ: Οι εταιρείες πόσο μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό;
Λ.Α.: Εξαρτάται για ποιες εταιρείες μιλάμε. Θεωρώ ότι η μόνη εταιρία που έχει μείνει και στηρίζει τις ποιοτικές δουλειές και το λέω αντικειμενικά είναι η «ΛΥΡΑ». Οι άλλες εταιρείες αποσκοπούν στο να βγάλουν κάποιους νέους τραγουδιστές για έξι μήνες, χωρίς να έχουν προγραμματισμό μακροπρόθεσμο. Η «ΛΥΡΑ» έχει.
Μαριώ: Η «ΛΥΡΑ» κάνει δουλειές επιλεγμένες. Δεν την ενδιαφέρει το πότε θα αναγνωρισθεί η δουλειά που κάνει. Γνωρίζει όμως ότι έχει κάνει μία καλή παραγωγή, η οποία όμως θα αξιοποιηθεί στο χρόνο.
ΠτΘ: Μήπως είναι και θέμα δημοσίων σχέσεων;
Λ.Α.: Κατ’ αρχήν είναι θέμα δημοσίων σχέσεων, προώθησης και μάρκετινγκ. Το θέμα είναι κατά πόσο κάποιος μπορεί να επενδύσει εκατομμύρια. Όταν δεν έχεις χρήματα, όταν δεν είσαι του life style, πας με το σταυρό στο χέρι, λες έχω τη φωνή μου, έχω τον εαυτό μου, αυτό είναι το όχημά μου και όπου βγει.
ΠτΘ: Πριν πολλά χρόνια οι δισκογραφικές εταιρείες, «Μίνως Μάτσας και Υιός», «Κολούμπια», «Λύρα», «Οντεόν» μέσω ραδιοφωνικών εκπομπών έκαναν γνωστά τα τραγούδια και από εκεί τα μαθαίναμε…
Μαριώ: Μη ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή ήταν τα 45αράκια και κάθε μήνα γράφανε δυο τρία και ήξεραν ποια ήταν επιτυχία. Μέσω του ραδιοφώνου μάθαινες ότι αυτή είναι η επιτυχία. Και ήταν μεγάλος άθλος για τους τραγουδιστές να αναγνωρίζονται από το ραδιόφωνο χωρίς να υπάρχει αυτό το μεγάλο μέσο που λέγεται τηλεόραση ή Ίντερνετ.
ΠτΘ: Υπάρχει ένας προβληματισμός που αφορά στο ότι το ελληνικό τραγούδι δεν ακούγεται στο εξωτερικό. Τι φταίει;
Μαριώ: Πιστεύω ότι δεν ακούγεται εξαιτίας της γλώσσας. Συμμετείχα πολλές φορές σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Εγώ έχω ξένο κοινό. Όλα αυτά τα χρόνια όταν πηγαίνω στο εξωτερικό με εντυπωσιάζει ότι έρχονται ξένοι να με ακούσουν κι ας μην ξέρουν τη γλώσσα. Νοιώθουν όμως την ενέργεια του τραγουδιστή, την αλήθεια και τη ζωντάνια του. Αυτό εισπράττει ο ξένος και καταλαβαίνει και από το χρώμα της φωνής σου και από το ηχόχρωμα των μουσικών ότι εδώ κάτι μεγάλο γίνεται. Πιστεύω ότι η γλώσσα ποτέ δεν θα βοηθούσε στο ρεμπέτικο τραγούδι. Το ρεμπέτικο έχει την ιστορία του. Είναι δυνατόν να το τραγουδήσω αγγλικά ή γαλλικά; Για όνομα του θεού. Αυτό είναι αδιανόητο.
Λ.Α: Πιστεύω ότι τον ξένο τον έλκει το όργανο και η αλήθεια του ερμηνευτή. Στη Μαριώ είδαν την persona, τον άνθρωπο που έβγαλε τον εαυτό του, την αλήθεια του, την ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό. Αυτό τους συγκίνησε. Και αυτό είναι το μαγικότερο απ’ όλα.
Μαριώ: Το 1999 ξεκίνησα τη μεγάλη περιοδεία από την Ευρώπη μέχρι τη Φιλανδία. Επισκέφθηκα το Αρλ μία πόλη με μεσαιωνικά κτίρια στη Μασσαλία στη Νότια Γαλλία. Όταν με πήγαν σε μία αυλή τεράστια με μεσαιωνικά κτίρια, που από το 1960 είχε αναπτυχθεί το κλασικό τραγούδι, και μάλιστα όταν μου είπαν ότι ήμουν η πρώτη τραγουδίστρια που θα έλεγα ρεμπέτικο και σμυρνέικο σε απευθείας μετάδοση από το κρατικό ραδιόφωνο της Γαλλίας, μου έκανε εντύπωση το πώς θα ανταποκρινόμουν σε μία παράδοση χρόνων φεστιβάλ κλασικής μουσικής λέγοντας Τσιτσάνη ή Μάρκο και σμυρνέικο. Όταν ανεβήκαμε επάνω η αυλή ήταν γεμάτη και όλοι αυτοί δεν ήξεραν ελληνικά Ξαφνικά με το που ξεκινάω να πω τον «Τσακιτζή» γίνεται το έλα να δεις. Στη Νορβηγία τόλμησα να πω ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο Μίκης Θεοδωράκης και Ζορμπάς. Η Ελλάδα έχει κουλτούρα και ιστορία από το δημοτικό, σμυρνέικο, ρεμπέτικο και λαϊκό. Έχω παραστάσεις από τη Λισσαβόνα με τη Σαβίνα Γιαννάτου να κάνω σεμινάρια για το ρεμπέτικο, με τη Μαρία Φαραντούρη στο Λος Άντζελες στο Πανεπιστήμιο μόνο για αμερικάνους φοιτητές. Και ήταν κατάμεστο το αμφιθέατρο. Στο εξωτερικό αρχίζει και γεννιέται μία καινούργια γενιά που ακούει ρεμπέτικο. Χτυπούσα παλαμάκια και χτυπούσαν και αυτοί, άσχετα αν δεν έβρισκαν το ρυθμό αλλά προσπαθούσαν να συντονιστούν με μένα. Πιστεύω ότι συνέβαλε και το σεμινάριο. Μπορεί το τραγούδι να ήταν ξενόφερτο, αλλά έχει μία ιστορία.
ΠτΘ:Τι ετοιμάζετε αυτή τη στιγμή;
Λ.Α.: Πριν ενάμιση μήνα κυκλοφόρησa ένα CD με τίτλο «Μετά». H ενορχήστρωση είναι του Μανώλη του Καραμπίνη και εμπεριέχει παλιά τραγούδια αγαπημένα μεγάλων συνθετών, έχει κάποια τραγούδια σταθμούς στην καριέρα μου και τρία καινούργια. Πριν έξι μήνες συμμετείχα «Στο καφέ του έρωτα» του Χάρη Ρώμα. Το «Μετά» σηματοδοτεί την καινούργια μου συνεργασία με την εταιρία «Λύρα» παραγωγός είναι η Ντόρα Ρίζου, η οποία με πίστεψε και με στηρίζει. Για μένα είναι μία καινούργια αρχή γιατί συνήθως θέλω να κάνω αυτοκριτική και βάση αυτής να προχωρώ.
ΠτΘ: κ. Αλκαίου είστε νέος άνθρωπος και κρατάτε χαμηλούς τόνους. Σε μία εποχή που τα πρότυπα που προβάλλονται από την τηλεόραση είναι πολύ διαφορετικά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό…
Λ.Α: Έχω δεκαετία στη δισκογραφία που δεν είναι και λίγα. Ακολουθώ μία στάση απέναντι στα πράγματα συνειδητή. Είναι στάση ζωής. Έτσι όπως έμαθα να φέρομαι από το σπίτι μου με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζω και τον κόσμο που με πιστεύει, έτσι και το τραγούδι, γιατί το τραγούδι το αγαπάω. Δεν το έκανα σαν δουλειά για να γίνω μέσα σε δύο μήνες διάσημη και πλούσια. Δεν είναι αυτό το ζητούμενό μου. Θέλω να τραγουδάω και να επικοινωνώ με τον κόσμο. Το τραγούδι για μένα πρώτα είναι μεράκι και μετά δουλειά. Μία διαφορετική στάση θα με έκανε δυστυχισμένη. Θα πήγαινα το πρωί στον καθρέπτη και δεν θα αισθανόμουν καλά. Ίσως τώρα να είμαι χαμηλού προφίλ, να μη ξέρουν όλοι, αλλά έχω χτίσει την προσωπικότητά μου και έχω κερδίσει την αξιοπρέπειά μου. Για μένα το σημαντικότερο είναι αυτό και στη δουλειά και στη ζωή.
Μαριώ: Θεωρώ ότι το χαμηλό προφίλ είναι και η ποιότητά της. Η Λένα ούτως ή άλλως είναι αναγνωρισμένη. Η Λένα είναι σήμερα η μοναδική γυναίκα που μπορεί να ερμηνεύσει το λαϊκό τραγούδι, αλλά και τα άλλα είδη. Η Λένα κρατά καλά το λαϊκό τραγούδι και είναι η συνέχειά του. Έχω τη χαρά και την τύχη να την ακούω, να δουλεύω μαζί της και ξέρω ότι είναι ο άνθρωπος που μπορεί να το κρατήσει επάξια.
ΠτΘ: Εσείς τι καινούργιο ετοιμάζετε;
Μαριώ: Αυτή τη στιγμή είμαι στο στούντιο και γράφω με το μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Λίβανο, που επιμελείται όλη τη μουσική του δίσκου. Στιχουργοί είναι ο Φίλιππος Γράψας, η Εβίτα Σκουρλέτη, ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, από την Αλεξανδρούπολη ο Σταυρακούδης που πήρε πέρυσι το πρώτο βραβείο σε φεστιβάλ, ο Τσιώλης, ο Δημήτρης Κοττάκος και ο Χατζηνάκης έχει γράψει ένα λαϊκό τραγούδι. Ο δίσκος περιλαμβάνει ένα έντεχνο και μία μπαλάντα.
ΠτΘ: Δεν είναι η πρώτη φορά που λέτε έντεχνο. Υπάρχει και η συνεργασία σας με το Λουδοβίκο των Ανωγείων…
Μαριώ: Εννοείτε τον «Αγ’ Γιώργη». Ήταν ο δίσκος που με σηματοδότησε και ήταν και το ερέθισμα ότι μπορούσα να πω και μπαλάντες. Αυτός ο δίσκος που κάνω τώρα θα κυκλοφορήσει το Σεπτέμβριο και εφόσον μού δίνεται η ευκαιρία να ευχαριστήσω την παραγωγό μου σε όλους τους δίσκους, τη Ντόρα τη Ρίζου, στην οποία χρωστώ πάρα πολλά και την αναγνώριση. Χαίρομαι που μαζί με τη Λένα ξεκίνησα και μπήκα στο στούντιο. Είμαι δύσκολη σε αυτό.
ΠτΘ: Είστε δύσκολη στο να μπείτε στο στούντιο;
Μαριώ: Δεν μπορώ να κάθομαι στο στούντιο και με εκνευρίζει.
Λ.Α: Η συνεργασία ξεκίνησε στο “Χάραμα”. Για μένα ήταν ένα δώρο, ένα μεγάλο δώρο η συνεργασία μου με τη Μαριώ. Τα τελευταία χρόνια είχα περάσει δύσκολα και είχα λυγίσει. Μάλιστα ήθελα τα τελευταία δύο χρόνια να τα παρατήσω και ευτυχώς προέκυψε αυτή η συνεργασία. Ήταν σαν να ήμουν στην έρημο και βρέθηκα στην όαση με τη Μαριώ. Άρχισα ξανά να χαμογελάω, να έχω κέφι. Είναι θετικός άνθρωπος η Μαριώ, είναι μια μάνα για όλους μας και κυρίως εμένα με προστατεύει με φροντίζει και είναι η οικογένειά μου.
Μαριώ: Και εκείνη με προστατεύει να μην καπνίζω…
Λ.Α.: Δεν με ακούς όμως…
Μαριώ: Συνεχίζουμε τις συναυλίες μας ακάθεκτες, ντουράτες που λένε. Και οι δυο μας αγαπάμε τα μέρη που δεν έχουν τη δυνατότητα να μας ακούσουν να πάμε κοντά τους. Και αυτό το κάνουμε με την καρδιά μας. Θέλουμε να δώσουμε και την καρδιά μας και όχι μόνο αυτό που δίνουμε στην καθημερινότητα της σαιζόν του χ μαγαζιού. Θέλουμε να δώσουμε αυτό που έχει ανάγκη ο κόσμος. Τη βραδιά που θα μας ακούσει θέλουμε να τον κάνουμε να ξεχάσει την καθημερινότητά του. Σήμερα είμαστε το πιο φθηνό σχήμα για να καλύψουμε όλες τις ανάγκες της Περιφέρειας.
ΠτΘ: Πώς προέκυψε η συμμετοχή σας στην τηλεοπτική εκπομπή «Καφέ της χαράς»;
Μαριώ: Αυτό ήταν η έκπληξη. Ως πιτσιρίκα είχα κάνει λίγο θέατρο. Πέρασα και από τα μπουλούκια, τους θεατρίνους τότε. Φέτος με τον Χάρη Ρώμα κάναμε ένα σκηνικό στο «Χάραμα» και του ήρθε έτσι σαν φωτοβολίδα να παίξω ένα ρόλο στο «Καφέ της Χαράς» και να υποδυθώ τη θεία της Χαράς. Εντάξει, τα έβγαλα πέρα και θέλω να ευχαριστήσω το Χάρη Ρώμα, γιατί σήμερα είναι δύσκολο να βρεις ένα άνθρωπο του επιπέδου του που να σε εμπιστευτεί. Έχω την εντύπωση ότι ήταν μία δοκιμασία για μένα. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει τα πάντα αλλά με μέτρο. Μέχρι εκεί. Ο ρόλος μου δεν είναι ηθοποιός γιατί μπορεί να έχω λίγο πρόζα, αλλά είναι μέχρι εκεί. Δεν μπορώ να μπω στα χωράφια άλλων ανθρώπων είναι σαν να κάνω καταπάτηση οικοπέδου.
ΠτΘ: κ. Μαριώ, κ. Αλκαίου σας ευχαριστούμε πολύ.
Μ-Λ.Α.: Κι εμείς σας ευχαριστούμε.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
