«Μεσω της λογοτεχνιας και οι τοποι και οι ανθρωποι υπερβαινουν την πραγματικη τους διασταση»

Η απαγωγή της Τασούλας, που συνέβη το 1950 στο Ηράκλειο, είναι η πιο γνωστή και παράλληλα η πιο ανεξερεύνητη απαγωγή που έγινε ποτέ στην Κρήτη. Παρά τη «σιωπή» που σε γενικές γραμμές επικράτησε από παντού, ο θρύλος της επιβιώνει μέχρι σήμερα, όχι μόνο επειδή έφερε στα πρόθυρα βεντέτας δυο ισχυρές ιστορικές οικογένειες, δυο μεγάλα κόμματα, όσο διότι πρώτη φορά ένας έρωτας έγινε δημόσιο ζήτημα προκαλώντας την αναστολή ισχύος εννέα άρθρων του Συντάγματος, την επιβολή στρατιωτικού νόμου σε δυο νομούς της Κρήτης και λογοκρισία του Τύπου σε ολόκληρη την Ελλάδα – και μάλιστα από δημοκρατική κυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο το ότι η υπόθεση παρουσιάστηκε και από τον ελληνικό και από τον διεθνή Τύπο σαν μια καινούργια εκδοχή του Ρωμαίος και Ιουλιέτα ή του Τρωικού πολέμου. O Kώστας Kεφαλογιάννης ή Kουντόκωστας, ο ηρωικός αντάρτης της ομάδας Aνωγείων επί Kατοχής, έκλεψε την Tασούλα Πετρακογιώργη, την τρίτη κόρη του πιο σημαντικού ίσως αρχηγού της Αντίστασης στην Kρήτη. Την ιστορία παρουσιάζει στο Μυθιστορηματικό της Χρονικό η βραβευμένη συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη. Μιλάμε μαζί της σήμερα για την πρόθεσή της να εμβαθύνει στις ανθρώπινες συγκρούσεις, στην ανακάλυψη των πολλών τεμνόμενων επιπέδων ενός δράματος, που διεξάγεται μέσα στο σκηνικό της πιο κρίσιμης, ίσως, αντιπαράθεσης: των νόμων, δηλαδή ενός σκληρού μετεμφυλιακού Eλληνικού Kράτους με τον άγραφο κώδικα τιμής στην Κρήτη – αφού η θυσία, ο φόβος της βεντέτας, η ευχή και η κατάρα, ο λόγος του άντρα, το γόητρο, τα οικογενειακά και άλλα ρυθμίζουν αφανώς τη στάση όλων των πρωταγωνιστών, όσο και ποικίλων κοινωνικών ομάδων ή και ολόκληρων χωριών…

Λέτε, η λογοτεχνία δεν διδάσκει, προσπαθεί απλώς να εμβαθύνει στο ανθρώπινο δράμα. Πώς χειριστήκατε το «δράμα», αν υπήρξε, στη δική σας ιστορία;

Εκτός από πολλά άλλα η δουλειά της λογοτεχνίας είναι, κατά τη γνώμη μου, να εμβαθύνει στο ανθρώπινο δράμα, με τρόπο που το έργο να μένει ανοικτό ακόμη και παρά την προσωπική άποψη του συγγραφέα του. Η συγκεκριμένη λοιπόν ιστορική απαγωγή μου έδωσε την έμπνευση ακριβώς επειδή είχε έντονα δραματικά χαρακτηριστικά, λόγου χάριν τη σύγκρουση διαφορετικών δικαίων (του εθιμικού και του γραπτού δικαίου), τη σύγκρουση δυο ισχυρών αντρικών προσωπικοτήτων, τη σύγκρουση ενός έρωτα με την εξουσία, το γύρισμα μιας εποχής σε μιαν άλλη. Αυτά τα δραματικά στοιχεία έχουν μέχρι τώρα, δυο μόνο μήνες μετά την έκδοση, επισημανθεί και υπογραμμιστεί από τους εγκυρότερους κριτικούς λογοτεχνίας (Ν. Μπακουνάκη, Μ. Θεοδοσοπούλου, Β. Χατζηβασιλείου, Αλ. Ζήρα, Ελ. Γκίκα, όσο και από τους Μικ. Χαρτουλλάρη, Κ. Γεωργουσόπουλο, Γ. Σακελλαράκη, Αντ. Χρυσοστομίδη), που παράλληλα επισήμαναν τη μεγάλη αντικειμενικότητά μου όσο και τον σεβασμό μου προς όλους τους ήρωες. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που ένας πολύ γνωστός κριτικός το θεώρησε αυτό σαν τη μοναδική αδυναμία του έργου. Θα πρόσθετα ότι όλα μου τα βιβλία μου έχουν πάντα θέμα ένα δραματικό ιστορικό γεγονός ή πρόσωπο, και ότι σε όλα έχω κρατήσει ανελλιπώς τα πραγματικά ονόματα των ιστορικών προσώπων.

Το χρονικό απαιτεί εξαντλητική διερεύνηση των δεδομένων, αλλά και τον προσεκτικό τους αναστοχασμό. Τι έμεινε αθέατο και ανείπωτο για πάντα;

Σε όλες τις ιστορίες, που έχει μέχρι σήμερα ανιστορήσει η παγκόσμια λογοτεχνία, υπάρχουν αποσιωπήσεις, κενά, ερωτηματικά. Όση αρτιότητα και να παρουσιάζει η λογοτεχνική επεξεργασία μιας ιστορίας, όσο εξαντλητική έρευνα και να έχει απαιτηθεί, πάντα κάτι θα μένει κρυφό, αφανέρωτο, λες κι έτσι πρέπει να συμβαίνει. Το μυθιστορηματικό μου χρονικό δεν καινοτομεί. Ως συγγραφέας του, ωστόσο, αποσιώπησα κάποια στοιχεία – όχι μόνο από το αδημοσίευτο υλικό που μελέτησα, αλλά και από το ήδη δημοσιευμένο- που έκρινα ότι πράγματι θα μπορούσαν να θεωρηθούν προσβλητικά στις σημερινές συνθήκες ζωής. Μιλώ όμως για κάτι γενικότερο, όταν λέω ότι καμιά ιστορία δεν αποκαλύπτει ποτέ όλες τις πτυχές της. Μοιάζει σαν να ΄ναι ένας κανόνας της ζωής.

Επικίνδυνο το επάγγελμα του συγγραφέα λέτε. Ο συγγραφέας διαμορφώνει αργά, προσωπικά και επώδυνα την προσωπική του αντίληψη για όσα καλείται να ανιστορήσει. Ακούγονται πολύ δύσκολα όλα αυτά. Σας δυσκόλεψε αλήθεια αυτή η ιστορία;

Αυτό που με δυσκόλεψε πιο πολύ στη συγκεκριμένη ιστορία ήταν ότι ήθελα να έχω όλο το φάσμα των εκδοχών και των απόψεων γύρω από το κάθε γεγονός. Δεν απέκρυψα όμως, ούτε τροποποίησα τις πηγές μου. Γι’ αυτό μπορεί ίσως να συνηγορήσει εκτός άλλων και το εργαστηριακό μου υλικό, δηλαδή οι πολλές ημερολογιακές σημειώσεις εργασίας, τα τετράδια με τις σκέψεις μου εν προόδω, με αρκετές συναντήσεις και συζητήσεις. Όπως δηλαδή οι περισσότεροι συγγραφείς, κρατώ κι εγώ όσο διαρκεί το γράψιμο κάθε βιβλίου ένα τέτοιο εργαστηριακό υλικό. Υπάρχουν φυσικά και όλες οι αποδελτιώσεις του Τύπου και όλο το περιεχόμενο του αρχείου, που μου δόθηκε η άδεια να μελετήσω.

Πάντως, δεν είναι η πρώτη φορά μετά το 50 που η απαγωγή της Τασούλας απασχολεί τα Μ.Μ.Ε., και μάλιστα με τα πραγματικά ονόματα…

Εγώ έρχομαι μάλλον πολύ καθυστερημένη, αφού: 1) Υπάρχουν μέσα σ΄ αυτά τα πενήντα χρόνια μερικές καταγραφές της απαγωγής σε βιβλία, όπου συνήθως ο συγγραφέας έχει ψευδώνυμο, με πιο πρόσφατο ένα βιβλίο του ‘89. Υπάρχουν επίσης καταγραφές της απαγωγής σε κρητικά τραγούδια, αλλά και σε κάποιες σύγχρονες επιστημονικές μελέτες. Παντού όλα τα πρόσωπα ανεξαιρέτως αναφέρονται με τα πραγματικά τους ονόματα. 2) Η ίδια η ηρωίδα παρουσιάστηκε το ‘80 στην πιο δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή της εποχής, στην «Πρώτη σελίδα» του Φρέντυ Γερμανού, και μίλησε δια μακρών, ενώ ο ήρωας της απαγωγής δεν θέλησε να εμφανιστεί στην ίδια εκπομπή. 3) Μόλις πριν λίγους μήνες, πέρυσι το καλοκαίρι, ο δημοσιογράφος Τ. Κοντογιαννίδης εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Η απαγωγή της Τασούλας», με φωτογραφίες του ζεύγους στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, αλλά και με εκατοντάδες φωτογραφίες μέσα στο βιβλίο. Στο επίκεντρο ο συγγραφέας ευχαριστεί θερμά την ηρωίδα της απαγωγής για τη συνεργασία της, για τις πληροφορίες δηλαδή αλλά και για τις φωτογραφίες που του έδωσε η ίδια.

Γιατί την ονομάζετε ιστορία «πένθους- πάθους»;

Έτσι την είδα, γι’ αυτό και την ονόμασα ιστορία «πένθους – πάθους». Κάποιος άλλος μπορεί να την δει αλλιώς, να την ονομάσει αλλιώς, να την ερμηνεύσει αλλιώς, όπως έχει ήδη γίνει. Η δική μου προσέγγιση διαφέρει για δυο λόγους θα έλεγα. Πρώτον, επειδή έχω μελετήσει ένα μεγάλο αρχειακό υλικό, που δεν είχε μέχρι σήμερα μελετηθεί. Δεύτερον, επειδή είναι λογοτεχνικό έργο κι έχει και μεγαλύτερη ελευθερία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπόκειται ταυτόχρονα και σε αυστηρούς περιορισμούς.

«Καλείτε» συχνά τον αναγνώστη στο κείμενό σας. Τελειώνετε μάλιστα: «Μες στη δική σου την ψυχή, εννοώ, αναγνώστη».

Θα έλεγα ότι ο αναγνώστης έχει βασικά τον ρόλο του καθρέφτη. Όμως ενός παράξενου καθρέφτη που θέτει ερωτήματα, που δεν πρέπει να αποφασίζει βιαστικά, που δεν αρκείται στα προφανή και στα χιλιοειπωμένα. Δεν πρόκειται δηλαδή τόσο για ταύτιση συγγραφέα και αναγνώστη, όσο για το άνοιγμα ενός στοχαστικού διαλόγου με τα γεγονότα αυτής της ιστορίας, που γίνεται με λογοτεχνικούς όρους. Η επίκληση του αναγνώστη επίσης με βοήθησε να «βγαίνω» από τη συγκεκριμένη ιστορία, από τον συγκεκριμένο χρόνο, και να αναφέρομαι στη δική μας εποχή, σε προσωπικές μου εμπειρίες ή αναμνήσεις, να μπορώ να σχολιάζω.

Νομίζω, ότι τον ήρωά σας τον Κουντόκωστα τον αγαπήσατε, γιατί;

Αλίμονο στον συγγραφέα που σε κάθε του έργο δεν «γοητεύεται» από όλους τους ήρωές του (κάτι που διαφέρει από την «αγάπη»). Δεν μπορεί να γράψει λογοτεχνία αν δεν γοητεύει – κατά την ταπεινή μου γνώμη-, πρέπει όμως παράλληλα και να ελέγχει συνεχώς αυτή τη γοητεία. Το πώς «βλέπω» τον ήρωά μου είναι γραμμένο μέσα στο βιβλίο, όπου επίσης καταγράφεται η «γοητεία» μου και από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές. Εντυπωσιάστηκα, πρέπει να ομολογήσω, από τη σιωπή που κράτησε ο πρωταγωνιστής όσο ζούσε (μόνον αυτός), από την καταγραφή της ιστορίας και από τα άφθονα ντοκουμέντα που φύλαξε για τόσα χρόνια.

Γιατί πιστεύετε ότι αφιέρωσε 70 ολόκληρες σελίδες για την απαγωγή στις ενθυμήσεις του;

Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς, υποθέσεις μόνο κάνω, τις οποίες καταθέτω και μέσα στο μυθιστορηματικό μου χρονικό. Οι Ενθυμήσεις του Κώστα Κεφαλογιάννη έχουν γενικά ιστορικό χαρακτήρα και αφορούν όλη τη μέχρι τότε, το 59, δημόσια ζωή του. Υποθέτω λοιπόν ότι έγραψε αναλυτικά για την απαγωγή ίσως επειδή υπήρξε κι αυτή ένα πασίγνωστο ιστορικό γεγονός που συγκλόνισε τον τόπο, ίσως επειδή τον βάραινε η σιωπή και το γράψιμο ήταν ο δικός του τρόπος «να μιλήσει» και να πει τη δική του εκδοχή, ίσως και για χιλιάδες άλλους λόγους.

Νιώθετε ικανοποίηση που «σπάσατε» κάπως τη σιωπή των αμίλητων, βαθιών νερών της Κρήτης;

Και στα υπόλοιπα λογοτεχνικά μου έργα, που αναφέρονται στην Κρήτη (Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων) και σ΄αυτό το τελευταίο, ο προβληματισμός μου προσπαθεί λίγο – πολύ να απαντήσει σε τέτοιου τύπου ερωτήματα, που τελικά αφορούν εσάς την ίδια όσο κι εμένα, την εποχή μας, την πολυσυζητημένη και πάντα ανολοκλήρωτη προσωπική και δημόσια «ταυτότητά» μας. Αυτά είναι βέβαια τα πάγια και τα κλασικά ερωτήματα της λογοτεχνίας. Ας μου επιτραπεί απλώς να σημειώσω ότι, μέσω της λογοτεχνίας, και οι τόποι και οι άνθρωποι υπερβαίνουν την πραγματική τους διάσταση, παίρνοντας ένα συμβολικό κι ευρύτερο χαρακτήρα. Αυτή είναι, άλλωστε, και μια από τις πιο βασικές διαφορές της λογοτεχνίας από τα υπόλοιπα είδη του γραπτού λόγου.

Σας ευχαριστώ.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.