Διαστασεις,4292
1. 86 χρόνια πέρασαν πάτερ…
… «να σαν να ήταν χθες» λέει η θεία μου η Ροδούλα που δήθεν δεν τα έζησε τα γεγονότα (για να κρύψει την ηλικία της το λέει), αλλά της τα διηγήθηκαν άλλοι. Ήταν 14 Μαΐου του 1920 όταν ανέλαβε τον έλεγχο της Δυτικής Θράκης ο ελληνικός στρατός. Τα ελληνικά στρατεύματα, ως στρατεύματα της Αντάντ, εισήλθαν στη Δυτική Θράκη με την εντολή να διασφαλίσουν την τάξη και να τηρήσουν την ασφάλεια στη «διασυμμαχική Θράκη». Μέχρι ότου οι Σύμμαχοι επιδικάσουν τη Δυτική Θράκη στην Ελλάδα, κάτι το οποίο έγινε στις 10 Αυγούστου…Να ‘μαστε πάλι εδώ…Αυτά! Τσαρούχια προτείνει η στήλη, όπως αυτά της 1η Φωτογραφίας. Τσαρούχια και σημαίες στα χέρια, όπως αυτές της 2ης φωτογραφίας για να μην παραξεχάσουμε πάτερ μου… Για να μην λένε μετά πάτερ μου (και θα έχουν χίλια δίκαια με το μέρος τους) ότι είμαστε ο λαός των ανεύθυνων, του πάρε – δώσε, ο λαός τού κουτουρού, ο λαός τού αν έχεις μέσο διάβαινε…Αλήθεια, εγώ απορώ, γιατί επιμένουμε να ζούμε σ’ αυτό τον τόπο;
2. Είπα τσαρούχια…και θυμήθηκα
… Είναι τα υποδήματα του εύζωνα. Η θεία μου η Ροδούλα από τον εύζωνα θέλει τον εύζωνα όχι τα τσαρούχια του. Παρά το γεγονός ότι είναι κόκκινου χρώματος και κατασκευασμένα από δέρμα. Στη σόλα κάθε τσαρουχιού βρίσκονται καρφωμένα περίπου 60 καρφιά, τα οποία είναι υπεύθυνα για τον επιβλητικό ήχο που ακούγεται κατά το βηματισμό ενός εύζωνα. (Τα άλλα «καρφιά» είναι υπεύθυνα για τις χαζομάρες που κατά καιρούς ακούγονται στον τόπο). Κατά μέσο όρο, το κάθε τσαρούχι ζυγίζει τρία κιλά (να του ρίξεις μια με τσαρούχι να το ευχαριστηθεί η ψυχή σου δηλαδή). Χαρακτηριστικό κομμάτι των τσαρουχιών αποτελούν οι μαύρες φούντες στις οποίες καταλήγουν οι μύτες τους. Θεωρείται πως η αρχική τους χρήση ήταν να κρύβονται σε αυτές μικρά κοφτερά αντικείμενα που θα μπορούσαν αιφνιδιαστικά να τραυματίσουν τον εχθρό σε μία “σώμα με σώμα” μάχη. Εμείς κόψαμε τις σώμα με σώμα μάχες, τώρα πια βομβαρδίζουμε ανθρωπιστικά…
3. Πάμε ζωγραφική…
…πάμε έκθεση ζωγραφικής Κομοτηναίων Καλλιτεχνών, από εκεί και η 3η φωτογραφία. Τα έργα των είκοσι ζωγράφων θα εκτίθενται μέχρι αύριο ακόμη στη Λέσχη Κομοτηναίων, αξίζει τον κόπο να αναζητήσετε τους «παραδείσους» της ζωγραφικής. Κάτι τέτοιο έκανε κι ένας ζωγράφος, ο Πολ Γκογκέν όταν απέπλευσε από τη Mασσαλία την 1η Aπριλίου 1891 με προορισμό την Tαϊτή, πίστευε ότι εκεί θα έβρισκε τον επίγειο Παράδεισο. Tην αρμονική συνύπαρξη ζωής, Φύσης, Θεού. Έτσι άλλωστε τον είχαν μάθει να περιμένει οι θρύλοι, που είχαν φέρει πίσω τους οι πρώτοι ταξιδιώτες στην εξωτική Πολυνησία του Eιρηνικού. Oι προσδοκίες του ήταν ανυπόστατες, γιατί ο Παράδεισος είχε μαραθεί (Πάτερ μου και με τον άλλο Παράδεισο υπάρχει κίνδυνος να έχει συμβεί κάτι τέτοιο;) Eίχε αρχίσει να μαραίνεται, ασφυκτιώντας μέσα στο χριστιανικό νάρθηκα που οι ιεραπόστολοι είχαν ξεκινήσει να επιβάλλουν και μέσα στην κοσμική εξουσία, την οποία εγκαθίδρυσαν οι Γάλλοι αποικιοκράτες. Mόνος του ο Γκογκέν προσπάθησε τα επόμενα 12 χρόνια της ζωής του να αναβιώσει τον χαμένο εκείνο Παράδεισο, σε έργα ζωγραφικά, γλυπτά και χαρακτικά. Aπέτυχε, πάτερ μου• όχι μόνο γιατί δεν ξεπέρασε το αδυσώπητο βήμα της ιστορίας, αλλά κυρίως γιατί δεν το πίστευε μέσα του βαθιά…όπως με όλα τα πράγματα και τις υποθέσεις του ανθρώπου άλλωστε…
4. Εδώ γελάμε…
…Μην πιστεύετε το σοβαρό της στυλ. Εκείνη μας το έστειλε, η μικρή της 4ης φωτογραφίας…
Μια κοπέλα αποφασίζει με το φίλο της να παντρευτούν, και τον φέρνει σπίτι να τον γνωρίσει στους γονείς της.
– Ποια είναι λοιπόν τα σχέδιά σου για το μέλλον; ρωτάει ο πατέρας της κοπέλας.
– Έχω πάρει υποτροφία για το Πανεπιστήμιο, απαντά ο νεαρός.
– Υποτροφία …. μμμμμ …. Αξιοθαύμαστο, αλλά πώς θα μπορέσεις να παράσχεις στην κόρη μου ένα σπίτι για να ζήσει όπως έχει συνηθίσει;
– Θα μελετήσω σκληρά κι έχει ο Θεός.
– Και τι θα κάνεις για να προσφέρεις στην κόρη μου το δαχτυλίδι αρραβώνων που της αξίζει;
– Θα αφοσιωθώ στις σπουδές μου κι έχει ο Θεός.
-–Και παιδιά; Πώς θα μπορέσεις να συντηρήσεις παιδιά;
Μην ανησυχείτε, κύριε, έχει ο Θεός.
Η όλη συζήτηση συνεχίστηκε έτσι και κάθε φορά που ο πατέρας της κοπέλας ρωτούσε κάτι, ο ιδεαλιστής γαμπρός επέμενε ότι έχει ο Θεός.
Αργότερα η μητέρα της κοπέλας ρώτησε τον άντρα της.
– Πώς σου φάνηκε ο νεαρός;
– Δεν έχει δουλειά, δεν έχει σχέδια για το μέλλον, αλλά τουλάχιστον πιστεύει ότι είμαι ο Θεός…
Υ.Γ.: 86 χρόνια μετά…ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
και συνεχίζω το μέτρημα…
Υ.Γ.1: “Χωρίς κουπιά και άρμενα,
Αϊ-Νικόλα βόηθα.”
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
