«Εζησα την απελευθερωση της Κομοτηνης»
86 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την Ενσωμάτωση της Θράκης στον Εθνικό Κορμό. 86 χρόνια μετά η κυρία Στέλλα Βασιλειάδη, 101 ετών σήμερα, μιλά με δάκρυα στα μάτια για την ημέρα εκείνη, για την 14η Μαΐου του 1920, που ο ελληνικός στρατός ανέλαβε τον έλεγχο της Δυτικής Θράκης. Έζησε βαλκανικούς πολέμους, δυο παγκόσμιους, δυο βουλγαρικές κατοχές, εμφύλιο και χιλιάδες άλλες δυσκολίες που έκρυβε η ζωή για εκείνη και την οικογένειά της. Τίποτα, ωστόσο, δεν κατάφερε να σβήσει την αγάπη της γιαγιάς Στέλλας για την Κομοτηνή, την πόλη που την είδε να «καίγεται» από την κατοχή και να ανθίζει ξανά στο άγγιγμα της ελευθερίας.
«Τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στη Δυτική Θράκη ως στρατεύματα της Αντάντ με την εντολή να διασφαλίσουν την τάξη και να τηρήσουν την ασφάλεια στη «διασυμμαχική Θράκη», έως ότου οι Σύμμαχοι πάρουν τις τελικές αποφάσεις τους για την περιοχή, κάτι που έγινε στις 10 Αυγούστου του 1920, όταν με την «ειδική συνθήκη περί Θράκης» οι Σύμμαχοι επιδίκασαν την Θράκη στην Ελλάδα αναφέρει ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δ.Π.Θ.. Όσα οι ιστορικοί αναφέρουν η κ. Στέλλα Βασιλειάδη τα έχει ζήσει και 86 χρόνια μετά με δάκρυα στα μάτια θυμάται τις ιστορικές στιγμές και τα δύσκολα χρόνια της Βουλγαρικής Κατοχής.
«Μας είχαν δώσει πανεράκια με λουλούδια στα χέρια κι όταν περνούσε ο ελληνικός στρατός τους ραίναμε με λουλούδια και τραγουδούσαμε» θυμάται η γιαγιά Στέλλα, ήταν 15 χρονών κοριτσάκι τότε, μαθήτρια που αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο της και τον τόπο της για να σωθεί εκείνη και η οικογένειά της από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής. «Πήγαμε στη Δράμα για να γλιτώσουμε από τους Βουλγάρους και δυστυχώς ήρθαν εκεί και μας βρήκαν. Η μάνα μας, ο τσαγκάρης πατέρας μου που ήταν πάρεδρος, Μουχτάρης όπως έλεγαν τότε, τα τρία μου αδέρφια κι εγώ με την αδερφή μου. Πήραν τα δυο τα αδέρφια μου ομήρους στην Βουλγαρία κι εγώ έμεινα με την μάνα μου και τον μικρό μου αδερφό». Τα χρόνια δύσκολα, η φτώχεια μεγάλη, η πίεση των Βουλγάρων μέρα με την μέρα και πιο σκληρή. «Βγαίναμε στο παζάρι και πουλούσαμε τρόφιμα από το χωριό. Η φτώχεια ήταν μεγάλη, ψωμί δεν είχαν να φάνε πολλές οικογένειες. Και να είχαν κάτι τους το έπαιρναν οι Βούλγαροι». Τα σχολεία κλειστά, οι δρόμοι έρημοι, στα σπίτια φώλιαζε ο φόβος και η αγωνία, η σκλαβιά είχε απλώσει το μαύρο πέπλο της στην Θράκη και στην Κομοτηνή η νεαρή Στέλλα άκουγε τους μεγαλύτερούς της να μιλούν για την φλόγα που δεν έσβηνε, την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα ξαναζούσαν ελεύθεροι.
Με τους Αρμένιους, τους Εβραίους, τους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς η Κομοτηνή ήταν μια πόλη που αδημονούσε να αναπνεύσει εκ νέου τον αέρα της ελευθερίας. «Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα όσο ζούσαμε ειρηνικά. Τα βρίσκαμε, συνεργαζόμασταν, κάναμε παρέα. Ο πόλεμος τα άλλαξε όλα. Τρέμαμε την ώρα και την στιγμή που θα άνοιγε η πόρτα του σπιτιού μας και θα έμπαιναν Βούλγαροι στρατιώτες για να κάνουν έλεγχο». Η κ. Στέλλα Βασιλειάδη εκείνα τα χρόνια είδε τους κατακτητές να επιτάσσουν το πατρικό της σπίτι και τους νέους Βούλγαρους «νοικοκυραίους» να απειλούν τον πατέρα της με θάνατο. «Κάθε λίγο και λιγάκι έπαιρναν ομήρους, γίνονταν έρευνα στα σπίτια και ό,τι πολύτιμο ή όσα τρόφιμα εντοπίζονταν κατάσχονταν» δηλώνει η γιαγιά Στέλλα που θυμάται ακόμη και σήμερα το φόβο που έσφιγγε την καρδιά της στην εμφάνιση των Βουλγάρων στρατιωτών.
Μιλά με αγάπη για τον Επίσκοπο Βασίλειο. Τον Άγιο που όταν ερχόταν οι Βούλγαροι κατακτητές και οι επικεφαλής εγκατέλειπαν τον τόπο, εκείνος, μην ακούγοντας τις προτροπές τους, έμεινε δίπλα στο ποίμνιό του. «Παρακολουθούσαν οι Βούλγαροι τα κηρύγματά του, για να δουν αν θα πει κάτι που θα υποκινεί». Μέχρι που ένα πρωί τον απέλασαν αφαιρώντας του μάλιστα, όπως ειπώθηκε τότε, και τον σταυρό που έφερε πάνω του. «Όταν ήρθαν τα ελληνικά στρατεύματα γύρισε κι εκείνος στην Κομοτηνή. Πρώτη φορά είδα στα 101 χρόνια που ζω να υποδέχονται έτσι άνθρωπο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έγινε! Ήταν πραγματικός Επίσκοπος, δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του».
Την τελευταία νύχτα πριν την έλευση του ελληνικού στρατού, επιφανείς κυρίες της Κομοτηνής έραψαν την ιστορική σημαία της πόλης, που σώζεται ακόμη και σήμερα, για να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό. Η υπέρ-αιωνόβια σήμερα γυναίκα αποκαλύπτει για πρώτη φορά ότι το ίδιο εκείνο βράδυ και η ίδια στο σπίτι της έραψε μια άλλη σημαία. «Όταν ήρθαν οι Βούλγαροι κατακτητές έκρυψα την σημαία κάτω από το χαλί για να την γλιτώσω. Μετά σκέφτηκα ότι η σημαία έχει το σύμβολο του Σταυρού και είναι αμαρτία να το πατάω. Έτσι, πήρα πάλι τη σημαία στα χέρια μου και την έκοψα κομμάτια. Τα οποία τα έκρυψα σε διαφορετικά μέρη. Εκείνο το βράδυ κι εγώ έραψα ξανά την σημαία μας για να υποδεχτώ τον ελληνικό στρατό».
Όταν τα δυο της εγγόνια διδάσκονταν την ιστορία της ενσωμάτωσης στα μαθητικά θρανία και αποκάλυπταν σε δασκάλους και συμμαθητές ότι η γιαγιά τους τα έζησε τα γεγονότα οι περισσότεροι το άκουγαν με δυσπιστία. «Πολλές φορές με έβαζαν και με ξανάβαζαν να τους πω την ιστορία. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς έζησα αυτή την ιστορική στιγμή;» Και σήμερα όταν καλείται να διηγηθεί την ιστορία που έζησε δακρύζει. «Αξέχαστες στιγμές» σημειώνει και προσθέτει: «αλλά και πολύ δύσκολες, άγριο πράγμα ο πόλεμος και η κατοχή». Δεκάδες άνθρωποι – με πρώτο και καλύτερο – τον Χαρίσιο Βαμβακά – οι οποίοι από το 1920 ως σήμερα εργάστηκαν και εξακολουθούν να εργάζονται με ζήλο και αυταπάρνηση, για να επιτύχουν την οικονομική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη του τόπου. «Μακάρι να μπορούσα να προσφέρω περισσότερα, δεν μπορώ, δεν με κρατούν πια τα πόδια μου» δηλώνει η αγαπημένη γιαγιά της Κομοτηνής και μιλά με ξεχωριστή αγάπη για την σύγχρονη πόλη που αλλάζει χρόνο το χρόνο. «Έγινε αγνώριστη, άλλαξε και την φροντίζουν ακόμη την πόλη, της αξίζει η περιποίηση, δεν πέρασε και λίγα αν το σκεφτεί κανείς» σημειώνει η γιαγιά Στέλλα και εξηγεί: Βαλκανικούς πολέμους, κατοχές, εχθροί και διεκδικήσεις. «Της αξίζει της Κομοτηνής η αγάπη και η φροντίδα» δηλώνει προτρέποντας γλυκά: «Να την αγαπάτε την Κομοτηνή, να νοιάζεστε για τον τόπο».
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
