Η ευτυχια της επιστροφης της Αντιγονης Βαλακου

Το Μπάουντιφουλ είναι τα όνειρα της νεότητας, η αξιοπρέπεια, το «σπίτι» κι όποιος έχει την τύχη να κουβαλάει ένα Μπάουντιφουλ μέσα του από παιδί έχει την πυξίδα που δείχνει το δρόμο της επιστροφής. Η Αντιγόνη Βαλάκου έχει το δικό της Μπάουντιφουλ, το θέατρο και πλέον ένα θέατρο στη γενέθλια πόλη που φέρει το όνομά της, μετά από πρωτοβουλία του δήμου Καβάλας. Το «Ταξίδι στο Μπάουντιφουλ» του Όρτον Φουτ από τη «Θεατρική Διαδρομή» φιλοξενήθηκε για πέντε παραστάσεις στο θέατρο «Αντιγόνη Βαλάκου» της Καβάλας μετά από πρωτοβουλία του ΔΗΠΕΘΕ της πόλης για να τιμήσει την εξαίρετη ηθοποιό και να δώσει την ευκαιρία στο κοινό ν’ απολαύσει στη σκηνή τη μεγάλη πρωταγωνίστρια.

Συγκινημένη και η ίδια από το αγκάλιασμα του κόσμου που συμμετείχε με επιφωνήματα στη διάρκεια της παράστασης όταν η αγωνία της ηλικιωμένης Κάρυ Γουάτς κορυφωνόταν. Στο τέλος όλοι χειροκρότησαν όρθιοι δικαιώνοντας μια αξιόλογη θεατρική συνεργασία με τη σκηνοθετική υπογραφή του Κώστα Τσιάνου.

Πώς νιώθει κάποιος όταν «ταχυδρομεί» στον εαυτό του ένα μαντίλι, σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο ταχυδρομικό κουτί εγκαταλελειμμένου αλλά όχι ξεχασμένου σπιτιού; ένα μαντίλι που το σφράγισε μ’ ένα φιλί;

Η ηλικιωμένη και αεικίνητη Κάρυ Γουάτς ζει με τον γιο της Λούντι (Στέλιος Μάινας) και τη νύφη της Τζέσυ Μαίη (Ευαγγελία Μουμούρη) σε ένα διαμέρισμα δυο δωματίων μιας μεγαλούπολης, συμβιβασμένη από αγάπη για το γιο της με τον εκρηκτικό χαρακτήρα της νύφης της. 20 χρόνια μακριά από την πόλη της, το Μπάουντιφουλ, εκεί που είναι θαμμένα τα δυο της παιδιά και ο παιδικός της έρωτας, πηγαινοέρχεται στο παρελθόν με την ασφαλή διέξοδο της μνήμης και κατά καιρούς κάνει απόπειρες να ταξιδέψει αν και το τρένο ή το λεωφορείο δεν σταματούν πια στο Μπάουντιφουλ. Οι «συγκάτοικοί» της δεν της επιτρέπουν να ταξιδέψει με μοναδικό επιχείρημα την αδύναμη καρδιά της. Η αλήθεια είναι ότι οι ίδιοι είναι απόλυτα χαμένοι στα προβλήματά τους, νιώθουν μοναξιά και μιζέρια, αν και ο γάμος τους στηρίχτηκε σ’ ένα μεγάλο έρωτα, που δεν οδήγησε όμως στην απόκτηση ενός παιδιού. «Μάνα …δεν κατάφερα ν’ αναστήσω καμιά ψυχή. Καμιά …και να ήξερες πόσο πολύ έχω προσπαθήσει» λεει ο Λούντι στην Κάρυ σε μια μοναδική σκηνή απελευθέρωσης των συναισθημάτων του τη στιγμή που η μητέρα του είναι απόλυτα γεμάτη με την επιστροφή της στο σπίτι της.

Η ίδια είναι και η ηρωίδα του έργου, η μόνη που πετυχαίνει να υλοποιήσει το όνειρό της για την επανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας και της γαλήνης που λαχταρούσε επί 20 χρόνια η ψύχη της. Μακριά από τον τόπο της ένιωθε «μια μισητή γριά καυγατζού», αν και οι καυγάδες δεν ξεκινούσαν από την ίδια, στην πορεία όμως προς το Μπάουντιφουλ κέρδισε την εκτίμηση της νεαρής συνταξιδιώτισσάς της (Γεωργία Γεωργόνη), του εισπράκτορα (Μάκη Αρβανιτάκη) και του σερίφη (Γιάννης Θωμάς) που γίνεται ο οδηγός της στο ταξίδι για το Μπάουντιφουλ. «Έκανα το ταξίδι μου, αρκετό για να είμαι ευτυχισμένη για όση ζωή μου μένει» ομολογεί η Κάρυ, με μια απίστευτη δύναμη νεανικής ψυχής, καθώς αντιμετωπίζει με θετική ματιά ακόμη και τις πιο αντίξοες συνθήκες. «Σήμερα, όλα μου πάνε καλά» λέει περιγράφοντας ότι βρήκε εισιτήριο για το Χάρισον (μια πόλη 20 χλμ από το Μπάουντιφουλ), συνάντησε μια όμορφη κοπέλα, την Θέλμα, «έχασα την τσάντα μου αλλά την ξαναβρήκα»…

Τα έξοχα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα διευκολύνουν το ταξίδι στην επιστροφή. Το παλιό σπίτι στην πόλη της Κάρυ Γουάτς αποδίδει με τρόπο μοναδικό, με τη βοήθεια του πολύ καλού φωτισμού του Λευτέρη Παυλόπουλου, τους λόγους που η ηλικιωμένη ηρωίδα θέλει να επιστρέψει στα συναισθήματα που κρύβει ο χώρος. Το μισογκρεμισμένο σπίτι με τον παλιό φράχτη ζωντανεύει σαν ένα κουκλόσπιτο με οδηγό τη δύναμη της αγάπης που κρύβει μέσα της η Κάρυ για όλους τους δικούς της ανθρώπους που δεν είναι πια στη ζωή.

Η μουσική της Ηλέκτρας Παπακώστα είναι μια νότα νοσταλγίας, ένα τάμα που εκπληρώθηκε με τρόπο μαγικό για να μετατρέψει τον πόνο σε μεγαλείο.

Η δυναμική της Αντιγόνης Βαλάκου στη σκηνή, η έμπνευση που δίνει στο ρόλο, της επιτρέπει να δέσει πολύ καλά με τους συμπρωταγωνιστές της και ειδικά με τη νύφη της Τζέσυ Μαίη, που αντιστέκεται χωρίς αποτέλεσμα στην «τρέλα» της πεθεράς της.

Τελικά, το χάσμα των γενεών ίσως είναι στην περίπτωση της Κάρυ, του Λούντι και της Τζέσυ Μαίη ένα χάσμα αντιλήψεων και προθέσεων, μια και η ηλικιωμένη γυναίκα αποδεικνύει ότι τα καταφέρνει στα δύσκολα, με τρόπο αφοπλιστικό, σχεδόν μαγικό.

Η Αντιγόνη Βαλάκου ως ηθοποιός κερδίζει επάξια μαζί με το χειροκρότημα και το χειροφίλημα, όπως ακριβώς η Κάρυ από τον σερίφη, πρόσωπο που παραπέμπει στον Ραίη της νιότης της.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.