«Το χωριο μου ο Πολυσιτος»
Η δυστυχία του αυριανού ανθρώπου δεν θα εντοπίζεται μόνο στις άδειες γεύσεις που θα του χαρίζει η διατροφική αλυσίδα. Θα εντοπίζεται κυρίως στο “ποιος είμαι”, ένα ερώτημα που έχει άμεση σχέση με όλους μας.
Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη όταν τυχαία έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Ανέστη Αραμπατζή «Το χωριό μου ο Πολύσιτος» με τη στήριξη του δήμου Βιστωνίδας.
Στους περισσότερους από εμάς ο Πολύσιτος είναι συνδεδεμένος με το σιδηρόδρομο, εφόσον τον γνωρίζαμε σα «Σιδηροδρομικό Σταθμό Πολυσίτου.
Διαβάζουμε λοιπόν ότι “ο Πολύσιτος είναι χωρίον της επαρχίας Ξάνθης του Νομού Ροδόπης, έδρα ομωνύμου κοινότητος (κατ.616) και μετά των εις την κοινότητα υπαγομένων χωρίων, Σελίνον (Κερεβούς), Συδινής (Ελμανλή), Σούνιον, Σουνίου συνοικισμό Προσφύγων, Σπανότοπο και Σιδηροδρομικό Σταθμό Πολυσίτου, κάτοικοι 1780. Κείται παρά το 343 χιλιόμετρο της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης –Αλεξανδρουπόλεως και έχει ταχυδρομικόν γραφείον και δημοτικό σχολείο. Πρότερον εκαλείτο Κιλιτζάκιοϊ. (Απογραφή 1928)”.
Από τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη.
Ξεκινώντας τη διαδρομή του ο συγγραφέας σε τούτη την γεμάτη όνειρα και ιστορία περιοχή χαρτογραφώντας τα γεωγραφικά της στοιχεία προχωρά κυρίως την καταγραφή της ιστορίας, του πολιτισμού, της κοινωνίας και των οραμάτων, που αυτός ο τόπος και οι άνθρωποι του παρήγαγαν και παράγουν.
Όπως δηλώνει ο συγγραφέας δεν είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε με την καταγραφή της ιστορίας του χωριού του. Κατά το παρελθόν και άλλοι είχαν ασχοληθεί με το ίδιο θέμα. Η κυριότερη πηγή που είχαν αντλήσει τις πληροφορίες που κατέγραψαν, ήταν οι παραδόσεις. Αυτές οι παραδόσεις που μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα, με τις όποιες προσθήκες, παραποιήσεις ή προσθετο-αφαιρέσεις εδέχθησαν στο πέρασμα του χρόνου, έφθασαν στους κατάλληλους ανθρώπους που με γνώμονα την αγάπη τους για το χωριό μας κατέγραψαν όλα αυτά τα «ακούσματα».
Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο συγγραφέα να μας μιλήσει για το έργο του…
«Πολλές φορές κλείνω τα μάτια μου και αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο. Τις περισσότερες φορές, περνούν μπροστά μου εικόνες και ήχοι από τα παιδικά μου χρόνια. Άλλοτε εικόνες από την αυλή του σχολείου ή την ανοιξιάτικη βόλτα για μπάνιο στο ποτάμι, μέσα από τους τριφυλλώνες, με τον Ανέστη, τον Σάκη, τον Νίκο, τον Βαγγέλη και τον Γιώργο καπνίζοντας λαθραία κανένα τσιγαράκι ή παίζοντας ποδόσφαιρο στην αποθήκη. Έρχονται οι μορφές της μάνας μου να με κυνηγά για να διαβάσω και του πατέρα μου ν΄ αγωνίζεται στην αλωνιστική για τον επιούσιο. Έρχεται η εικόνα της γιαγιάς μου της Λαμπρινής για να γεμίσει κάθε φορά δάκρυα τα μάτια μου, έρχεται μπροστά μου η ψηλόλιγνη σιλουέτα του παππού μου του Μιχάλη και τέλος έρχεται και αντηχεί στ΄ αυτιά μου η φωνή του παππού Ανέστη καθώς μας τραγουδά, μετά από το παραμύθι, το τραγουδάκι που κι αυτός ίσως να έμαθε από τον παππού του στις Σοφίδες: «Τι λαλά μας το γαδούρ΄, έβγαλε κακό στη μουρ΄, κάθεται παπάς το κλαίει, παπαδιά μοιρολογάει. Σώπα – σώπα παπαδιά…», για να ‘ρθει σχεδόν ταυτόχρονα η φωνή της γιαγιάς Κυρατσώς που προσπαθεί να τον αποτρέψει να το τελειώσει (αφού πρόκειται για τραγουδάκι σκωπτικό) με τη στερεότυπη φράση: «Σκάσε σερσέμ!», και αμέσως μετά η παράκληση ή δική μου και του ξαδέλφου μου του Ανέστη του μικρού (Χατζόπουλου): «Έλα παππού, πέστο όλο».
Ήταν, θυμάμαι, Αύγουστος του 2003 όταν επισκέφθηκα τα νεκροταφεία του χωριού μας για ν΄ αποχαιρετήσω τον από μήνες θανόντα αγαπημένο μου θείο Παναγιώτη Χαλιάνη. Περπατώντας ανάμεσα στους τάφους διαπίστωσα ότι εκεί βρισκόταν θαμμένη όλη σχεδόν η ιστορική γενιά των ιδρυτών του χωριού μας, και όχι μόνο. Εκείνη τη στιγμή διαπίστωσα ότι υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες που χάθηκαν και κανείς αύριο δεν θα τις θυμάται, γιατί κάποιος από μας δεν κάθισε να κάνει έστω μια στοιχειώδη καταγραφή όλων αυτών που ήρθαν είτε σαν πρόσφυγες το 1922 από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, είτε από άλλα σημεία της ελληνικής επικράτειας και συνέβαλαν στη δημιουργία του χωριού μας, μια καταγραφή όλων αυτών που κατάφεραν ν΄ αναθρέψουν τα παιδιά τους με κόπους και θυσίες μέσα από αντίξοες καταστάσεις, όλων αυτών που θάφτηκαν σε μια γη τόσο μακρινή απ΄ αυτήν που γεννήθηκαν.
Ξεκίνησα δειλά – δειλά τη συγκέντρωση των στοιχείων που πίστευα ότι θα βοηθούσαν στη συγγραφή ενός μικρού βιβλίου σχετικά με το χωριό μας. Η πρώτη κίνηση που έκανα ήταν η καταγραφή των επαγγελμάτων και των επαγγελματιών που δραστηριοποιήθηκαν στο χωριό μας και όλων αυτών που κατάφεραν να τελειώσουν ανώτερες και ανώτατες σχολές. Έτσι, σιγά – σιγά άρχιζα να σχηματίζω το ανθρώπινο παζλ του χωριού μας. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και καινούρια στοιχεία έρχονταν να προστεθούν στην αρχική μου ιδέα.
Τον Αύγουστο του 2004, αποφάσισα ότι η σωστότερη προβολή του χωριού μας θα ήταν η συγγραφή ενός βιβλίου που θα περιείχε μια ιστορική αναδρομή η οποία θ΄ αναφερόταν στη δημιουργία του, στα ονόματα όλων αυτών που ηγήθηκαν των οικογενειών τους κατά τον ξεριζωμό του 1922 και στο σύνολο – στο μέτρο του δυνατού φυσικά – των φάσεων της καθημερινής ζωής των κατοίκων, όπως στα ήθη και έθιμα του χωριού καθώς και μια καταγραφή όλων των εκδηλώσεων που ελάμβαναν και λαμβάνουν χώρα στη μικρή κοινωνία του χωριού μας.
Οι καλύτεροι σύμμαχοι που είχα στην προσπάθειά μου αυτή ήταν ο πατέρας μου, Γιώργος, η μητέρα μου, Γιαννούλα, καθώς και η αδελφή μου Κυρατσώ, η οποία με άλλες νέες και νέους του χωριού, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, προσπάθησαν να καταγράψουν, μέσα από τις μαρτυρίες των εν ζωή ευρισκόμενων προσφύγων, τα ήθη, τα έθιμα και τις συνήθειες τόσο του χωριού μας όσο και των χωριών στην «πατρίδα».
Πρέπει να ομολογήσω, επίσης, ότι πολύ μεγάλο κουράγιο μου έδωσε ο ενθουσιασμός της συζύγου μου και των παιδιών μου και το ενδιαφέρον που έδειξαν οι συγχωριανοί μας. Το ενδιαφέρον τους αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από τα φωτογραφικά και άλλα ντοκουμέντα που μου εμπιστεύθηκαν.
Κατά τη συλλογή των στοιχείων και του φωτογραφικού υλικού, πληροφορήθηκα την ύπαρξη μιας εργασίας με θέμα: «Το χωριό μας το Πολύσιτο» από την Περιβαλλοντική Ομάδα του Γυμνασίου του χωριού. Όταν επισκέφθηκα τις δύο εκπαιδευτικούς που ήταν υπεύθυνες για τη λειτουργία της ομάδας, τις κυρίες Φανή Τάσιου και Όλγα Χαιροπούλου, διαπίστωσα ότι η ομάδα είχε κάνει μια πολύ αξιόλογη εργασία. Δεν κρύβω ότι η χαρά μου ήταν τεράστια όταν μου πρότειναν να δανειστώ από την εργασία της ομάδας όσα στοιχεία χρειαζόμουν.
Το ειδικό κεφάλαιο που υπάρχει για τον αείμνηστο Αθανάσιο Ιωαννίδη είναι ελάχιστος φόρος τιμής σ΄ έναν συγχωριανό μας που τίμησε το χωριό μας όσο λίγοι.
Στους καταλόγους των επιστημόνων που θα συναντήσετε στο βιβλίο αυτό, θα διαπιστώσετε ότι αρκετά επίθετα σας είναι εντελώς άγνωστα.
Πρόκειται για τα παιδιά που έχουν μητέρα από το χωριό μας και αναφέρονται με το επώνυμο του πατέρα τους.
Ίσως να έχω παραλείψει και κάποια σημαντικά γεγονότα, ίσως να έχω ξεχάσει ν΄ αναφέρω και κάποια ονόματα συγχωριανών που έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Θέλω όμως να γνωρίζετε ότι τίποτε δεν έγινε σκόπιμα».
Ο αναγνώστης στο βιβλίο μπορεί να βρει πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την καθημερινή ζωή και τις ασχολίες των κατοίκων. Κυρίως όμως μεταφέρεται μέσα από αυτό και γνωρίζει την πορεία του οικισμού από τότε που οι κάτοικοί του πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν μέχρι σήμερα. Και αναπολεί τα περασμένα. Γιατί λίγο –πολύ όλοι μας από τα χωριά της Θράκης έχουμε τις ίδιες αναφορές. Να πως με γλαφυρό ύφος ο δήμαρχος Βιστωνίδας Τσολακίδης Βασίλης, που στήριξε την έκδοση, αφηγείται τα δικά του συναισθήματα…
«Ο Ανέστης Αραμπατζής έπιασε τρυφερά την ψυχή του χρόνου, άκουσε με την καρδιά του πίσω απ΄ τα βουνά την ηχώ του παρελθόντος κι ύστερα βρέθηκε με μια γραφίδα στο χέρι, όμορφη και πολύχρωμη, μαντίλι την έκανε χορού και χόρεψε και χόρεψε με τους Καραγκούνηδες και τους Σοφιδιώτες γύρω απ΄ τον Πολύσιτο, με το γλυκό σκοπό που έπαιζε το κλαρίνο την μνήμης, χόρεψε για τον εαυτό του, για μας, για όλους μας.
Και μας γύρισε ο Ανέστης στα μακρινά και στα περασμένα, τότε που η λάμπα με το γκάζι σαν πυγολαμπίδα τρεμόπαιζε και κούραζε τα μάτια μας, καθώς ο χρόνος μας πετούσε το γερό σχοινί της ελπίδας, για να δέσουμε σφιχτά τα όνειρά μας πάνω στο αργόσυρτο άρμα του αύριο, με τον Πολύσιτο γεμάτο από καλαμιές και αγριολούλουδα, μια αγκαλιά, να δίνουν τροφή και ν΄ αρωματίζουν την ανάσα.
Η καταγραφή της ιστορίας, της λαογραφίας ενός τόπου, ενός οικισμού γίνεται μόνο με το περίσσευμα ψυχής, που έχει τη δύναμη να γυρίζει πίσω το άρμα του χρόνου και με το χρυσό μάτι του ήλιου να φωτίζει τα περασμένα…
Ο Δήμος Βιστωνίδας στηρίζει τέτοιες προσπάθειες με όλες του τις δυνάμεις, γιατί πιστεύει ακράδαντα πως η καταγραφή της ιστορίας των οικισμών της χωριστής του αρμοδιότητας αποτελούν τους ξεχωριστούς κρίκους, που όλοι μαζί με τη δύναμη της ενώσεως κάνουν την αλυσίδα, η οποία δένει γερά το χθες με το σήμερα και το αύριο και δείχνει τη, χωρίς διακοπές και αποσταμούς, πορεία του μέσα στο χρόνο.
Διαβάζοντας το βιβλίο του φίλου, Ανέστη Αραμπατζή, ένιωθα την αναδρομή νοσταλγία του παρελθόντος, το νέκταρ των λουλουδιών του χθες να γίνεται το μέλι του σήμερα…
Φίλε Ανέστη Αραμπατζή,
Γι΄ αυτήν σου την προσπάθεια, που αφήνει ανεξίτηλο το αποτύπωμα του Πολύσιτου, του χωριού σου, του χωριού μας, μέσα στο χρόνο, έχεις τα θερμά μου συγχαρητήρια… Είπε κάποιος πως τα βιβλία σκέπτονται για λογαριασμό μας… Εσύ, φίλε Ανέστη, μες απ΄ τις σελίδες του βιβλίου σου σκέφτηκες για τον τόπο σου, σκέφτηκες για λογαριασμό σου, σκέφτηκες για λογαριασμό μας…»
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
