Συμφιλιωση οικογενειακης κι επαγγελματικης ζωης
Με αφορμή τον εορτασμό της παγκόσμιας μέρας της Γυναίκας η ΧΕΝ Κομοτηνής διοργάνωσε προχθές το βράδυ εκδήλωση με θέμα «Η συμφιλίωση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Μύθος ή πραγματικότητα για τη σημερινή γυναίκα» στο Θρακικό Ωδείο Κομοτηνής με ομιλήτρια την Ελένη Μαστοράκη, κοινωνική λειτουργό, κοινωνιολόγο, σύμβουλο επαγγελματικού προσανατολισμού, επιστημονική συνεργάτη του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του ΔΠΘ.
Η κ. Μαστοράκη περιέγραψε το πώς διαμορφώθηκε η οικογενειακή κατάσταση της ελληνίδας και της ευρωπαίας τα τελευταία χρόνια σε σχέση με την απόκτηση παιδιών καθώς και το μορφωτικό τους επίπεδο και την επαγγελματική τους ενασχόληση. «Ο μέσος όρος ηλικίας που οι ελληνίδες αποκτούν το πρώτο τους παιδί είναι τα 28 χρόνια, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του 2004, ενώ ακριβώς 10 χρόνια πριν οι ελληνίδες αποκτούσαν το πρώτο τους παιδί σε ηλικία 26,4 ετών. Στην Ευρώπη οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί σε ηλικία 28,2 ετών, κατά μέσο όρο. Επίσης στην Ελλάδα, η προβλεπόμενη διάρκεια ζωής για τις γυναίκες είναι 81,4 ενώ για τους άνδρες 76,6 χρόνια. Στην Ευρώπη η προβλεπόμενη διάρκεια ζωής για τις γυναίκες είναι 81,2 και για τους άνδρες 75,1 χρόνια. Το 2004, ωστόσο, οι γυναίκες άνω των 65 ετών αποτελούσαν το 55,3 του γυναικείου πληθυσμού στην Ελλάδα, ενώ στην Ευρώπη οι γυναίκες άνω των 65 ετών αποτελούν το 59,3 του γυναικείου πληθυσμού.
Σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση, στην Ελλάδα το 88,7% των γυναικών ηλικίας 20 με 24 ετών έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες είναι 59,4%. Στην Ευρώπη, τα αντίστοιχα ποσοστά για τις γυναίκες είναι 80% και για τους άνδρες 74,6%. Επίσης, το 51% των ελληνίδων έχει φοιτήσει σε πανεπιστήμιο και το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη είναι 54,6%. Οι ελληνίδες προτιμούν περισσότερο τις κοινωνικές επιστήμες και τις τέχνες για απασχόληση, σε ποσοστό περίπου 73,5% και λιγότερο φαίνεται να προτιμούν τις πρακτικές επιστήμες και τα μαθηματικά, ποσοστό που φτάνει το 37,2%. Επιπλέον, το 2006 ο δείκτης ανεργίας για την ελληνίδα φτάνει το 15,5% ενώ για τις γυναίκες στην Ευρώπη ο δείκτης ανεργίας είναι χαμηλότερος και φτάνει το 9,6%.
Η διαφορά οφείλεται, εν μέρει, στο γεγονός ότι στην Ευρώπη, το 32,6% των γυναικών έχει εργασία μερικής απασχόλησης ενώ μόνο το 9,1% των Ελληνίδων απασχολείται μερικώς. Επίσης, στην Ελλάδα, ο δείκτης απασχόλησης για τις γυναίκες είναι 46,2% ενώ στην Ευρώπη είναι 56,3%. Σε ό,τι αφορά τους άνδρες, ο δείκτης ανεργίας στην Ελλάδα φτάνει το 6,4% ενώ για την Ευρώπη το 7,6%. Ο δείκτης απασχόλησης για τους άνδρες στην Ελλάδα φτάνει το 74,5%, ενώ στην Ευρώπη το 71,2%.
Τέλος, στην Ελλάδα, περίπου ένα στα τέσσερα διευθυντικά στελέχη είναι γυναίκες, αλλά οι εργαζόμενες γυναίκες κερδίζουν 10% λιγότερα από τους άνδρες. Στην Ευρώπη, περίπου το 1/3 των διευθυντικών θέσεων κατέχονται από γυναίκες και ο μισθός των γυναικών είναι κατά 15% χαμηλότερος από το μισθό των ανδρών».
Δείκτες προόδου
Η κ. Μαστοράκη επεσήμανε ότι η συμφιλίωση της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής μπορεί να προσεγγιστεί θεωρητικά και εμπειρικά. «Έχει επιβεβαιωθεί ότι η πρόσβαση στην εκπαίδευση, τα χρόνια της εκπαίδευσης και οι τομείς της εκπαίδευσης αποτελούν τους σημαντικότερους δείκτες για την αξιολόγηση της προόδου των γυναικών στο σύνολο της κοινωνικής ζωής. Επομένως, εάν οι γυναίκες δεν εγγράφονται στο σχολείο, εάν αποτυγχάνουν να ολοκληρώσουν ένα συγκεκριμένο κύκλο σπουδών κι αν σπουδάζουν μόνο σε συγκεκριμένους ακαδημαϊκούς τομείς, τότε ο ρόλος της εκπαίδευσης σε σχέση με τη μετάδοση των γνώσεων και των δεξιοτήτων που θεωρούνται απαραίτητες για τη διατήρηση μιας αναδιαμορφωμένης κοινωνίας αμφισβητείται έντονα. Από την άλλη, οι γυναίκες σήμερα λαμβάνουν περισσότερη εκπαίδευση από ποτέ, παρόλο που εξακολουθούν να αποκτούν στο σύνολό τους χαμηλότερα επίπεδα και χαμηλότερη ποιότητα εκπαίδευσης. Συγκεντρώνονται στο πανεπιστήμιο σε γυναικείους τομείς σπουδών, οπότε και στη συνέχεια βρίσκονται και σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας δίχως εξουσία και δίχως γόητρο».
Για την κ. Μαστοράκη η αυξανόμενη πρόσβαση των γυναικών σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης εξηγείται από τους εξής λόγους: «Η είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας απαιτεί σημαντικά εκπαιδευτικά προσόντα, τις περισσότερες φορές ανώτερα από αυτά των ανδρών συναδέλφων τους, προκειμένου να τους ανταγωνιστούν. Επιπλέον, η ανάπτυξη μιας φιλελεύθερης ιδεολογίας σε σχέση με την ισότητα των δικαιωμάτων ανάμεσα σε πολίτες σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών δεν επιτρέπει, εμφανώς τουλάχιστον, διακρίσεις στην εκπαίδευση των γυναικών και τέλος η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στην εκπαίδευση δε δημιουργεί προβλήματα, καθώς το σχολείο όχι μόνο δεν αμφισβητεί τις κυρίαρχες ιδεολογίες του φύλου ή τον καταμερισμό της εργασίας κατά φύλο, αλλά αντίθετα αναπαραγάγει τα παραπάνω.
Στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης αναπτύχθηκαν ποικίλες ερμηνείες και θεωρητικές προσεγγίσεις για να ερμηνεύσουν το φαινόμενο των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, γενικότερα. Οι κλασσικές θεωρίες των ανισοτήτων στην εκπαίδευση είναι τυφλές απέναντι στον παράγοντα «φύλο» κι εστιάζουν κυρίως στις άνισες κοινωνικές δομές και τις διαφορές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Η συνεισφορά των παραπάνω θεωριών έγκειται ωστόσο στο γεγονός ότι οι παράγοντες της σχολικής αποτυχίας τοποθετήθηκαν έξω από το άτομο και αναφέρθηκαν για πρώτη φορά στις διαδικασίες και τους στόχους των ίδιων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Από την άλλη οι φεμινιστικές θεωρίες ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τις ανισότητες φύλων στην εκπαίδευση. Έτσι, ενδιαφέρθηκαν κυρίως για τις ανισότητες πρόσβασης γυναικών στην εκπαίδευση ή για το διαφορετικό είδος εκπαίδευσης που παίρνουν οι γυναίκες εστιάζοντας σε παράγοντες όπως η πολιτεία, η οικογένεια και το σχολείο».
Η κ. Μαστοράκη καταλήγοντας ανέφερε ότι παρά τις διαφορές τους οι φεμινιστικές θεωρίες σήμερα συμφωνούν ότι η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με την ανδρική εμπειρία και αντιμετωπίζει την εμπειρία αυτή ως την κυρίαρχη νόρμα.
Μ.Α.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
