«Ο Χριστος μας δειχνει το δρομο το σωστο, τον αληθινο»

Έχοντας σε όλη τη ζωή του σήμα κατατεθέν την αγάπη προς τον άλλο ο Πρωτοσύγγελος Αρίσταρχος Τσαλπαράς υπηρέτησε το ποίμνιό του και την εδώ εκκλησία για τριάντα δύο χρόνια περίπου. Ξεχωριστή προσωπικότητα, άνθρωπος λαϊκός κέρδισε το σεβασμό και την αγάπη των πιστών της περιοχής. Για πολλούς υπήρξε ο πατέρας, ο σύμβουλος, ο άνθρωπος του θεού, σφραγίζοντας με την παρουσία του τη ζωή τους.

Μετά λοιπόν από 32 χρόνια διακονίας στη Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής ο Πρωτοσύγγελος Αρίσταρχος Τσαλπαράς αποχώρησε, έχοντας μέσα στην ψυχή του όπως λέει ο ίδιος όλους τους ανθρώπους. Και αυτό είναι που θα του δίνει φτερά και θα τον ενδυναμώνει στο από εδώ και εξής έργο του.

Λίγο πριν φύγει ο ΠτΘ είχε μία συνομιλία μαζί του. Ας τον ακούσουμε…

Το ξεκίνημα της σταδιοδρομίας

Ο Αρίσταρχος Τσαλπαράς γεννήθηκε στο Αχλαδοχώρι Σιδηροκάστρου Σερρών το 1933, όπου και τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Κατάγεται από φτωχή οικογένεια. O πατέρας του ήταν γεωργός και είχε άλλα τέσσερα αδέλφια. Το 1959 αποφοιτεί από την επτατάξιο Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης και εν συνεχεία, μολονότι μπορούσε να απαλλαχτεί των τάξεων του στρατού, υποβάλλοντας υπεύθυνη δήλωση ότι θα χειροτονηθεί κληρικός, υπηρέτησε κατά τα έτη 1956-57 εκπληρώνοντας το χρέος του στην πατρίδα και επέστρεψε στο χωριό του. Ενώ φοιτούσε στην εκκλησιαστική σχολή της Ξάνθης γνωρίζεται με τον γέροντά του, πατέρα Παύλο, τον οποίο βοηθά στο έργο του ως αριστερός ψάλτης. Το 1959 ο Πατήρ Παύλος τον καλεί στην Πάτμο για να μελετήσει για την είσοδό του στη Θεολογική Σχολή, αλλά και για να σκεφθούν για το μέλλον και τη χειροτονία του. Στην Πάτμο έφθασε αρχές Νοεμβρίου του 1959, όπου εκεί ο γέροντας, πατήρ Αμφιλόχιος Μακρής, ο οποίος ήταν γέροντας του πατρός Παύλου, αλλά και συνεργάτης του αγίου Nεκταρίου, ανέλαβαν να έρθουν σε επικοινωνία με κάποιους αρχιερείς σχετικά με την χειροτονία του. Πριν από τα Χριστούγεννα έρχεται απάντηση από τον Μητροπολίτη Παντελεήμονα τον Α΄, ο οποίος ζητούσε να τον στείλουν, αν είναι δυνατόν, προ των εορτών των Χριστουγέννων για χειροτονία.

Ο Αρίσταρχος Τσαλπαράς κατά κόσμον ονομάζονταν Παναγιώτης. Πρώτα, λοιπόν, έπρεπε να βρεθεί ένα όνομα. Στην Πάτμο οι γέροντες αποφασίζουν να του δώσουν το όνομα του μαθητή του Αποσόλου Παύλου και κατά πάσα πιθανότητα πρώτου επισκόπου Θεσσαλονίκης, του Αρίσταρχου του Θεσσαλονικέως. Συνάμα, φθάνει στην Πάτμο γράμμα από το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, με το οποίο ζητούσε να δοθεί στον υποψήφιο το όνομα Αρίσταρχος. Έτσι με το όνομα Αρίσταρχος φεύγει από την Πάτμο και φτάνει στη Θεσσαλονίκη στις 19/12/59. Την παραμονή των Χριστουγέννων στην Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας γίνεται η κουρά του εις μοναχόν, και λαμβάνει το όνομα Αρίσταρχος. Όπως λέει ο ίδιος για το όνομά του «ετυμολογικά μπορεί να σημείνει «αρίστων αρχών επώνυμος», αλλά το βάρος είναι μεγάλο για να φέρει κανείς εις πέρας το περιεχόμενό του. Εγώ βλέπω τον εαυτό μου ότι είμαι κενός περιεχομένου, δεν ανταποκρίνομαι». Ανήμερα Χριστουγέννων γίνεται κατά την πανηγυρική θεία λειτουργία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά η χειροτονία του εις διάκονο. Για δέκα μήνες ασκεί τα καθήκοντά του στον Ιερο Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Νέας Παναγίας στον Λευκό Πύργο και αμέσως μετά για έξι χρόνια ως διάκος στον Άγιο Δημήτριο. Το 1960 έδωσε εξετάσεις στις Θεολογικές Σχολές Θεσσαλονίκης και Αθηνών και εισάγεται και στις δύο συμπτωματικά με τον ίδιο βαθμό, 28. Παίρνει εσωτερική υποτροφία στην Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης, την οποία τελειώνει και ορκίζεται στις 23/12/ 1964. Την Κυριακή των Μυροφόρων στις 24/4/ 66 γίνεται η χειροτονία του εις πρεσβύτερον και συγχρόνως ο Παναγιότατος τού έδωσε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτου.

Για 2,5 χρόνια διετέλεσε ιεροκύρηξ της Ενιαίας τότε Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και στις 1/1/1969 τοποθετείται από τον τότε Παναγιότατο Μητροπολίτη Λεωνίδα, για λόγους που ό ίδιος τους χαρακτηρίζει «ειδικούς», προϊστάμενος στην Παναγία Αχεροποίητο, γιατί έπρεπε να ξεπεραστούν κάποιες δύσκολες περιπτώσεις για να επανέλθει η ενότητα στο χώρο της εκκλησίας.

Στην Κομοτηνή

Ο Αρίσταρχος Τσαλπαράς στις 18/7/1974 ήρθε στην Κομοτηνή, μετά από κάλεσμα του Σεβασμιότατου, μέσω δύο συμμαθητών και φίλων του από την Εκκλησιαστική Σχολή της Ξάνθης. Αναλαμβάνει προϊστάμενος και πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας. Στις 16/9/79 γίνονται τα εγκαίνια του Καθεδρικού Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και μετά από δική του πρόθεση, αλλά και επειδή ο σεβασμιότατος το θεώρησε σκόπιμο για να προωθηθεί το έργο της ανεγέρσεως του Καθεδρικού Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αναλαμβάνει να ασκεί τα καθήκοντά του εκεί. «Φυσικά», λέει, «ήταν δύσκολα τα πράγματα. Ο Σεβασμιότατος κινητοποιήθηκε πολύ για να ανεγερθεί αυτός ο ναός, ο οποίος είχε χαρακτηριστεί ως εθνικής σημασίας και βαθμού επείγοντος από τρεις υπουργούς. Ο Τρυπάνης, από τον οποίο ξεκίνησε η ανέγερση του ναού ήταν η ψυχή, η κ. Τσάτσου συνετέλεσε επίσης στη δημιουργία του, και για το τέμπλο ο μεγάλος καλλιτέχνης Σύρπος από το Μέτσοβο. Αυτό το τέμπλο είναι σπάνιας καλαισθησίας και οι παραστάσεις ζωντανές. Προσπαθήσαμε με τους κατά καιρούς συνεργάτες μου, και τους επιτρόπους και τους αδερφούς κληρικούς, όσο το δυνατόν αυτό τον ναό να τον οδηγήσουμε στο μεγαλείο της ορθοδοξίας με τις δυνάμεις μας τις ασθενικές. Αναγκαίο πρωταρχικό μέλημά μας ο εξοπλισμός του ναού γιατί στην αρχή ήταν γυμνός. Δημιουργήσαμε κάτω την αίθουσα για κατηχητικό αλλά και για συγκεντρώσεις με νέους και νέες, κάτι που το έκανα από το 1974 που πρωτοήρθα. Παράλληλα δεν έπαψα να πηγαίνω στην ύπαιθρο, στις πανηγύρεις όταν χρειάζονταν, όποτε μπορούσα και μου δινόταν ευκαιρία».

Θετικός ο απολογισμός των 31,5 χρόνων της εδώ παρουσίας

«Στα 31,5 χρόνια παρουσίας μου εδώ δέθηκα με τους αδερφούς, τους συλλειτουργούς και τους συνεργάτες μου και τον Σεβασμιότατο με τον οποίο συνεργαζόμουν κατά καιρούς καλώς, ώστε θεωρούσα τον εαυτό μου ένα τμήμα αναπόσπαστο αυτού του πνευματικού πληρώματος της εκκλησίας και το θεωρώ ακόμη. Με τον πατέρα Δημήτριο, τον αγαπητό αδερφό, είχαμε εξαιρετική συνεργασία τα τελευταία χρόνια και τελευταία και με τον πατέρα Χρυσοβαλάντη, ο οποίος τυχαίνει να είναι και πνευματικό μου παιδί. Γι’ αυτό ποτέ δεν θα ξεχάσω και πάντοτε θα έχω μέσα στην καρδιά μου όλες τις μορφές των ανθρώπων που συνεργαζόμουν, οι οποίοι βέβαια είναι και πνευματικά μου παιδιά. Θα τους έχω όλους μέσα στην ψυχή μου και φυσικά αυτό ακόμα περισσότερο μου δίνει φτερά, με ενδυναμώνει στο έργο της Εκκλησίας. Πιστεύω ότι έχω μέσα μου απόθεμα πνευματικών δυνάμεων. Υπήρξε βέβαια εδώ και το έδαφος πρόσφορο, το οποίο αποδεικνύεται από το ότι έφερε καρπούς πολλούς και με την χάρη του Θεού ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να φύγω. Γιατί και εγώ κουράστηκα με όλα αυτά τα καθήκοντα και τα διοικητικά, τα οποία μεν φθείρουν πολλές φορές τον άνθρωπο χωρίς να το καταλάβει, είναι απαραίτητα δε, γιατί χωρίς διοίκηση δεν μπορεί να προχωρήσει παράλληλα το πνευματικό έργο, το οποίο είναι βέβαια υπεράνω πάντων, αλλά και συνυφασμένο με την διοίκηση της εκκλησίας. Είναι γεγονός ότι εδώ αισθάνομαι έναν πνευματικό συνεκτικό δεσμό αγάπης να με συνδέει και να με δένει. Βλέπω τον εαυτό μου πια να λέει εκείνο το οποίο έλεγε ο Πρεσβύτης και Θεοδόχος Συμεών όταν πήρε τον Χριστό στην αγκαλιά του, «νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου τον σωτήριόν σου». Κατά κάποιο τρόπο και εγώ τώρα βλέπω ότι με απολύει από την εκκλησία και επιδίδομαι, με το αδέσμευτο και την ελευθερία που θα έχω, να βρίσκομαι στην Ιερά Μητρόπολη Νεαπολέως και Σταυρουπόλεως όπου θα ασκώ το ιερατικό και πνευματικό έργο και συγκεκριμένα στην ενορία του Αγίου Παντελεήμονος της Πολίχνης. Αυτή είναι η προσωπική μου σταδιοδρομία. Από εκεί και πέρα ο κύριος να μας χαρίζει γαλήνη και ειρήνη, την υγεία την πνευματική και την σωματική και την κληρονομιά της αιωνιότητας και να αγωνιζόμαστε προς αυτήν την κατεύθυνση».

“Είμαι βιβλιολάτρης”

Ο Αρίσταρχος Τσαλπαράς οδήγησε το ποίμνιό του στην Κομοτηνή σε υγεία, ψυχική και πνευματική μέσα από τους δρόμους των ελεύθερων επιλογών και, κυρίως, μέσα από το κήρυγμά του σε μια άψογη, ζεστή και γεμάτη συμβολισμούς γλώσσα. Γι’ αυτό του το χάρισμα λέει: «Πάντα μου άρεσε η γλώσσα και η λογοτεχνία. Κυρίως όμως μου άρεσε η γλώσσα της εκκλησίας, όλες οι ιερές ακολουθίες και οι ύμνοι… Είναι άλλωστε τόσο πλούσιοι, ένας θησαυρός ατίμητος, ανεξάντλητος. Η γλώσσα ροή ποταμών που λέμε, η γλώσσα η ελληνική πραγματικά είναι κάτι το θελκτικό και συγκινητικό. Εγώ ένα μέρος ελάχιστο κατέχω της ελληνικής και δοξάζω τον Κύριο που με τοποθέτησε σ’ αυτό το κανάλι της χάριτος του Θεού μέσα στα πλαίσια τα εκκλησιαστικά και έκανα χρήση αυτού του μεγάλου «όπλου» της γλώσσας της ελληνικής.

Βέβαια, μελετούσα και την Αγία Γραφή και πολλά βιβλία, είμαι βιβλιολάτρης μέχρι ενός σημείου. Θεωρώ άσχημο να στραγγαλίζουν και να κακομεταχειρίζονται τη γλώσσα».

Καθοδηγητής μου η αγάπη

Όσο για τις δυσκολίες και τα προγεφυρώματα που στήθηκαν ενταύθα για να ανακόψουν την ανοδική του πορεία και λόγω αδιαμφισβήτητων προσόντων στην εκκλησιαστική ιεραρχία, ο Αρίσταρχος Τσαλπαράς θεωρεί ότι κάθε ενέργεια που δεν ορμάται από αγάπη, ορμάται στην ουσία από φόβο. Γιατί «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβο”, λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης και η υπέρτατη δύναμη η οποία με οδήγησε και με οδηγεί σ’ αυτή την επιλογή είναι η αγάπη του Χριστού μας διότι “ο Χριστός είναι ο κύριος των κυριευόντων και ο βασιλεύς των βασιλευόμενων”. Ο Χριστός μάς δείχνει το δρόμο το σωστό, τον αληθινό».

Και ο Αρίσταρχος Τσαλπαράς δικαιώθηκε. Ο ιεράρχης ζων την Ορθοδοξία με μοναδικό του όπλο την αγάπη, ουσιαστικά άφησε την Κομοτηνή έχοντας μεταλαμπαδεύσει με τη φωτισμένη παρουσία του σε καθέναν χωριστά από το ποίμνιό του την πίστη ότι η Ορθοδοξία είναι η γλυκύτερη παραμυθία ζωής. Κι η Ορθοδοξία με τέτοιους ιερείς μονάχα φυσικά διασώζεται.

Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.