Ιστοριες ανεργων…

Είναι τρεις από το σύνολο των 1580 εργαζομένων στην Βιομηχανική Περιοχή της Κομοτηνής που τα τελευταία δυο χρόνια έχασαν τη δουλειά τους. Ο Πέτρος Τσουμπρής, ο Κώστας Βαφειάδης και ο Συμεών Τζίμος κρατούν στις εσωτερικές τσέπες των σακακιών τους το χαρτί της απόλυσης στα χέρια τους μη μπορώντας να πιστέψουν ακόμη ότι μετά τρεις δεκαετίες συνεχούς απασχόλησης βρίσκονται να αναζητούν εκ νέου δουλειά. Με το βλέμμα τους να μην κρύβει την απογοήτευση, τη θλίψη και τον πόνο προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν αυτό που συνέβη «από τη μια στιγμή στην άλλη», όπως τονίζουν. «Φοβάμαι ότι τώρα πια η ζωή δεν θα είναι ξανά για μας ίδια» δηλώνουν σχεδόν με ένα στόμα και αναζητούν απεγνωσμένα μια υπόσχεση ότι τα λουκέτα θα βγουν και οι Μονάδες θα λειτουργήσουν εκ νέου.

«Γύρισα στο σπίτι με το χαρτί

της απόλυσης στην τσέπη να με καίει και δεν ήξερα τι να πω στα παιδιά»

«Στην ηλικία μου δύσκολα βρίσκεις δουλειά» δηλώνει ο 43χρονος Πέτρος Τσουμπρής και προσθέτει «κανείς δεν σε προσλαμβάνει. Κι αν κάποιος το κάνει θα θέλει σίγουρα να εργαστείς γι αυτόν χωρίς ασφάλιση , με λιγότερα χρήματα». Η επιχείρηση που τον απασχολούσε όπως λέει τις τελευταίες δυο δεκαετίες λειτουργούσε πολύ καλά, «ξαφνικά δεχθήκαμε προτάσεις για μείωση προσωπικού, για εθελούσια έξοδο. Είπαμε ναι, πιστεύοντας ότι είναι για το καλό της επιχείρησης. Δεχθήκαμε για να περιοριστεί το κόστος της λειτουργίας. Μετά από λίγο καιρό όμως απολυθήκαμε όλοι, ήταν χτύπημα για όλους μας». Ένα «χτύπημα» που τους οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο καθώς κανείς από τους 65 πρώην συναδέλφους του δεν έχει άλλους πόρους. «Γύρισα στο σπίτι με το χαρτί της απόλυσης στην τσέπη να με καίει και δεν ήξερα τι να πω στα παιδιά. Ακόμη δεν το ξέρουν, φεύγω το πρωί πριν ξυπνήσουν και γυρίζω το βράδυ όταν έχουν κοιμηθεί για να τα αποφύγω».

«Ποιος θα με πάρει στη δουλειά;»

Για 18 χρόνια εργάζονταν ο Κώστας Βαφειάδης σε εργοστάσιο που λειτουργούσε στην Βιομηχανική Περιοχή της Κομοτηνής για 29 χρόνια. «29 χρόνια λειτουργούσε άψογα. Ζήτημα είναι αν υπήρξαν δυο τρεις μικρο-καθυστερήσεις στην καταβολή των μισθών». Τα πανωτόκια, σύμφωνα με τον κ. Βαφειάδη, δημιούργησαν το πρόβλημα και ο εργοδότης προχώρησε στο κλείσιμο της Μονάδας. «Είχαμε παραγγελίες και δεν μπορέσαμε να τις παραδώσουμε. Έχουμε πελάτες που περιμένουν με τα λεφτά στα χέρια και δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις τους για πρώτη φορά μετά από 29 χρόνια. Το εργοστάσιο ήταν μια από τις παλαιότερες βιομηχανικές μονάδες της Κομοτηνής. Πραγματοποιούσαμε 40 τόνους την ημέρα ανακύκλωση βγάζοντας χαρτί για χαρτοκιβώτια, 1200 τόνους το μήνα. Πολύ δουλειά, αποτέλεσμα μηδέν. Μην μπλέξεις με τράπεζες». Οδηγός χαρτονοποιητικής μηχανής ο ίδιος γνωρίζει καλά τώρα πια ότι δεν υπάρχουν τέτοιες ειδικότητες στον ΟΑΕΔ, έτσι με έκπληξη πληροφορήθηκε ότι τώρα, μετά από δυο δεκαετίες εργασίας, θεωρείται ανειδίκευτος. «Ποιος θα με πάρει στη δουλειά;» αναρωτιέται βλέποντας τη ζωή της οικογένειάς του να αλλάζει άρδην από τη μια στιγμή στην άλλη. «Ακόμη δεν έχουμε συνειδητοποιήσει στο σπίτι ότι είμαι άνεργος. Πιστεύουμε ότι θα ξεκινήσει και πάλι η λειτουργία του». Δυσκολεύτηκε να το πει ακόμη και στα παιδιά του. Δεν μπόρεσε κι ο ίδιος να συνειδητοποιήσει τι του έχει συμβεί. «Είμαι άνεργος, κάθομαι στα καφενεία και περιμένω. Μέχρι τώρα δουλεύοντας τριάντα μέρες το μήνα, ήταν κυλιόμενη η βάρδια, έβλεπα κόσμο στα καφενεία κι αναρωτιόμουν: «Τι ζητά αυτός ο κόσμος»; Τώρα πάλι αναρωτιέμαι: «Έτσι θα περνώ το χρόνο μου;»»

«26 χρόνια στην ίδια Μονάδα και τώρα τους έδιωξαν με μια μικρή αποζημίωση, που αποτελεί περισσότερο βρισιά και εμπαιγμό για όλους μας»

Τη δουλειά του θερμαστή σε Μονάδα που λειτουργούσε στη ΒΙΠΕ Κομοτηνής έκανε για 23 ολόκληρα χρόνια από το 1983 ο Συμεών Τζίμος. «Ήμουν 22 χρονών όταν έπιασα δουλειά. Πήγα φαντάρος και μετά άρχισα να δουλεύω σ΄ αυτό το εργοστάσιο, παντρεύτηκα, δημιούργησα οικογένεια στηριζόμενος αποκλειστικά σ΄ αυτό το μισθό» δηλώνει και εξηγεί ότι για πρώτη φορά βλέπει τα θεμέλια της ζωής του να τρίζουν. Ένα τηλεφώνημα από τον εργοδότη ήταν αρκετό για να δει τη ζωή με μια άλλη ματιά, όχι πια αισιόδοξα. «Εγώ σήκωσα το τηλέφωνο και έμαθα πρώτος τη δυσάρεστη εξέλιξη. Νωρίτερα, είχαμε δείξει όλοι οι εργαζόμενοι κατανόηση μένοντας ακόμη και τέσσερις μήνες απλήρωτοι. Αυτό που μας ένοιαζε ήταν να κρατήσουμε το εργοστάσιο ανοιχτό. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν προβήκαμε σε καμία κινητοποίηση περιμένοντας από τον εργοδότη μας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Δεν τα κατάφερε, η ΔΕΗ έκοψε το ρεύμα. Από ότι καταλάβαμε εκ των υστέρων το πρόβλημα ήταν ό,τι δεν υπήρχε κεφάλαιο κίνησης». Στην ίδια μονάδα, σύμφωνα με τον κ. Τζίμο, υπήρχαν εργαζόμενοι που δούλευαν ασταμάτητα από το 1979 «έριξαν ως εργάτες τα θεμέλια, έχτισαν το εργοστάσιο και συνέχισαν να δουλεύουν σ΄ αυτό από την πρώτη μέρα. 26 χρόνια στην ίδια Μονάδα και τώρα τους έδιωξαν με μια μικρή αποζημίωση που αποτελεί περισσότερο βρισιά και εμπαιγμό για όλους μας».

«Με τις επιδοτήσεις έγινε κατάχρηση,δόθηκαν και χάθηκαν χρήματα»

Και οι τρεις απολυμένοι συμφωνούν ότι το δικό τους πρόβλημα, το πρόβλημα της ανεργίας που τους χτύπησε τόσο ξαφνικά την πόρτα και διάβηκε το κατώφλι του σπιτιού τους μεταφέρθηκε πολύ σύντομα και στη λειτουργία της ίδιας της πόλης. «Στηρίζαμε τη λειτουργία των καταστημάτων, ήμασταν αξιόλογη αγοραστική δύναμη γι αυτό περιμέναμε ότι θα έδειχνε η πολιτεία μεγαλύτερο ενδιαφέρον». Αντί γι αυτό, όπως τονίζουν, έμειναν στο δρόμο απροστάτευτοι… «Πρέπει να έχουμε όλοι την ίδια προστασία. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς δείχνουν μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία για τους εργαζομένους σε διάφορες ΔΕΚΟ κι όχι για μας;» αναρωτιέται ο κ. Βαφειάδης και ο κ. Τσουμπρής επισημαίνει την έλλειψη κοινωνικής ασφάλειας. «Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα στο δρόμο και αυτό που μου πετούν στα μούτρα είναι ένα επίδομα του ΟΑΕΔ. Εγώ θέλω να δουλέψω, όπως έκανα σε όλη μου τη ζωή κι όχι ένα επίδομα ανεργίας».

Κραυγή αγωνίας η φωνή τους, αγωνία, για τις επιχειρήσεις που βάζουν οριστικά λουκέτο και γι αυτές που παρά το γεγονός ότι επιχορηγήθηκαν κλείνουν μετακομίζοντας στα Βαλκάνια. Η ένταξη των επιχειρήσεων που έχουν πρόβλημα στο νόμο 1892 άρθρο 44 θεωρούν οι απολυμένοι της Ροδόπης ότι είναι μονόδρομος, παράλληλα όμως ζητούν καλύτερο έλεγχο από την πλευρά της πολιτείας. «Με τις επιδοτήσεις έγινε κατάχρηση, δόθηκαν και χάθηκαν χρήματα, χωρίς να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας στην περιοχή και χωρίς να υπάρχει έλεγχος», επισημαίνουν και καταλήγουν με την ελπίδα ότι πολύ σύντομα θα βρεθούν και πάλι στη δουλειά τους. «Δεν μας έχει μείνει παρά μόνο μια μικρή ελπίδα».

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.