«Οσα θυμαμαι και οσα αγαπησα»
Ο δήμος Κομοτηνής και η ΔΕΠΑΚ σε συνεργασία με το «Δημοκρίτειο» βιβλιοπωλείο της πόλης μας και τις εκδόσεις «Άγκυρα» σε μια επιτυχημένη διοργάνωση παρουσίασαν και στην Κομοτηνή το βιβλίο του Νίκου Ξανθόπουλου «Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα», το οποίο κάνει τεράστιες πωλήσεις. Κατά την εκδήλωση, η οποία έλαβε χώρα στη Λέσχη Κομοτηναίων το βράδυ της Πέμπτης, οι παρευρισκόμενοι όχι μόνο είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά τον διάσημο ηθοποιό – τραγουδιστή και να πάρουν αυτόγραφο αλλά παράλληλα να απολαύσουν τμήματα από τις ταινίες του κ. Ξανθόπουλου μέσω σλάιτς και να ακούσουν τα τραγούδια του.
Ο πολυαγαπημένος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου κ. Νίκος Ξανθόπουλος δηλώνει με ικανοποίηση ότι από τότε που πρωτοξεκίνησε και έκανε επιτυχίες στο σινεμά είχε μεγάλη ανταπόκριση από τον κόσμο. Ο διάσημος ηθοποιός τα τελευταία χρόνια μένει σε κτήμα στην ανατολική Αττική όπου δεν έχει επαφές πολλές με τα καλλιτεχνικά δρώμενα και με την κοινωνία γενικότερα. «Είμαι αποκομμένος, αφού κατεβαίνω στην Αθήνα κάθε τρεις τέσσερις μήνες. Όμως τώρα με το βιβλίο μου δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω όλη την Ελλάδα στις παρουσιάσεις που γίνονται και έκπληκτος είδα ότι η αγάπη εκείνη του κόσμου υπάρχει ακόμη. Πράγματα συγκινητικά συμβαίνουν στα διάφορα μέρη που πηγαίνω, άνθρωποι όλων των τάξεων και ηλικιών με αγκαλιάζουν και μου λένε «με σένα μεγαλώσαμε», «εσύ με τις ταινίες εκείνες που έκανες διαμόρφωσες το χαρακτήρα μας». Πράγματα και λόγια που με συγκινούνε πάρα πολύ και αισθάνομαι αφάνταστα όμορφα».
Όπως υπογραμμίζει ο ίδιος εδώ και 14 εβδομάδες το βιβλίο είναι στα best seller. «Πουλάει την 21η χιλιάδα κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Για αυτούς που ασχολούνται, που είναι σχετικοί με το βιβλίο το νούμερο φαντάζει πολύ μεγάλο».
Σχολιάζοντας ο κ. Νίκος Ξανθόπουλος τονίζει ότι αυτά που αναφέρει στο βιβλίο είναι η ίδια η ζωή του. «Είναι αυτά που έζησα, δεν είναι πράγματα που κατέβασα από το νου μου, δεν είναι μυθολογία. Είναι η ζωή μου, όπως την έζησα και ακόμη και λίγο πιο παλιά, γιατί εγώ είμαι πρόσφυγας. Οι δικοί μου ήρθαν από τη Μ. Ασία και περιγράφω πώς ήρθαν οι άνθρωποι μας από εκεί, πώς εγκαταστάθηκαν, ρίζωσαν και κατάφεραν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους». Επίσης το βιβλίο περιλαμβάνει τις σπουδές του ηθοποιού. «Εγώ σε όποια σχολή και αν πήγα ήμουν αριστούχος, από μικρή ηλικία το χαρτζιλίκι μου, τα λεφτά που μπορούσα να αποκτήσω τα ξόδευα τα περισσότερα σε βιβλία».
Μετά από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και 25 θεατρικές παραγωγές ο κ. Ξανθόπουλος μπήκε στο σινεμά και έκανε περίπου 50 ταινίες. Στη συνέχεια όταν ο κινηματογράφος είχε προβλήματα εξαιτίας της τηλεόρασης, όπως δηλώνει ο ίδιος χαρακτηριστικά «η τηλεόραση μας έκοψε το νερό από το αυλάκι μας» στράφηκε στο τραγούδι όπου ηχογράφησε περίπου 400 τραγούδια.
Το βιβλίο το ολοκλήρωσε μέσα σε ένα χρόνο περίπου, αφού προηγήθηκε η περίοδος των σημειώσεων που κράτησε έξι μήνες. Αποτελείται από μικρά κεφάλαια κάτι το οποίο βοηθάει και στην ανάγνωση. «Στην αρχή κράταγα σημειώσεις, μετά τις ανέπτυξα σε γεγονότα και τα έφτιαξα μικρά- μικρά κεφάλαια και αυτό βοηθάει και στην ανάγνωση. Γιατί δεν είναι συνεχές να σε κουράζει, αφού υπάρχουν φίλοι που μου λένε ότι μετά από τη δουλειά χαλαρώνουν με το βιβλίο».
Όπως δηλώνει ο ίδιος το έναυσμα να γράψει το συγκεκριμένο βιβλίο το αναφέρει στο εξώφυλλο του βιβλίου με την πρόταση «δεν με ξέρετε, κανείς δεν με ξέρει». «Νομίζουνε οι περισσότεροι, ο λαός όχι γιατί έχει ένστικτο, αλλά περισσότερο οι δήθεν κουλτουριάρηδες και γραμματισμένοι ότι αυτοί τα ξέρουνε όλα και κανείς δεν ξέρει τίποτα. Ήθελα λοιπόν να δείξω γενικά στον κόσμο ότι υπήρχε μια υποδομή, δεν ήταν τυχαίο που ο Ξανθόπουλος έπαιζε στο κινηματογράφο, έκανε επιτυχίες. Μπορεί οι ταινίες εκείνη την εποχή να είχαν αδυναμίες, γιατί ήταν φτωχούλες, δεν υπήρχαν τεχνικά μέσα, ωστόσο υπήρχε ψυχή ανθρωπιά μέσα σε εκείνες τις ταινίες, η οποία διαμόρφωσε χαρακτήρες, έφτιαξε ανθρώπους» κατέληξε ο κ. Ξανθόπουλος.
Σοφία Μενεσελίδου: «Απόψε θα προσπαθήσουμε να αναμοχλεύσουμε μνήμες και συγκινήσεις του παρελθόντος, να περιδιαβούμε νοερά στις εποχές της αθωότητας, της μαγείας και του ονείρου. Τότε που οι καημοί της μεταπολεμικής Ελλάδας μετουσιώνονταν με το λόγο και τα τραγούδια του Νίκου Ξανθόπουλου σε τρυφερά παραμύθια παρηγοριάς και ελπίδας, τότε που οι άνθρωποι στήνονταν καρτερικά στις κινηματογραφικές ουρές για να παρακολουθήσουν τον ήρωά τους και να εξασφαλίσουν ένα εισιτήριο στον ονειρικό σινεμά της ανθρωπιάς, της συμπόνιας και κυρίως της συντροφικότητας έννοιες που εξυμνήθηκαν στις ταινίες του Ξανθόπουλου και σημάδεψαν ανεξίτηλα τις καρδιές και τις αναμνήσεις των ανθρώπων του τόπου μας και συνάψανε σιωπηρή συμμαχία με τον καιρό να μην πληγωθούν ποτέ από την λύπη. Το βιβλίο ενός κινηματογραφικού ήρωα της μεταπολεμικής Ελλάδας αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές ενός ολόκληρου λαού και κάνει τεράστιες πωλήσεις δικαιώνοντας καταρχάς τον ίδιο τον συγγραφέα που όλο αυτά τα χρόνια επέλεξε να διατηρήσει ακέραιο το ήθος και τις αρχές του. Τα ιδανικά που εξέφρασε ο Νίκος Ξανθόπουλος με τις ταινίες του και που επέτρεψαν στην τραυματισμένη μεταπολεμική Ελλάδα να διασωθεί παρά τη σκληρότητα και την αποξένωση της εποχής μας εξακολουθούν να παραμένουν δυναμικά επίκαιρα και να συγκινούν νεότερους και παλαιότερους» δήλωσε στον χαιρετισμό της η πρόεδρος της ΔΕΠΑΚ κ. Σοφία Μενεσελίδου.
Τάσος Βαβατσικλής: Στον χαιρετισμό του ο δήμαρχος Κομοτηνής Τάσος Βαβατσικλής χαρακτήρισε το Νίκο Ξανθόπουλο, «λαοφίλητο αυτοβιογραφούμενο καλλιτέχνη: Στην καταγωγή του, στους τόπους που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στις δοκιμασίες της ζωής του και φυσικά στην καταξίωσή του στον χώρο του Ελληνικού θεάτρου, του κινηματογράφου και του τραγουδιού».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην βιογραφία του συγγραφέα και κυρίως στο έργο του κινηματογραφικό αλλά και στον τομέα του τραγουδιού για να σταματήσει στο βιβλίο του με τίτλο «Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα». «Και αυτά που θυμάται και αγάπησε ο Νίκος Ξανθόπουλος στάζουν πόνο και διαρκή αγώνα για επιβίωση και προκοπή. Περιβάλλονται με τον φωτοστέφανο της αγωνίας για το σήμερα και το αύριο.
Όσο αναγνωρίζει κανείς αυτό το πολύ βαρύ συναισθηματικό φορτίο της ανθρώπινης αγωνίας για επιβίωση και προκοπή, τόσο πιο κοντά βρίσκεται στο να κατανοήσει τις πικρές αλήθειες αυτής της αυτοβιογραφίας στην οποία εντρυφούμε, αλλά και στις χαρούμενες εικόνες της.
Οι μνήμες, ως άϋλες, δεν ζωγραφίζονται. Ξεδιπλώνουν σε γραπτά κεφάλαια ενός βιβλίου ή σε μια αφήγηση και διήγηση. Πολλές φορές μεταποιούνται. Γίνονται πιο κοντινές στην ανθρώπινη κατανόηση…
…Οι αυτοβιογραφικές αναφορές του Νίκου Ξανθόπουλου έχουν την συναρπαστική απλότητα της αψεγάδιαστης αφήγησης των ανθρώπων της προσφυγικής γενιάς. Της γενιάς του ξεριζωμού από τις αλησμόνητες Πατρίδες. Και παράλληλα έχουν το χαρακτηριστικό χρώμα της ντομπροσύνης του Ποντιακού στοιχείου, που κατέφυγε και αυτό στην Ελεύθερη Πατρίδα και ρίζωσε α’ αυτήν κάτω από συνθήκες βάρβαρες και ανήκουστης σκληρότητας της νέας του ζωής.
Και καθώς η ντομπροσύνη και η πεισματική εγκαρτέρηση είναι τρόπος ζωής για τους Ποντίους – παλιούς και νέους-, τρόπος ζωής για ένα κομμάτι του Ελληνισμού, ο Νίκος Ξανθόπουλος μέσα από όσα θυμάται και όσα αγάπησε μας θυμίζει ότι εκτός από τους Αιγυπτιώτες Έλληνες, εκτός από τους Μεγαλοελλαδίτες, εκτός από τους Μικρασιάτες, εκτός από τους Κωνσταντινουπολίτες, εκτός από τους Ανατολικοθρακιώτες και Βορειοθρακιώτες, υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν και οι Πόντιοι, οι πέραν του Βοσπόρου ακρίτες του γένους, που η μεγαλοσύνη τους αποσιωποιήθηκε συστηματικά, χρόνια και χρόνια, γιατί είχαν την ατυχία να μη βρίσκονται οι ιδιαίτερες Πατρίδες τους στη σφαίρα του δυτικού πολιτικοστρατιωτικού συνασπισμού, ή στη σφαίρα του συμβιβασμένου αστικού κοσμοπολιτισμού.
Δεν είμαι βέβαια ειδικός κριτικός λογοτεχνικών έργων και δεν μπορώ να μιλήσω για το βιβλίο του Ξανθόπουλου από καθαρά λογοτεχνική άποψη.
Όμως το βιβλίο του θυμίζει τους πλατείς ορίζοντες που σημάδεψαν τους ανθρώπους του Πόντου και την αξιοπρέπειά τους και που η τελευταία φουρνιά τους περιλαμβάνει τους Παλιννοστούντες που με περισσή αγάπη και περηφάνια προστρέχουν στην αγκαλιά της Μητέρας – Πατρίδας και με πείσμα και εγκαρτέρηση ξαναδημιουργούν την κοινωνία τους και ενώνονται πρόθυμα με τους γηγενείς, σε κάθε περιοχή όπου εγκαθίστανται.
Μπορώ ακόμη να πω πως το βιβλίο του Νίκου Ξανθόπουλου είναι, ολόκληρο, μια προσωπική εξομολόγηση με πολύ ενδιαφέρον, γιατί μιλάει και αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο βάζοντας διαρκώς και με πολύ δεξιοτεχνία τον εαυτό του και τον κόσμο του στο κέντρο βάρους όλων εκείνων που θυμάται και αγάπησε.
Θέλω ακόμη να τονίσω ότι πιστεύω πως η όποια λογοτεχνική παράθεση των γεγονότων και των περιστατικών που αποδίδονται στο βιβλίο του, είναι από συγγραφική άποψη καρπός της μανίας που είχε από μικρό παιδί να διαβάζει, και όχι μόνο να διαβάζει αχόρταγα, αλλά να εντρυφεί δημιουργικά στα βιβλία παλιών και νέων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων και λογοτεχνών.
Έτσι, αποφάσισε κάποια στιγμή να παρουσιάσει, γράφοντας, την δική του ζωή, σε όποια καλή ή κακή στιγμή τού επιφύλαξε η μοίρα.
Το βιβλίο του μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί σαν το αλφαβητάριο της ιδιοσυστασίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Ένας βάρδος και κονταρομαχητής που κατάφερε να αναγνωριστεί μέσα από τα τραγούδια του, μέσα από την παρουσία του στη θεατρική σκηνή, μέσα από τις κινηματογραφικές ταινίες που πρωταγωνίστησε, σαν ο εκφραστής της πονεμένης Ελληνικής φτωχολογιάς, σαν ο μυθικός λεβέντης που προάσπιζε το δίκαιο της βασανισμένης γενιάς του. Ένα πραγματικό παιδί – παλικάρι του λαού.
Ο Νίκος Ξανθόπουλος με τα όσα θυμάται και αγάπησε γίνεται εκφραστής του πνεύματος της γενιάς των Νεοελλήνων του μόχθου και της δουλειάς που κυλίστηκε και μάτωσε μέσα σε πολέμους, σε διωγμούς, μέσα στην κατοχή και στον εμφύλιο. Και κατάφερνε να ίσταται πάντοτε όρθια η γενιά εκείνη. Μεγάλο επίτευγμα αυτό. Που δικαιώνει και τον ύστατο πόθο του Νίκου Ξανθόπουλου: Να στρώσει σ’ ένα χαρτί, σε ένα βιβλίο και να αφηγηθεί τα όσα έζησε και πέρασε. Έτσι, απλά, για να μείνουν και να μην χαθούν. Και για να ξέρουν κάτι για τον παππού τους τα εγγόνια του.Και όχι μόνο τα εγγόνια του, αλλά και όλοι εμείς που τον τιμούμε σήμερα στην πόλη μας».
Σιμπέλ Χατζή Αλή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
