Σαν τον μεταναστη …

Στην άκρη ενός σιδηροδρομικού σταθμού, απ’ αυτούς με μικρή επιβατική κίνηση, όπου μόνο η φιγούρα του κλειδούχου ξεχωρίζει στο χειμωνιάτικο σκηνικό. Τέσσερις νεαροί μόλις έχουν φτάσει και συζητούν χαμηλόφωνα, δείχνουν να γνωρίζουν καλά ο ένας τον άλλο παρά το γεγονός ότι προέρχονται από διαφορετικούς τόπους. Ο Σάμη Σουδάν είναι από την Αφρική, ο Αμέτ Νατζήφ Κούρδος από το Ιράκ, μόλις 18 ετών, ο Σαρήφ Μωαμάρ είναι 20 ετών και κατάγεται από την πόλη Ντακά του Μπαγκλαντές . Από το ίδιο μέρος και μάλιστα απόφοιτος της ίδια Σχολής Ηλεκτρολόγων Αυτοκινήτων είναι και ο Καδήρ Ισμέτ 21 ετών . Χωρίς διαβατήρια στην τσέπη. Χωρίς χρήματα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς κάποιον να τους περιμένει και κάπου να πάνε βγήκαν στο δρόμο αφήνοντας πίσω τους το ένα από τα τρία Κέντρα Φύλαξης Κρατουμένων που λειτουργούν στη Θράκη. Υποδέχτηκαν στο δρόμο το νέο έτος κάνοντας όλοι τους την ίδια ευχή: «Να βρεθεί και για μας ένας τόπος».

«Τώρα δεν έχουμε διαβατήρια. Η αστυνομία μας έπιασε γιατί περάσαμε παράνομα τα σύνορα και μας συνέλαβαν οι συνοριακοί φύλακες» δηλώνει ο περισσότερο ομιλητικός της νεαρής παρέας μεταναστών Καδήρ Ισμέτ και προσθέτει: «Το μεγαλύτερό μας πρόβλημα τώρα είναι αυτό». Με τα χέρια στις τσέπες, περισσότερο για να τα προφυλάξουν από το κρύο, συζητούν για το ταξίδι που έχουν μπροστά τους. Προορισμός όλων η Αθήνα. Θα ταξιδέψουν με τρένο, αν και ξέρουν ότι ακριβώς επειδή δεν έχουν χρήματα για τα εισιτήρια, πολύ σύντομα θα τους κατεβάσουν κάτω και θα αναγκαστούν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με τα πόδια με μόνη συντροφιά το κρύο του Χειμώνα. «Μας ενημέρωσε ο κλειδούχος ότι θα αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα, δεν έχουμε όμως για τα ναύλα, δεν έχουμε καθόλου χρήματα για τα εισιτήριά μας» εξηγεί ο Καδήρ Ισμέτ και ταυτοχρόνως δείχνει τις άδειες του τσέπες.

«Τα προβλήματα στην πατρίδα μου ήταν πολλά. Φτώχεια, διαμάχες, κακουχίες. Ήρθα στην Ελλάδα για να περάσω στην Ιταλία» δηλώνει ο Σουδανός Σαμή και αποκαλύπτει ότι σχεδόν όλοι κατέβαλαν το ίδιο ποσό στους λαθροδιακινητές, 4000 ευρώ. «Πριν πέντε μήνες άφησα το Σουδάν. Πλήρωσα 4000 ευρώ. Ήθελα να ζήσω στο εξωτερικό. Τώρα έχω πρόβλημα, δεν έχω καθόλου λεφτά». Είστε πολλοί νέοι, θα τα καταφέρετε τους υπενθυμίζουμε περισσότερο για να τους εμψυχώσουμε και τους ακούμε να σημειώνουν: «Είμαστε πολύ νέοι ναι. Αλλά το πρόβλημα είναι η φτώχεια μας, το γεγονός ότι δεν έχουμε δουλειά». Με μοναδικό συνοδοιπόρο τη φτώχεια και τη μοναξιά της αναζήτησης μιας καινούργιας πατρίδας δηλώνουν ότι είναι μόνοι στην Ελλάδα. «Είμαστε μόνοι στην Ελλάδα, δεν έχουμε κανέναν εδώ, δεν ξέρουμε κανέναν. Οι γονείς μας, τα αδέρφια μας είναι πίσω. Δεν ξέρουμε κανέναν εδώ, μόνο τα παιδιά που γνώρισα στο Κέντρο Φύλαξης. Οι Αστυνομικοί μας ρωτούσαν να τους αποκαλύψουμε ποιος μας περιμένει στην Αθήνα. Δυστυχώς όμως δεν μας περιμένει κανένας!» δηλώνει ο Κούρδος Αμέτ Νατζήφ που αναζητά όπως λέει νέους δρόμους και νέες πατρίδες για να γλιτώσει από τις εκρήξεις βομβών του Μπους που κάθε μέρα ισοπεδώνουν την πατρίδα του. «Θα πάω στην Ιταλία. Μόλις βρω διαβατήριο θα γυρίσω στην πατρίδα μου. Έχω πατρίδα, τη λατρεύω. Αγαπώ τους γονείς και τα αδέρφια μου, έχω πέντε αδέρφια και πέντε αδερφές. Είμαστε έντεκα παιδιά, μεγάλη οικογένεια, φτωχή οικογένεια, αλλά θα γυρίσω κοντά τους». Την επιστροφή ονειρεύεται ο Καδήρ από το Ντακά του Μπαγκλαντές που παρατηρεί: «Δεν ήταν μόνο η φτώχεια πρόβλημα. Η κατάσταση γενικά, η πολιτική. Είμαι μηχανικός σε αυτοκίνητα. Σπούδασα έξι χρόνια το αντικείμενο, είμαι καλός τεχνίτης, αν ήταν λίγο καλύτερα στην πατρίδα μου θα έμενα εκεί».

Οι Τρεις μήνες στο Κέντρο Φύλαξης δεν ήταν εύκολοι. «Μεγάλα προβλήματα, όλα ήταν πρόβλημα» παρατηρούν σχεδόν με μια φωνή και προσθέτουν. «Το φαγητό κακό, τα ρούχα ανύπαρκτα, η καθαριότητα μηδαμινή. Στριμωγμένοι σε ένα μικρό μέρος με δεκάδες άλλους άγνωστους» Εικοσιπέντε άτομα, εικοσιπέντε παράνομα εισερχόμενοι μετανάστες σε ένα μικρό χώρο, «ο ένας πάνω στον άλλο» όπως αποκαλύπτουν και ο Καδήρ Ισμέτ με την μεγαλύτερη τόλμη προσθέτει: «Δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με τους δικούς μου. Ακόμη και η καθαριότητα ήταν πρόβλημα. Δεν μπορούσα να πλύνω τα χέρια μου όποτε ήθελα πόσο μάλλον να κάνω ένα μπάνιο».

Τούρκοι λαθρο-διακινητές τους πήραν τα χρήματα. Πριν απομακρυνθούν από τα ελληνικά σύνορα τους συνέλαβαν Έλληνες συνοριακοί φύλακες, δυο νεαρά παιδιά από το Μπαγκλαντές, ένα από το Σουδάν και ένα από το Ιράκ, στάθηκαν τυχερά στην ατυχία τους, δεν πέρασαν από το θάνατο των ναρκοπεδίων και τώρα αναζητούν τη δική τους πατρίδα ευχόμενοι όλοι το ίδιο: «Να βρούμε δουλειά. Να ζήσουμε κι εμείς ευτυχισμένοι. Να μας αγκαλιάσει και μας μια πατρίδα. Δεν θέλουμε να κάνουμε κακό, να ζήσουμε θέλουμε».

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.