Εισαγομενη η παραδοσιακη ελληνικη φασολαδα …

Μπορεί να είναι το κατεξοχήν ελληνικό φαγητό, ωστόσο για να το απολαύσουμε στο πιάτο μας θα πρέπει να το εισάγουμε. Ο λόγος για τη φασολάδα, που είναι παραδοσιακό πατροπαράδοτο φαγητό, αλλά και εισαγόμενο. Η παραγόμενη ποσότητα οσπρίων δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών της χώρας μας και γίνονται εισαγωγές. Έτσι, με εισαγωγές καλύπτεται το 46% των αναγκών κατανάλωσης των φασολιών, το 92% της φακής, το 69% των ρεβιθιών και το 15% της κατανάλωσης των κουκιών. Σύμφωνα με Δρ. Κωνσταντίνο Ηλιάδη τακτικό ερευνητή του Ινστιτούτου Κτηνοτροφικών Φυτών η καλλιέργεια των οσπρίων στη χώρα μας είναι εξαιρετικά περιορισμένη και η συνολική έκταση που καταλαμβάνουν ανέρχεται σε 217.000 στρέμματα περίπου. Τα πιο σημαντικά από άποψη κατανάλωσης είναι τα φασόλια που καλλιεργούνται σε 140.000 στρέμματα, η φακή σε 6.730 στρέμματα, τα ρεβίθια σε 17.070 στρέμματα, τα κουκιά καλλιεργούνται σε 32.000 στρέμματα και καταναλώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας (κυρίως σε νησιά), το βρώσιμο λαθούρι (φάβα) σε 4300 στρέμματα και το μπιζέλι σε 430 στρέμματα. Τα όσπρια εξακολουθούν να έχουν τη θέση τους στο ελληνικό τραπέζι παρά τις νέες διατροφικές συνήθειες κι έτσι η ελληνική παραγόμενη ποσότητα δεν επαρκεί.

Είκοσι ποικιλίες οσπρίων προωθεί το Iνστιτούτα

κτηνοτροφικών φυτών

«Θα πρέπει να επιδιωχθεί η από μηδενική βάση η αναδιοργάνωση τόσο της παραγωγής όσο και της εμπορίας των οσπρίων» δηλώνει ο κ. Ηλιάδης και εξηγεί ότι για το ξεκίνημα μιας τέτοιας προσπάθειας θα πρέπει να υπάρξει πρωτοβουλία από κάποιο φορέα (συνεταιριστικό ή ιδιωτικό) που θα αναλάβει πρώτον τη μαζική παραγωγή μέσω συμβάσεων με αγρότες, μεγάλων ποσοτήτων σπόρου μιας ή δυο το πολύ ποικιλιών από κάθε είδος. «Οι ποικιλίες που θα καλλιεργηθούν θα πρέπει να έχουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό τα χαρακτηριστικά της ποιότητας (εμφάνιση σπόρου, βραστικότητα), ώστε και η παραγωγή που θα προκύψει να είναι υψηλής ποιότητας». Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνικές ποικιλίες είναι βραστερές και η εμφάνιση των σπόρων τους ανταποκρίνεται απόλυτα στις απαιτήσεις των καταναλωτών.

Ήδη, το Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών έχει δημιουργήσει και γράψει στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών 20 ποικιλίες διαφόρων ειδών οσπρίων. Οι ποικιλίες αυτές έχουν δοθεί για εκμετάλλευσή τους σε Σποροπαραγωγικές Επιχειρήσεις και άρχισαν να καλλιεργούνται από τους αγρότες. Ανασταλτικός παράγοντας ωστόσο, σύμφωνα με τους ίδιους τους παραγωγούς, αποτελεί η απουσία δικτύου προώθησης της παραγόμενης ποσότητας με αποτέλεσμα οι ίδιοι να είναι αναγκασμένοι να πωλούν στους εμπόρους σε πολύ χαμηλές τιμές ή να προωθούν μόνοι τους την παραγωγή τους πουλώντας λιανική. Χαρακτηριστική η περίπτωση του παραγωγού Ηλία Γκαντίδη – παραγωγός από την Αίγειρο της Ροδόπης – που αποφάσισε να αλλάξει την καλλιέργεια του βαμβακιού παράγοντας ρεβίθια και φασόλια. 3,5 τόνοι η παραγωγή του, που δεν πούλησε σε εμπόρους γιατί έδιναν «ψίχουλα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Παράλληλα, όσοι «τολμούν» να καλλιεργήσουν όσπρια έχουν να αντιμετωπίσουν και τους συναδέλφους τους, παραγωγούς χωρών όπως η Τουρκία, η Βουλγαρία και η Αλβανία, όπου τα όσπρια παράγονται και πωλούνται φθηνότερα.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.