Περασε το νομοσχεδιο για το ξεπλυμα του βρωμικου χρηματο



Την αντίθεσή του στο νομοσχέδιο για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος εκφράζει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, «ιδίως σε διατάξεις που μετατρέπουν το συνήγορο σε καταδότη». Εδώ κι έξι μήνες ο ΔΣΑ αλλά και η Ολομέλεια των προέδρων έχει ασχοληθεί με το θέμα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να ρίξει φως σε υποθέσεις που εμπλέκουν δικηγόρους και δικαστικούς λειτουργούς με παράνομα κυκλώματα. Την άρνησή τους να γίνουν «χαφιέδες» των πελατών τους δηλώνουν οι δικηγόροι, διεκδικώντας τη διατήρηση της εχεμύθειας, του επαγγελματικού απόρρητου και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ο ΠτΘ συνομίλησε με τους προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Ροδόπης και Αλεξανδρούπολης οι οποίοι έχουν την καθαρή πεποίθηση ότι παραβιάζονται συνταγματικά δικαιώματα όπως και ότι οι συνάδελφοί τους δε θα ακολουθήσουν το πρόσταγμα του νόμου.

Γ. Πεταλωτής: «Αντίκειται

στα ατομικά δικαιώματα

και τις προσωπικές ελευθερίες»

Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης, Γιώργος Πεταλωτής εξήγησε ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας ασχολούνται επί ένα εξάμηνο με το θέμα μια και η ελληνική πολιτεία αποφάσισε να ενσωματώσει μια κοινοτική οδηγία για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος. «Εκφράσαμε την άποψή μας και στην ολομέλεια των προέδρων, θεωρούμε αυτό το νόμο απαράδεκτο και αντισυνταγματικό, αντίκειται στην ευρωπαϊκή σύμβαση δικαιωμάτων του ανθρώπου, την οικουμενική διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μια και επιβάλλει οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι φοροτεχνικοί να γίνονται καταδότες των πελατών τους, κάτι που αντίκειται στα ατομικά δικαιώματα και τις προσωπικές ελευθερίες. Σύμφωνα μ’ αυτό το νόμο είναι υπόλογος και υπεύθυνος κάθε δικηγόρος, συμβολαιογράφος και φοροτεχνικός ο οποίος πέφτει στην αντίληψή του συναλλαγή με βρώμικο χρήμα – μια έννοια πολύ ρευστή. Θα πρέπει να την καταδίδει στις αρχές κι αυτό πέρα από το επαγγελματικό απόρρητο έχει να κάνει και με την υπόσταση του νομικού μας πολιτισμού. Είναι ένα θέμα που δεν έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία». Για τον κ. Πεταλωτή το επιχείρημα για την ενσωμάτωση ότι υπάρχει ευρωπαϊκή επιταγή είναι ένας λόγος ανίσχυρος κι όχι ουσιαστικός. «Δεν μπορεί να μας υποχρεώσει η Ε.Ε. να περνάμε νόμους που είναι αντίθετοι με θεμελιώδη νομοθετήματα της εσωτερικής μας νομοθεσίας, όπως είναι το Σύνταγμα, αλλά και με διεθνείς συμβάσεις που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του νομικού μας πολιτισμού.

Υπήρχε νομική δικαιολογία για να μην περάσει αυτός ο νόμος. Από την πλευρά μας όχι μόνο τον καταγγείλαμε αλλά και είναι αυτονόητο ότι θ’ αντισταθούμε στην εφαρμογή του και σε καμία περίπτωση δεν θα υπακούσουμε στις επιταγές ενός τέτοιου νόμου. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης επιχειρεί να δημοσιοποιήσει το θέμα από τη στιγμή που έλαβε γνώση, γιατί θεωρεί ότι αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Προετοιμάζουμε μια εκδήλωση στις αρχές Ιανουαρίου με ομιλητές συναδέλφους εντός κι εκτός Κομοτηνής, καθηγητές πανεπιστημίου, οι οποίοι έχουν ασχοληθεί ενδελεχώς με το ζήτημα.

Είναι υποχρέωσή μας ως δικηγόρων κι ενεργών πολιτών να αντιτασσόμαστε σε τέτοιου είδους νομικές και πολιτισμικές παρεκτροπές».

Η σχέση εμπιστοσύνης δικηγόρου – πελάτη μπορεί να διαταραχθεί και να κλονιστεί εάν ένας δικηγόρος αποφασίσει ν’ ακολουθήσει το γράμμα του νόμου. Ο κ. Πεταλωτής δίνει το παράδειγμα της αντικειμενικής αξίας που αναγράφεται στα περισσότερα συμβόλαια για λόγους φορολογίας, με τη συναίνεση του δικηγόρου. «Εάν η πολιτεία είναι ανίκανη να ελέγξει τα οικονομικά και τα φορολογικά των πελατών της και να δημιουργήσει εμπιστοσύνη στους πολίτες ώστε να είναι όσο το δυνατόν ειλικρινείς, δεν μπορεί να περνάει στην αντίθετη κατεύθυνση, να μετατρέπεται σε μια χώρα αστυνόμευσης και να έχουμε ένα χωροφύλακα, γιατί απλά οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι καλούμαστε να γίνουμε χωροφύλακες του παλιού καιρού. Αυτές οι μεθοδεύσεις μας φέρνουν 200 και 300 χρόνια πίσω, σε εποχές πριν τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Ο νομικός κόσμος σύσσωμος δε θα πρέπει να εφαρμόσει το νόμο» κατέληξε.

Β. Λαμπάκης :

«Δεν μπορούμε να

λειτουργούμε σαν καταδότες»

Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αλεξανδρούπολης, Βαγγέλης Λαμπάκης μίλησε στον ΠτΘ για το νέο νόμο.

«Παρέμεινε κακούργημα, όπως άλλωστε καλεί η φιλοσοφία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το θέμα για τους δικηγόρους είναι ότι μας φέρνει σε πολύ δύσκολη θέση, δημιουργεί πρόβλημα στην απρόσκοπτη παροχή υπηρεσιών με βάση το λειτούργημά μας προς τους πελάτες – εντολείς μας κι έρχεται σε σύγκρουση με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί απιστίας και με θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου περί εχεμύθειας. Δεν μπορούμε για πληροφορίες που έχουμε κατά την άσκηση των καθηκόντων μας σε προσφερόμενες προς τους πελάτες μας υπηρεσίες να λειτουργούμε ως καταδότες. Αυτό είναι, για εμάς τους δικηγόρους, το νόημα και η φιλοσοφία του νομοσχεδίου που ψηφίστηκε στη Βουλή. Αυτό συμβαίνει μάλιστα και με μικροποσά, σε περίπτωση ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, σε ποσά άνω των 15.000 ευρώ, δηλαδή ακόμη και σ’ ένα αντίγραφο πωλήσεως ενός ακινήτου όπου θα υπάρχει απόκρυψη του αληθινού τιμήματος κι εμείς θα το γνωρίζουμε, άρα θα πρέπει να το καταδώσουμε στην αρμόδια αρχή. Αυτό συγκρούεται απολύτως με τις αρχές του λειτουργήματός μας και με τη βάση του όρκου μας και μας δημιουργεί πολύ μεγάλο πρόβλημα στη σχέση μας με τους πελάτες μας και τη θεραπεία του δικαίου».

Ο κ. Λαμπάκης εξηγεί ότι η συμπεριφορά του δικηγόρου υπαγορεύεται από την όλη φιλοσοφία και νοοτροπία του, καθώς αναφέρεται σε παραδείγματα ευρωπαϊκών χωρών όπου έχουμε εφαρμογή της οδηγίας της Ε.Ε. «Στην Αγγλία έχουμε 5.000 αναφορές από δικηγόρους, στη Γαλλία καμία, στην Ιταλία 700. Έχει να κάνει με την αντίληψη των δικηγόρων, το κατά πόσο έχουν δημοκρατική ευαισθησία και με τα ήθη κι έθιμα που επικρατούν στους χώρους όπου ασκούν δικηγορία».

Το ερώτημα που γεννάται είναι οι σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη και δικηγόρου, σε περίπτωση που ο δικηγόρος παραβιάσει τη σχέση εχεμύθειας με κάποιον πελάτη. Για τον κ. Λαμπάκη αυτή είναι μια άλλη πλευρά του προβλήματος, η οποία ακουμπά στην ψυχολογία του πελάτη. «Έχει να κάνει με το κατά πόσο ο πελάτης – εντολέας έχει την αίσθηση του καταδότη για τον εντολοδόχο του και είναι προσεγγιστικός στο να προσφύγει σε παροχή υπηρεσιών από πλευράς του εντολοδόχου του σε επόμενη υπόθεση. Εμείς οι δικηγόροι δεν ασκούμε μόνο λειτούργημα αλλά κι επάγγελμα διότι είμαστε αναγκασμένοι να βγάζουμε το όποιο μεροκάματο – μικρό για πάρα πολλούς δικηγόρους και μεγάλο για λίγους μεγαλοδικηγόρους – επομένως έχουμε πρόβλημα».

Αυτονόητα σε μικρές πόλεις εάν προκύψει περιστατικό με δικηγόρο που έχει καταγγείλει πελάτη του η υπόθεση θα γίνει γνωστή. «Για μας τους δικηγόρους των περιφερειακών πρωτοδικείων και των δικηγορικών συλλόγων είναι ένα πρόσθετο πρόβλημα. Ακόμη κι αν κάνεις 1.000 καλά, ακόμη κι αν έχεις 1.000 επιτυχίες μία υπόθεση αποτυχίας μπορεί να εξισορροπήσει και ν’ αμφισβητήσει τις 1.000 καλές.

Ελπίζω ότι στην εφαρμογή του νόμου θα υπάρξει άρνηση των δικηγόρων ν’ αναφέρουν γιατί πάνω απ’ όλα μετράει το δίκαιο. Κι αν ένας νόμος ή οδηγία της Ε.Ε. δεν οδηγεί σε θεραπεία δικαίου αλλά σε άδικες καταστάσεις είναι ανεφάρμοστος. Θεωρώ ότι οι έλληνες δικηγόροι είμαστε ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι σε θέματα δημοκρατίας και υλοποίησης υποχρεώσεων που προκύπτουν μέσα από τον όρκο μας και τον κώδικα περί δικηγόρων και θα στρέψουμε την πλάτη μας, αρνούμενοι να γίνουμε καταδότες των εντολέων μας».

Ο κ. Λαμπάκης εξήγησε στη συνέχεια ότι οι δικηγόροι δια των εκπροσώπων τους έχουν μεταφέρει από καιρό τις αντιρρήσεις τους στο νόμο. «Αυτό έχει γίνει και μέσα από την Ολομέλεια των 63 προέδρων των δικηγορικών συλλόγων. Έχουμε κάνει πολλά έντονα διαβήματα στο υπουργείο Δικαιοσύνης και σε άλλους θεσμοθετημένους φορείς της δικαιοσύνης, πολλά έγγραφα διαμαρτυρίας όπως και προτάσεις αλλά δυστυχώς δεν εισακουστήκαμε. Αν και η κοινωνία πιστεύει ότι ο δικηγορικός κόσμος είναι παντοδύναμος επειδή δεν είναι κατοχυρωμένος ο θεσμικός μας ρόλος δημιουργούνται μια σειρά από προβλήματα. Αν ήμασταν όντως παντοδύναμοι θα είχε απαλειφθεί αυτή η διάταξη που αφορά τους δικηγόρους και δημιουργεί ένα τόσο μεγάλο πλήγμα στην επαγγελματική μας τάξη». Ο νόμος ψηφίστηκε προχθές και είναι σε εφαρμογή από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβέρνησης.

Ο κ. Λαμπάκης καταλήγει με τη σιγουριά της τήρησης της εχεμύθειας. «Εμείς οι δικηγόροι θα προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας όπως τις προσφέραμε μέχρι τώρα. Ο νομικός κόσμος πρέπει να σέβεται την πολιτεία, τα συντεταγμένα όργανά της και πάνω απ’ όλα τους νόμους, αλλά δεν μπορώ να γίνω καταδότης των πελατών μου, σε καμία περίπτωση» καταλήγει καταγορηματικά.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.