Η Ευρωπη των γλωσσων

Οι έλληνες ανήκουν στους ευρωπαίους που αγαπούν να μαθαίνουν και να μιλούν ξένες γλώσσες και σ’ αυτή την επιλογή έχει συμβάλλει σημαντικά ο τουρισμός και οι αυξημένες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Παρόλο που οι διδασκόμενες στη δημόσια εκπαίδευση γλώσσες έχουν εμπλουτιστεί με τα γερμανικά εδώ και αρκετά χρόνια παραμένουν τα κενά των ιταλικών και των ισπανικών, γλώσσες που έχουν κατακτήσει τους έλληνες και επιλέγουν να τις μαθαίνουν κύρια μετά την ενηλικίωσή τους.

Σε επίπεδο Ευρώπης, όπου οι επίσημες γλώσσες είναι 20, η τάση για εκμάθηση ξένων γλωσσών βαίνει αυξανόμενη, λόγω και των δυνατοτήτων εύρεσης εργασίας σε χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα αγγλικά κρατούν την πρωτοκαθεδρία, ενώ σε κάποιες χώρες τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά διδάσκονται ως εναλλακτικές γλώσσες στα σχολεία.

Στο κείμενο που ακολουθεί (από την εφημερίδα για την ξενόγλωσση εκπαίδευση «Ο κόσμος της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης») παρουσιάζεται το τοπίο των ξένων γλωσσών στην Ευρώπη και μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «δεν είναι σύνηθες φαινόμενο οι νέοι της Ευρώπης να μιλούν διαφορετικές γλώσσες στο σπίτι και το σχολείο». Η πραγματικότητα αυτή έχει βέβαια της εξαιρέσεις της και μάλιστα αν σταθούμε στο νομό Ροδόπης θα δούμε ότι τα παιδιά της μειονότητας έχοντας σαν μητρική γλώσσα την τουρκική όταν πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο εξοικειώνονται ή οφείλουν να εξοικειώνονται και με την ελληνική. Αν και τα άτομα που μεγαλώνουν σε δίγλωσσο περιβάλλον στην Ευρώπη ή την Αμερική έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι στους υπόλοιπους, γιατί στην παιδική ηλικία είναι πολύ εύκολη η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, στη Θράκη η διγλωσσία δεν έχει κατακτηθεί κι επιπλέον το θέμα της διδασκαλίας των βασικών μαθημάτων στους μουσουλμάνους, τουρκόφωνους μαθητές αναδεικνύεται σε μείζον πρόβλημα (πολιτικό συνήθως) κι όχι σε πλεονέκτημα αυτών των παιδιών.

Μια ακόμη παρατήρηση που θα πρέπει να γίνει σε σχέση με την εκμάθηση των ξένων γλωσσών, τουλάχιστον σε επίπεδο Ελλάδας, είναι ότι όλο και περισσότερο η μάθηση περιορίζεται στη γνώση αυτής και μόνο της γλώσσας – γραμματική, συντακτικό, βασικό λεξιλόγιο – και δεν περιλαμβάνει το μείζον θέμα του πολιτισμού που συνοδεύει τη γλώσσα. Η δε εκμάθησή της, τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες, συνδέεται άμεσα και εξαρτάται από την απόκτηση κάποιου πτυχίου που «πιστοποιεί» τη γνώση της γλώσσας αυτής, πτυχίο που είναι απαραίτητο για μια θέση στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα. Η Ευρώπη των γλωσσών δεν είναι δυστυχώς κι Ευρώπη των πολιτισμών, διαπίστωση που παραπέμπει στην διαρκή εξαφάνιση γλωσσών και διαλέκτων ανά την υφήλιο λόγω του σύγχρονου «πολιτισμού».

Μαρία Αμπατζή

Αριθμοί Κλειδιά για τη Διδασκαλία Ξένων Γλωσσών στο Σχολείο στην Ευρώπη

Η διδασκαλία ξένων γλωσσών γίνεται ολοένα πιο σημαντική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου υπάρχουν 20 επίσημες γλώσσες, χωρίς να αναφέρουμε τις τοπικές γλώσσες ή τις γλώσσες μειονοτήτων και εκείνες που χρησιμοποιούνται από μετανάστες. Η διατήρηση της γλωσσικής ποικιλομορφίας και η επάρκεια των ξένων γλωσσών σε διεθνές επίπεδο αποτελούν θέμα της Ευρωπαϊκής συνεργασίας. Το 2002, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης επιβεβαίωσε την ανάγκη για επισταμένη προσπάθεια βελτίωσης της δεξιοτεχνίας των βασικών δεξιοτήτων, ιδιαιτέρως με τη διδασκαλία τουλάχιστον δύο γλωσσών από πολύ μικρή ηλικία.

Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο «Ευρυδίκη» θα αφιερώνει μια ειδική μελέτη «Αριθμοί Κλειδιά» μία φορά κάθε δύο χρόνια στη διδασκαλία γλωσσών στο σχολείο. Η παρούσα πρώτη έκδοση αυτής της μελέτης περιλαμβάνει 37 δείκτες που παρουσιάζουν μια εικόνα της κατάστασης σε 30 ευρωπαϊκές χώρες.

Η έκδοση αυτή έγινε με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ελάχιστοι μαθητές μεγαλώνουν σε δίγλωσσο περιβάλλον

Ελάχιστες χώρες αναγνωρίζουν επίσημα τις τοπικές γλώσσες ή τις γλώσσες μειονοτήτων εντός των συνόρων τους. Όπου γίνεται αυτό, η επισημοποίηση αυτών των γλωσσών περιορίζεται στην περιοχή όπου μιλιούνται, όπως στην Ισπανία και την Ιταλία. Είτε είναι επίσημες είτε όχι, οι τοπικές γλώσσες ή οι γλώσσες μειονοτήτων συμπεριλαμβάνονται στα προγράμματα σπουδών στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Γενικά, δεν είναι σύνηθες φαινόμενο οι νέοι της Ευρώπης να μιλούν διαφορετικές γλώσσες στο σπίτι και στο σχολείο. Η αναλογία των μαθητών ηλικίας 9 ή 10 χρόνων, οι οποίοι στο σπίτι μιλούν διαφορετική γλώσσα, είναι αμελητέα εκτός από την Ολλανδία, τη Σλοβακία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, όπου το ποσοστό είναι 2%. Οι μαθητές ηλικίας 15 χρόνων γενικά μιλούν την ίδια γλώσσα στο σπίτι και στο σχολείο. Σε μόλις πέντε χώρες1, πάνω από το 15% των 15χρονων μαθητών μιλούν διαφορετικές γλώσσες. Επομένως οι περισσότεροι νέοι στην Ευρώπη που μαθαίνουν μια δεύτερη γλώσσα τη μαθαίνουν στο σχολείο.

Η εκμάθηση δύο γλωσσών στο σχολείο είναι δυνατή αλλά όχι πάντοτε υποχρεωτική

Είναι υποχρεωτική η διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, εκτός από την Ιρλανδία και τη Σκοτία. Αυτό συμβαίνει από το Δημοτικό ή σε πιο μικρή ηλικία σε μερικές Αυτόνομες Κοινότητες, στην Ισπανία. Ανάμεσα στο 1974 και το 2003, συζητήθηκε το θέμα της ηλικίας για τη διδασκαλία της πρώτης ξένης γλώσσας και τώρα γίνονται κάποιες αλλαγές. Όλοι οι μαθητές πρέπει να διδάσκονται μια ξένη γλώσσα τουλάχιστον, μέχρι το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, εκτός από την Ιταλία και την Ουαλία.

Όλοι οι μαθητές αρχίζουν να μαθαίνουν μια δεύτερη γλώσσα από το Δημοτικό στην Εσθονία, το Λουξεμβούργο, τη Σουηδία και την Ισλανδία. Εντούτοις είναι υποχρεωτική στην Β/θμια Εκπαίδευση. Στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών, οι μαθητές πρέπει να μάθουν ξένες γλώσσες, για ένα χρόνο τουλάχιστον στη διάρκεια τις υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Στην Ιρλανδία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, στις οποίες η κεντρική διοίκηση θέτει λιγότερο αυστηρούς κανονισμούς, τα σχολεία μπορεί να αποφασίσουν αν είναι δυνατό ή υποχρεωτικό για τους μαθητές, να μαθαίνουν δύο γλώσσες. Σε μερικές χώρες, είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές να μάθουν δύο ξένες γλώσσες μόνο στην ανώτερη Γενική Β/θμια Εκπαίδευση2.

Οι μισοί μαθητές στην Ευρώπη μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα στην Α/θμια Εκπαίδευση

Στην Α/θμια Εκπαίδευση, τα ποσοστά συμμετοχής αποκαλύπτουν ότι το 2002, περίπου οι μισοί μαθητές διδάχτηκαν τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα. Αυτό το ποσοστό έχει αυξηθεί σημαντικά από το 1998 σε αρκετές κεντρικές και ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως και στη Δανία, την Ισπανία, την Ιταλία και την Ισλανδία. Αυτή η τάση σχετίζεται με μεταρρυθμίσεις για την ηλικία εκμάθησης της πρώτης ξένης γλώσσας.

Στο Λουξεμβούργο το 80% των μαθητών στην Α/θμια Εκπαίδευση μαθαίνουν δύο ξένες γλώσσες, ενώ στην Εσθονία, τη Φιλανδία, τη Σουηδία και την Ισλανδία το ποσοστό είναι πάνω από το 10%.

Στην κατώτερη Β/θμια Εκπαίδευση σε ελάχιστες χώρες πάνω από το 10% των μαθητών δεν μαθαίνουν καμία ξένη γλώσσα3. Ο μέσος αριθμός των γλωσσών που διδάσκονται ποικίλει ανάμεσα στο 1 και 1,9 στις περισσότερες χώρες. Σε οκτώ ώρες4, πάνω από το 70% των μαθητών στην κατώτερη Β/θμια Εκπαίδευση διδάσκονται τουλάχιστον δύο γλώσσες.

Αγγλικά – είτε μάθημα επιλογής είτε υποχρεωτικό – είναι η κύρια ξένη γλώσσα που διδάσκεται

Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες-μέλη, πάνω από τις μισές χώρες, τα 15 πρώην μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζουν ποια ξένη γλώσσα πρέπει να διδάσκεται πρώτη. Συνήθως, αυτή η γλώσσα είναι τα Αγγλικά. Σε κάποιες χώρες είναι υποχρεωτικές διαφορετικές γλώσσες για ιστορικούς ή πολιτικούς λόγους5.

Στη διδασκαλία των ξένων γλωσσών κυρίαρχη θέση κατέχουν οι γλώσσες που έχουν ως βάση τις Γερμανικές γλώσσες (Αγγλικά, Γερμανικά και λιγότερο Ολλανδικά) και οι Λατινογενείς γλώσσες (κυρίως Γαλλικά και λιγότερο Ισπανικά και Ιταλικά). Οι χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης συνήθως διδάσκουν Ρωσικά. Σε μερικές χώρες ως εναλλακτικές στις σύγχρονες γλώσσες, διδάσκονται Λατινικά και αρχαία Ελληνικά. Στη Γερμανία και τη Γαλλία προσφέρεται μια ασυνήθιστα μεγάλη ποικιλία ξένων γλωσσών.

Τα Αγγλικά είναι η πιο διαδεδομένη γλώσσα που διδάσκεται στην Α/θμια Εκπαίδευση, εκτός από τις δύο προαναφερόμενες χώρες και τη Ρουμανία. Το ποσοστό των μαθητών που διδάχθηκαν Αγγλικά στη Β/θμια Εκπαίδευση αυξήθηκε μεταξύ του 1998 και του 2002, ιδιαίτερα στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Μόλις πέντε γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά και Ρωσικά) αποτελούν το 95% των γλωσσών που διδάσκονται στη Β/θμια Εκπαίδευση στην Ευρώπη. Τα Γερμανικά και τα Γαλλικά κατέχουν τη δεύτερη θέση, τα Γερμανικά είναι πιο διαδεδομένα στις χώρες της βόρειας, κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, ενώ τα Γαλλικά στις νότιες και γερμανόφωνες χώρες. Τα Ρώσικα καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση στα Βαλτικά κράτη και στη Βουλγαρία. Σε τέσσερις μόλις χώρες μια άλλη γλώσσα είναι δεύτερη, δηλαδή τα Ισπανικά στη Γαλλία, τα Ιταλικά στη Μάλτα, τα Σουηδικά στη Φιλανδία και τα Δανικά στην Ισλανδία. Η διδασκαλία της δεύτερης γλώσσας είναι υποχρεωτική στις δύο τελευταίες χώρες.

Μη ειδικευμένοι καθηγητές διδάσκουν συχνά στην Α/θμια Εκπαίδευση ενώ στη Β/θμια διδάσκουν καθηγητές που έχουν ειδικευτεί στις γλώσσες

Στις Α/θμια Εκπαίδευση, οι ξένες γλώσσες διδάσκονται από μη ειδικευμένους καθηγητές. Από την κατώτερη Β/θμια Εκπαίδευση η διδασκαλία των ξένων γλωσσών αποτελεί ευθύνη των ειδικών. Μόνο η Ιρλανδία, η Λετονία, η Λιθουανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (εκτός από τη Σκωτία) δεν εξειδικεύουν τα προσόντα των καθηγητών γλώσσας.

Τα ιδρύματα εκπαίδευσης των καθηγητών καθορίζουν το περιεχόμενο των σπουδών. Σε χώρες όπου οι εκπαιδευτικές αρχές δίνουν οδηγίες, η κατάρτιση περιλαμβάνει μαθήματα για τη θεωρία στη διδασκαλία γλωσσών και τοποθετήσεις στα σχολεία. Σε λίγες χώρες είναι υποχρεωτικό να επισκέπτονται χώρες όπου χρησιμοποιείται η γλώσσα που διδάσκεται6.

Εντατική διδασκαλία στη Β/θμια Εκπαίδευση

Σε χώρες με επίσημες οδηγίες για το χρόνο διδασκαλίας, ο υποχρεωτικός χρόνος στην Α/θμια Εκπαίδευση κυμαίνεται μεταξύ 30 και 50 ώρες το χρόνο. Ο αριθμός των ωρών έχει αλλάξει λίγο τα τελευταία δέκα χρόνια. Στη Β/θμια Εκπαίδευση, εντούτοις, ο αριθμός υποχρεωτικών ωρών για τις γλώσσες, έχει αυξηθεί ελαφρώς στις μισές ευρωπαϊκές χώρες. Οι μαθητές διδάσκονται κατά μέσο όρο πάνω από 90 ώρες, ενώ στη Δανία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα και το Γερμανικό Γυμνάσιο πάνω από 200 ώρες. Γενικά η διδασκαλία ξένων γλωσσών ως υποχρεωτικό μάθημα αντιπροσωπεύει το 10-15% του συνολικού διδακτικού χρόνου.

Όσο περισσότερο διδάσκεται η πρώτη ξένη γλώσσα τόσο μεγαλύτερος ο χρόνος διδασκαλίας της. Αυτό δεν ισχύει στην Αυστρία και την Νορβηγία, όπου ο χρόνος είναι περιορισμένος. Όπου δύο γλώσσες είναι υποχρεωτικές, η πρώτη απαιτεί τον περισσότερο χρόνο. Η διαφορά κυμαίνεται στις μία με δύο ώρες ή ακόμη περισσότερο στη Γερμανία (Γυμνάσιο), τη Γαλλία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία και το Λιχτεστάιν.

Όπου ο αριθμός των μαθητών στην τάξη είναι καθορισμένος, οι ώρες δεν εξαρτώνται από το μάθημα. Παρ’ όλα αυτά σε μερικές χώρες οι αναλογίες καθηγητών/μαθητών είναι πιο γενναιόδωρες στη διδασκαλία των γλωσσών7

————————————

1 Η Φλαμανδική Κοινότητα του Βελγίου (34%), η Ισπανία(15%), η Ιταλία(16%), το Λουξεμβούργο(29%), το Λιχτενσταίν(21%).

2 Βλ. Πίνακα Β4.

3 Αυτό ισχύει μόνο στην Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

4 Αυτό ισχύει στην Εσθονία, την Ελλάδα, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, τη Φιλανδία, τη Σουηδία και την Ισλανδία.

5 Αυτό ισχύει στις Γερμανόφωνες και Φλαμανδικές Κοινότητες του Βελγίου (για τα Γαλλικά), στο Λουξεμβούργο (για τα Γερμανικά και τα Γαλλικά), στη Φιλανδία (για να Φιλανδικά και τα Σουηδικά) και στην Ισλανδία (για τα Δανικά).

6 Αυτό ισχύει στο Λουξεμβούργο και στη Σκοτία.

7 Η Τσεχία, η Ισπανία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Ουγγαρία και η Πολωνία. Μόνο στην Α/θμια Εκπαίδευση. Γερμανία και Πορτογαλία. Στην υποχρεωτική Β/θμια Εκπαίδευση μόνο Σλοβακία.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.