«Η ευλογια να εχουν ζησει ενα μεγαλο ερωτα»
«ΔΕ ΝΟΜΙΖΩ πως έθαβε το πάθος των γυναικών γιατί η Νίκη είναι μια γυναίκα η οποία ερωτεύεται παράφορα και νομίζω πως το πάθος της θα το κρατήσει μια ολόκληρη ζωή, όχι μόνο για το Νόρμαν αλλά και για τη ζωή». Είναι η άποψη της συγγραφέως – σεναριογράφου Ιωάννας Καρυστιάνη για τις Νύφες της. Τις 700 Νύφες που κέντησε στη λευκή σελίδα για να τις πάρει ο Παντελής Βούλγαρης και να τους δώσει σάρκα και οστά στην έξοχη παραγωγή του Μάρτιν Σκορσέζε. Όταν ένας συγγραφέας μιλάει – έχοντας πάρει τις απαραίτητες χρονικές αποστάσεις από το έργο του – για τα πρόσωπα που δημιούργησε σαν η ζωή τους να συνεχίζεται και οι επιλογές τους να είναι καθαρά δικές τους, τότε σημαίνει ότι έπλασε χαρακτήρες ολοκληρωμένους, επομένως η ιστορία στηρίζεται πολύ καλά. Αυτό το διαπιστώνει με ικανοποίηση ο θεατής της ταινίας του Βούλγαρη.
Αυτό που διαπιστώνει όμως ο συνομιλητής της Ιωάννας Καρυστιάνη και του Παντελή Βούλγαρη είναι ότι τις «Νύφες» τις σεβάστηκαν, τις αγάπησαν και τις προστάτευσαν, γνωρίζοντας ότι είναι ένα «ιερό» κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Κι όπως ομολογεί η συγγραφέας σε μια άλλη της συνέντευξη για το happy end «την κρίσιμη στιγμή να σκεφτείς και να σεβαστείς και τους άλλους». Γι’ αυτό και οι Νύφες είναι ηρωικές και αποδείχθηκαν έξοχες μούσες της 7ης Τέχνης.
Η προσμονή της ευτυχίας
ΠτΘ: κ. Καρυστιάνη, η κάθε νύφη περιμένει κάτι από το γάμο της, ακόμη κι αν ο γάμος γίνεται με προξενιό, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τι πιστεύετε ότι περίμεναν οι «Νύφες» σας, δεδομένης και της προδιαγεγραμμένης μοίρας τους;
Ι.Κ.: Έχω πολλά βιώματα μέσα στην ίδια μου την οικογένεια, την πατρική και την ευρύτερη, από νύφες της φωτογραφίας – όχι βέβαια του ’22 – αλλά και από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Δεν ήταν κάτι το καινούριο για μένα όταν με τον Παντελή στο Μουσείο των Μεταναστών στη Νέα Υόρκη πέσαμε πάνω σ’ αυτό το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα των «Τάιμς» της Νέας Υόρκης. Η διασπορά πάντα μάς ενδιέφερε, το ταξίδι, ο ξενιτεμός, το να φεύγεις μακριά από την πατρική εστία, από το μέρος που έχεις γεννηθεί που βιώνεις την καθημερινότητα. Αυτή ήταν η αρχική αναστάτωση που μας κινητοποίησε για την ταινία.
ΠτΘ: Τι περιμένουν οι νύφες από το γάμο;
Ι.Κ.: Οι άνθρωποι, όταν δεσμεύονται να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους μ’ ένα σύντροφο, κατ’ αρχήν θέλουν να υπάρχει ένα επίπεδο συνεννόησης κι ένα επίπεδο ασφάλειας που θα μπορέσει να απαλύνει πληγές του παρελθόντος. Μιλώ συγκεκριμένα για εκείνες τις γυναίκες που τις έδιωχνε από τις εστίες τους ο πόλεμος και η φτώχια. Οπότε, το μεγάλο δέλεαρ, η προσμονή και η ελπίδα πηγαίνοντας στην Αμερική, ήταν να συναντήσουν ασφάλεια, μια χώρα που θα τους δώσει τη δυνατότητα να λειτουργήσουν σαν προπομποί για τις υπόλοιπες αδελφές και τους υπόλοιπους συγγενείς που κι αυτοί θα μπορούσαν να βρουν ένα σωσίβιο στην άλλη άκρη του κόσμου. Και βέβαια, παράλληλα με όλα αυτά ένα σύντροφο καλό για να πορευτούν μαζί στις δυσκολίες της ζωής.
ΠτΘ: Η ανέχεια, η οικονομική και πολιτική κατάσταση ήταν αυτή που οδηγούσε τις Νύφες…
Ι.Κ.: Και οδηγεί.
ΠτΘ: Και οδηγεί τις Νύφες με μια φωτογραφία στο χέρι και με μια άλλη σταλμένη που έχει περάσει από θάλασσες κι έχει φτάσει σ’ ένα παραλήπτη – γαμπρό, τις οδηγεί σ’ ένα γάμο – σύμβαση. Όπως σήμερα οι άνθρωποι γνωρίζονται μέσα από μια φωτογραφία στο διαδίκτυο κι επικοινωνούν.
Αυτό μάς δίνει την αίσθηση ότι θαβόταν το πάθος νέων γυναικών και μάλιστα γυναικών που προέρχονταν από χώρες όπως η Ελλάδα, η Τουρκία, η Ρωσία και φημίζονταν για το πάθος τους.
Ι.Κ. Δε νομίζω πως έθαβε το πάθος των γυναικών γιατί η Νίκη είναι μια γυναίκα η οποία ερωτεύεται παράφορα και νομίζω πως το πάθος της θα το κρατήσει μια ολόκληρη ζωή, όχι μόνο για το Νόρμαν αλλά και για τη ζωή. Απλώς η κάθε εποχή και οι κοινωνικές συνθήκες βάζουν προτεραιότητες που συχνά είναι διαφορετικές από αυτή την πολυτέλεια που έχουμε στη δική μας την εποχή, όπου έχουν λυθεί βασικά προβλήματα για κάποιες κατηγορίες ανθρώπων και κοινωνικές ομάδες. Το να μην υπάρχει δουλειά – που θα πρέπει να είναι το αυτονόητο δικαίωμα για κάθε πολίτη αυτού του κόσμου – να μην υπάρχει ασφάλεια για να μεγαλώσει κανείς τα παιδιά του, βάζει άλλες προτεραιότητες στις γυναίκες του τότε και στις γυναίκες και τους άντρες του σήμερα.
Σωματέμποροι τότε και τώρα
ΠτΘ: Υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στις Νύφες και σε κάποιες άλλες γυναίκες που ξενιτεύονται ίσως όχι για κάποιο γάμο αλλά για άλλα «συμβόλαια» που έχουν να κάνουν με το σώμα ή την ψυχή τους;
Ι.Κ.: Διατυπώνεται κάτι τέτοιο και στην ταινία. Από την έρευνα που είχα κάνει βρήκα ότι από τα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου η σωματεμπορία ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη με πρωτεργάτες κάποιους ιταλούς και άλλους μαστροπούς από τις χώρες της Ανατολής. Ένα μικρό ποσοστό γυναικών βάδιζαν στο άγνωστο. Το βλέπουμε αυτό και στις μέρες μας με την ανθηρή βαριά βιομηχανία της πορνείας, όπου εξαντλημένα πλάσματα, τα πιο ευάλωτα πλάσματα όπως είναι οι γυναίκες, μέσα στην απόγνωση της σημερινής εποχής οδηγούνται και κλειδώνονται πάνω από μπαράκια, ξενοδοχεία επαρχιακά ή των μεγάλων πόλεων, με την κάλυψη ή την ανοχή πολλές φορές της Αστυνομίας και μιας αλυσίδας παραγόντων. Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει. Θα έλεγα μάλιστα ότι στην εποχή μας έχουν πάρει πολύ πιο δραματικές διαστάσεις και με κυνισμό. Καθημερινά, στις εφημερίδες και την τηλεόραση βλέπουμε τέτοιες ιστορίες κι επειδή τις έχουμε συνηθίσει η αντίδραση είναι μειωμένη.
ΠτΘ: Λέγεται ότι ένα έργο Τέχνης έχει ένα σκοπό. Οι Νύφες είχαν ένα σκοπό μέσα στο μυαλό σας ή είχαν τέτοια δυναμική λόγω του αριθμού τους και των όσων κουβαλούσαν που σας πήγαν κάπου αλλού;
Ι.Κ.: Όσο καλά κι αν ξέρεις το υλικό σου στην αρχή κι έχεις προδιαγράψει μια ιστορία όταν αρχίσεις να τη δουλεύεις με λεπτομέρειες είναι σίγουρο κι ευκταίο ότι τα σεναριακά πρόσωπα εφόσον τα πλάσεις με μια αληθοφάνεια μπορούν να σε οδηγήσουν και λίγο παραπέρα. Ενώ ήξερα σε γενικές γραμμές την ιστορία μπορώ να πω ότι πολλές φορές ταξίδευα κι εγώ σαν άνθρωπος στη θάλασσα χωρίς σωσίβιο, ψάχνοντας πώς θα νιώσω πιο κοντά σ’ αυτές τις 700 γυναίκες, τις εγκλωβισμένες σ’ αυτό το σκοτεινό χώρο της τρίτης θέσης. Προέκυψαν αρκετές αλλαγές και από εμένα και σε συνεργασία με τους αμερικανούς συνεργάτες. Ήταν μια ιστορία που ξεκίνησε με δική τους προτροπή. Το πράσινο φως δόθηκε από την εταιρία του Μάρτιν Σκορσέζε.
Ο μαγικός κόσμος του κινηματογράφου
ΠτΘ: κ. Βούλγαρη, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε δουλεύοντας μ’ ένα διεθνές καστ και αντιμετωπίζοντας μια ιστορία που έχει να κάνει με τα ήθη, τα έθιμα, μ’ ένα κομμάτι της Ελλάδας;
Π.Β.: Πράγματι, αυτή η ταινία ήταν δύσκολη, όπως και κάθε ταινία. Κάθε ταινία έχει τα δικά της προβλήματα. Καμιά φορά γκρίνιαζα με τις δυσκολίες και μού ‘λεγε η Ιωάννα ‘δε θυμάσαι τι γινόταν και στις προηγούμενες;’. Αλλά όταν τελειώνει μια ταινία όλα αυτά ξεχνιούνται και ήδη ό,τι έζησα και σε ό,τι δοκιμάστηκα στη διαδικασία αυτών των ετών έχουν μείνει στο παρελθόν και με αφορά πλέον η ταινία, το πώς θα επικοινωνήσει με το κοινό και τι θα κάνω από δω και πέρα. Ένα ατού μου είναι ότι κατά τη διάρκεια του γυρίσματος δημιουργώ ένα τέτοιο κλίμα και μια ατμόσφαιρα ώστε οι ηθοποιοί, οι τεχνικοί, οι καλλιτεχνικοί συνεργάτες αφήνονται να διατυπώσουν δικές τους ιδέες, παρατηρήσεις, αντιρρήσεις πολλές φορές, γιατί μέσα από τη σύνθεση και το διάλογο μπορεί να προκύψει κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που έχω στο μυαλό μου.
Είχα δυσκολίες με τους τρεις ξένους ηθοποιούς γιατί τ’ αγγλικά μου δεν είναι πάρα πολύ καλά. Θυμήθηκα όμως ένα ντοκιμαντέρ που είχα δει για τον Ίγκμαρ Μπέργκμαν, ο οποίος είχε γυρίσει μια ταινία στη Γερμανία όπου οι ηθοποιοί του μιλούσαν γερμανικά κι αυτός δε μιλούσε καθόλου. Υπάρχει μία γλώσσα κοινή στον κινηματογράφο. Οι άνθρωποι που δουλεύουν στον κινηματογράφο μ’ ένα βλέμμα, μ’ ένα χάδι, με μισή λέξη επικοινωνούν.
Χρησιμοποίησα αυτή τη γλώσσα του σινεμά και είχα κοντά μου ένα πολύ καλό μεταφραστή ο οποίος με συμπλήρωνε κι έτρεχε πριν από μένα. Οι τρεις ηθοποιοί που χρησιμοποιήσαμε είναι πολύ σοβαροί επαγγελματίες, σχεδόν έρχονται έτοιμοι και με ερωτηματικά στα συγκεκριμένα προβλήματα που μπορεί να έχει η κάθε σκηνή. Αυτά τα επιλύσαμε αρκετά νωρίς πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα.
Επιπλέον και οι τρεις ηθοποιοί είχαν τη διάθεση να κάνουν ένα πολύ καλό φιλμ στην Ελλάδα. Βοήθησαν πολύ τους νέους έλληνες ηθοποιούς, οι οποίοι όπως ήταν φυσικό είχαν κάποιο δισταγμό δουλεύοντας με πολύ έμπειρους συναδέλφους τους.
Από την άλλη, η αναβίωση μιας τέτοιας εποχής για ένα σκηνοθέτη στην Ελλάδα σημαίνει ότι πρέπει να ξεκινήσει από το μηδέν. Δεν υπάρχουν πληροφορίες, δεν υπάρχουν αντικείμενα, δεν υπάρχουν κοστούμια, δεν υπάρχουν οι πόλεις και οι χώροι για να στήσεις το κατάλληλο σκηνικό εποχής. Αυτό συνεπάγεται πολύ χρόνο προετοιμασίας με τους ανθρώπους που έχω επιλέξει, το σκηνογράφο, τον ενδυματολόγο και το διευθυντή φωτογραφίας, ώστε κομματάκι – κομματάκι κάθε σκηνή που έχει γράψει η Ιωάννα να πάρει σάρκα και οστά.
Αναρωτιόμουν γιατί ήταν πολύ καλό το σενάριο των «Νυφών». Κατ’ αρχήν η ιστορία έχει μια ιδιαιτερότητα και από σκηνή σε σκηνή δημιουργείται ενδιαφέρον. Οι διάλογοι είναι πολύ ουσιαστικοί και ποιητικοί και οι απολύτως απαραίτητοι. Το πρόβλημα του σκηνοθέτη είναι να εμφυσήσει μέσα αίμα κι αυτούς τους χαρακτήρες που είναι δακτυλογραφημένοι να τους στήσει στα πόδια τους και να τους κάνει σιγά – σιγά να προχωράνε και να αντιδρούνε. Νομίζω ότι ήμουνα τυχερός, γιατί όπως με την ολοκλήρωση της ταινίας φάνηκε ότι σωστά, διακριτικά και ταπεινά αντιμετωπίσαμε την ανασύνθεση της εποχής και αποσπάσαμε πολύ καλές ερμηνείες όχι μόνο από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους αλλά από κάθε πρόσωπο κοριτσιού που χρειαζόμαστε να αντιδράσει. Βεβαίως είναι η ιστορία της Νίκης και του Νόρμαν, αλλά αυτό που είχα στο μυαλό μου είναι ότι αυτό το πλοίο είναι μία κιβωτός πολιτισμού που ταξιδεύει από τη μία περιοχή στην άλλη τελείως διαφορετικούς ανθρώπους με άλλη γλώσσα και άλλα έθιμα. Έτσι, ισορροπούν – νομίζω – οι πρωταγωνιστικές ιστορίες και οι δεύτερες ιστορίες και συνθέτουν το πλαίσιο αυτού του εγχειρήματος.
Το δώρο της ζωής
ΠτΘ: κ. Βούλγαρη, η σεναριογράφος και σύζυγός σας βάζει τη Νίκη να μπλέκεται σ’ ένα «παράνομο» έρωτα λίγο πριν πάει να παντρευτεί. Θεωρείται μοιχεία ο έρωτας σ’ αυτό το ταξίδι;
Π.Β.: Μοιχεία… Νομίζω ότι μέσα στην ψυχή τους μπλέκεται το αίσθημα. Δε φτάνουν ποτέ να ολοκληρώσουν τη σχέση τους κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Αν μοιχεία λέγεται το ότι δυο άνθρωποι για 20 μέρες προσπάθησαν να συναντήσουν ο ένας τον άλλον, να καταλάβει ο ένας τον άλλον και να εκδηλώσει όσο μπορεί πιο τρυφερά την αγάπη του, τότε όχι αυτό δεν το θεωρώ μοιχεία.
ΠτΘ: Είναι ένα είδος γάμου, ένας γάμος πριν από το συμβατικό γάμο;
Ι.Κ.: Νομίζω πως κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει σ’ αυτή τη σχέση. Ο Νόρμαν, μετά από δύο χρόνια που πέρασε στην Ανατολή φωτογραφίζοντας τα πεδία των μαχών και όλο τον ανατολίτικο κόσμο, επιστρέφοντας πια στην Αμερική, στο πρόσωπο αυτής της κοπέλας συνειδητοποιεί και γνωρίζει βαθιά όλο αυτό τον κόσμο που γνωρίζει πίσω του, αλλά και ταυτόχρονα δεν αφήνει, γιατί τη Νίκη θα την πάρει μαζί του για πάντα. Το πρόσωπό της, το χαρακτήρα της. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη Νίκη, που πριν φτάσει στην Αμερική για το δικό της γάμο, στο πρόσωπο αυτού του αμερικανού δοκιμάζει τις αντοχές και τα συναισθήματά της.
Σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με μοιχεία. Είναι δύο άνθρωποι οι οποίοι πλησιάζονται από μια μεγάλη ανάγκη που έχουν να μοιραστούν πράγματα πριν από μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή τους. Όπως συμβαίνει αυτό με τις 700 γυναίκες συμβαίνει και με το Νόρμαν. Κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται σ’ ένα κοινό παρανομαστή μ’ αυτές τις γυναίκες. Σ’ αυτούς τους 2 δεν υπάρχει στοιχείο ενοχής. Είναι πάνω από τις δυνάμεις τους αλλά στο τέλος το ελέγχουν χωρίς να πληγώσουν άλλους ανθρώπους. Η πληγή μπορεί να μείνει μόνο σ’ αυτούς τους δύο και η ευλογία να έχουν ζήσει ένα μεγάλο έρωτα.
ΠτΘ: κ. Καρυστιάνη, κ. Βούλγαρη σας ευχαριστώ πολύ.
Ι.Κ., Π.Β.: Κι εμείς ευχαριστούμε.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
