Δαφνη Φιλιππου η μακρυ ταξιδι στη γνωση

Η Κομοτηνή εξακολουθεί, είκοσι και κάτι χρόνια μετά, να κρατά άσους καλά κρυμμένους στο μανίκι. Για όσους βέβαια δεν σταματούν να τη γνωρίζουν.

Γνώριζα έτσι καλά μέχρι τώρα τον Αρη Θεοδωρίδη και τη μητέρα του, ως δραστήριους Κομοτηναίους, κυρίως τη δεύτερη για την ακατάβλητη δημιουργικότητά της, δεν εγνώριζα όμως ότι η οικογένεια είχε ακόμη να μας …συστήσει τη Δάφνη.

Την επιστημόνισσα και συγγραφέα Δάφνη με τον πολυκύμαντο επαγγελματικά βίο σε τομείς μείζονος ενδιαφέροντος, για μια θέση της χώρας μας επί της ουσίας, στο corpus των πεπολιτισμένων κρατών. Σε τομείς όπως η προώθηση της απο- ασυλοποίησης και της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Τομείς επί των οποίων η Δάφνη Φιλίππου εργάστηκε για χρόνια προσφέροντας υπηρεσίες συμβουλευτικής στο αντίστοιχο υπουργείο.


Παρόλα ταύτα την ευκαιρία να γνωριστούμε και να συνομιλήσουμε εφ’ όλης της ύλης, μάς πρόσφερε η πρόσφατη έκδοση από τον Καστανιώτη του βιβλίου της με τίτλο « 205 βιωματικές ασκήσεις για εμψύχωση ομάδων ψυχοθεραπείας, κοινωνικής εργασίας, εκπαίδευσης», που συνέγραψε από κοινού με τη Ζάννα Αρχοντάκη, και βέβαια αυτή η συνομιλία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν χειμαρρώδης…

Συζητώντας για το ξεκίνημα από την Κομοτηνή, την κάθοδο στην Αθήνα, την εκπαιδευτική εμπειρία, την προσπάθεια για την απο-ασυλοποίηση και την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας, το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, το ενταύθα λειτουργούν Κέντρο Πρόληψης, την εμψύχωση ομάδων για την ανάπτυξη τεχνικών προσέγγισης, την ψυχοθεραπεία και τις ομάδες γονέων…

Δάφνη Φιλίππου όμως…

ΠτΘ: κ. Φιλίππου γεννηθήκατε στην Κομοτηνή. Στο βιογραφικό σας όμως διαβάζουμε ότι είστε Επίκουρος καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας του ΤΕΙ Πειραιά. Μία κοπέλα από επαρχία σε δύσκολες μάλλον εποχές, ξεκινά το παιχνίδι για τη γνώση χωρίς οικογενειακές περγαμηνές, οικογενειακή παράδοση στις πνευματικές επιδόσεις. Αντιμετωπίσατε στην πορεία σας δυσκολίες και ποιες;

Δ.Φ.: Αντιμετώπισα δυσκολίες και μπορεί να μην είχα εφόδια, την γνώση σαν οικογενειακή παράδοση, νομίζω όμως ότι αυτό που μου έμαθε η οικογένειά μου, και τους το οφείλω, είναι να αγωνίζομαι, να παλεύω, να προοδεύω και να δημιουργώ. Προέρχομαι από μια οικογένεια πολύ δημιουργική. Ο πατέρας μου πέρα από το εμπόριο των παπουτσιών, έφτιαχνε και ο ίδιος με πολύ μεράκι παπούτσια. Για μένα σαν παιδί αυτό ήταν ένα πολύ σημαντικό δίδαγμα. Επίσης, θυμάμαι ότι και η μαμά μου εκείνα τα δύσκολα χρόνια δημιουργούσε, αξιοποιούσε τα παλιά παντελόνια του πατέρα μου φτιάχνοντας φούστες. Έφτιαχνε πάντα και αυτό για μένα ήταν οδηγός. Όταν πήγα λοιπόν στην Αθήνα, – για μένα ήταν ένα θηρίο η Αθήνα, – που έπρεπε να το γνωρίσω, και ακόμη να μάθω να συνδιαλέγομαι και μ΄ έναν άλλο τρόπο, γιατί οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν τόσο ευθείς, τόσο ειλικρινείς. Ελίσσονταν πιο πολύ, εγώ τον ελιγμό δεν τον ήξερα, η Θράκη μου έμαθε το κατευθείαν, το πρόσωπο με πρόσωπο, τον σκληρό και τον πολύ μονοκόμματο τρόπο του σχετίζεσαι, έπρεπε λοιπόν να συμπεριφερθώ μ΄ έναν άλλο τρόπο. Αυτό ήταν μια δυσκολία. Επίσης, εμείς σαν παιδιά δεν είχαμε εμπειρίες, ήμασταν πολύ προστατευμένα και με κοινωνικό έλεγχο. Στην Αθήνα είχα μια ελευθερία που από την μία μ΄ ενθουσίαζε και από την άλλη με φόβιζε. Τα χρόνια εκείνα για να μπούμε στη σχολή έπρεπε να δώσουμε προφορικές και γραπτές εξετάσεις και τεστ προσωπικότητας. Πάντοτε όμως είχα σαν οδηγό τρία πράγματα, τη δημιουργικότητα, την ειλικρίνεια και την αληθινή επαφή με τον άνθρωπο, την αγάπη για τη γνώση. Αυτές οι τρεις αρχές, όταν μπήκα στην σχολή Κοινωνικών Λειτουργών, ήταν αυτές που με καθόρισαν στην επαφή μου με τους καθηγητές, τους δασκάλους μου τους τότε, με τους οποίους έχω κρατήσει επαφή και τους θεωρώ σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μου.

Ξεκίνησα τις σπουδές μου, δεν αρκέστηκα όμως σε αυτές. Τελείωσα κοινωνική λειτουργός, έγινα ψυχιατρική κοινωνική λειτουργός, ειδικεύτηκα στα ψυχιατρικά πλαίσια, δούλεψα πολλά χρόνια στην πανεπιστημιακή κλινική, στο Αιγινίτειο, συμμετείχα πολύ ενεργά στον αγώνα της απο-ασυλοποίησης των ψυχασθενών, δούλεψα στην Λέρο, σε ψυχιατρικές κλινικές.

Δέκα χρόνια μετά από πολύ πλούσια επαγγελματική εμπειρία, ασχολήθηκα και με τον συνδικαλισμό ως αντιπρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος( ΚΛΕ). Τα κοινά με ενδιέφεραν, και αυτό το πήρα από τον πατέρα μου, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για αυτά, διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος της Κομοτηνής και καμάρωνε πολύ που συνέβαλε στην ίδρυση τότε του υδραγωγείου.

Μετά από 10 χρόνια επαγγελματικής και συνδικαλιστικής δραστηριότητας, πολύ πλούσιας στην Αθήνα, έφυγα στη Γαλλία για μετεκπαίδευση με τον άντρα μου και με τον γιο μου.

ΠτΘ: Όλα τα προλάβατε, φτιάξατε και οικογένεια…

Δ.Φ.: Κάνω πολλά πράγματα μαζί και γι΄ αυτό λέω ότι είχα και έχω μια γεμάτη ζωή. Και με το γιο μου μικρό, σπούδαζα και δούλευα. Στη Γαλλία ξεκίνησα την εκπαίδευσή μου σαν ψυχοθεραπεύτρια, την ολοκλήρωσα στην Αθήνα, έκανα μεταπτυχιακές σπουδές, ειδικεύτηκα στις τεχνικές εμψύχωσης και εκπαίδευσης εκπαιδευτών. Κάποιοι αναρωτιούνται πώς έκανα τόσα πράγματα. Η απάντησή μου είναι δεν ξέρω. Ήταν ίσως αυτό το ανικανοποίητο που μ΄ έσπρωχνε να κάνω περισσότερα. Σ’ όλη μου την πορεία, εκτός από ένα διάλειμμα δύο χρόνων, δεν σταμάτησα να εκπαιδεύομαι. Ήταν για μένα πολύ βασικό. Με την επιστροφή μου στην Ελλάδα έγινα σύμβουλος του Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας, δίπλα στην κ. Καλλιόπη Μπουρδάρα, έχοντας σαν στόχο κυρίως τις αλλαγές που έπρεπε να επέλθουν στη λειτουργία των ιδρυμάτων, τα οποία για μένα ήταν σκοπός ζωής. Κατά την άποψή μου, οι συνθήκες λειτουργίας των ιδρυμάτων ήταν πολύ σκληρές για έναν άνθρωπο, είτε ήταν παιδί, είτε ήταν ηλικιωμένος, και ζώντας στο εξωτερικό, στο Παρίσι, γνώρισα καινούργιες μορφές φροντίδας πιο ανοιχτές στην κοινότητα. Πρότεινα λοιπόν κάποια πράγματα, εκ των οποίων άλλα έγιναν, άλλα δεν έγιναν. Για δύο χρόνια δούλεψα σαν σύμβουλος στον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας και στη συνέχεια, δραστηριοποιήθηκα στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Συμμετείχα στη δημιουργία των Κοινοτικών Κέντρων Ψυχικής Υγείας, και αμέσως μετά εργάστηκα ως σύμβουλος στο Υπουργείο Υγείας Πρόνοιας, στο οποίο τότε ήταν υφυπουργός η κ. Ακρίτα. Μετά από το υπουργείο, δούλεψα στα ΤΕΙ σαν Επίκουρος καθηγήτρια. Πρόσφερα αλλά και πήρα πολλά από την εκπαίδευση, ήταν και είναι ένα πολύ ζωντανό κομμάτι της καριέρας μου, γιατί αν και τα τελευταία δύο χρόνια έχω πάρει μειωμένη σύνταξη και έχω φύγει από τα ΤΕΙ, συνεχίζω να εκπαιδεύω κυρίως επαγγελματίες πια, στο Επιστημονικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας του Αιγινιτείου. Αυτό ιδρύθηκε από τον Κώστα Στεφανή και συνεχίζει να δραστηριοποιείται σε τέτοια θέματα, παράγει εκπαιδευτικό υλικό, εκπαιδεύει επαγγελματίες ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και κοινωνιολόγους και στελεχώνει σε συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ τα Κέντρα Πρόληψης. Εκεί είχα την τύχη να εκπαιδεύσω τα στελέχη του εδώ ΟΚΑΝΑ στην Αθήνα.

ΠτΘ: Στην τοπική κοινωνία διατυπώθηκε η κριτική ότι οι κοπέλες- το προσωπικό- που προσλαμβάνει το Κέντρο είναι τελείως ανειδίκευτες. Εσείς κρίνετε την επιμόρφωσή τους ικανοποιητική;

Δ.Φ.: Όλα τα στελέχη του ΟΚΑΝΑ στην Ελλάδα ειδικεύονται στην πρόληψη και επιστρέφουν στα κατά τόπους κέντρα που έχουν δημιουργηθεί από τους δήμους σε συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ. Καταρχάς δεν προσλαμβάνονται χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, είναι ή ψυχολόγοι ή κοινωνιολόγοι ή κοινωνικοί λειτουργοί και ακόμη επιμορφώνονται συστηματικά για τρεις μήνες.

Όλοι είναι πτυχιούχοι, πολλοί δε από αυτούς έχουν κάνει παράλληλα και μετεκπαιδεύσεις και έρχονται μετά σ’ αυτό το τρίμηνο πρόγραμμα εξειδίκευσης, κατά την διάρκεια του οποίου, οι συμμετέχουσες είναι πλήρως απασχολημένες. Εξειδικεύονται σε τεχνικές και μοντέλα πρόληψης, παίρνουν μια γνώση αρκετά ολοκληρωμένη, όχι μόνο θεωρητική αλλά εκπαιδεύονται και εμπειρικά στο να αναπτύξουν δεξιότητες εμψύχωσης ομάδων, μικρών, μεγάλων, μεγαλύτερων, ανάπτυξης προγραμμάτων στην κοινότητα, συνεργασίας με τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς.

ΠτΘ: Πόσες κοπέλες έχουν εκπαιδευτεί από την Κομοτηνή;

Δ.Φ.: Από το 1991 που συνεργάζομαι με το Ε.Π.Ψ., ήμουν σε όλους τους κύκλους εκπαίδευσης, γίνονται δύο κύκλοι το χρόνο και ο κάθε κύκλος έχει είκοσι περίπου άτομα. Από την Κομοτηνή πρέπει συνολικά να εκπαιδεύτηκαν γύρω στα επτά με οκτώ άτομα.

ΠτΘ: Ανήκετε στον πανεπιστημιακό κόσμο, ζήσατε την Κομοτηνή πριν τη λειτουργία του Πανεπιστημίου και τη ζείτε και τώρα. Πώς κρίνετε την εξέλιξη του Πανεπιστημίου σύμφωνα και με την πανεπιστημιακή εμπειρία που διαθέτετε;

Δ.Φ.: Καταρχάς θα πω ότι ευτυχώς που δημιουργήθηκε στην πόλη το πανεπιστήμιο. Νομίζω ότι κάθε πόλη έχει να κερδίσει από ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα και από τα νιάτα, -είναι πολύ σημαντικό σε πόλεις που γερνάει ο πληθυσμός να βρίσκεται ένας τόσο μεγάλος αριθμός νέων ανθρώπων,- και για την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της. Χωρίς να είμαι πολύ μέσα στα πράγματα αυτή τη στιγμή, προσωπική μου άποψη είναι ότι είναι πολύ σημαντική για την πόλη μας η ύπαρξη του Πανεπιστημίου. Θα μπορούσε όμως – και αυτό το λέω και για τις άλλες πόλεις που λειτουργούν πανεπιστήμια αλλά και για την Κομοτηνή,- να είναι πιο στενή η σχέση μεταξύ πανεπιστημίου και κοινωνίας και να γίνονται πιο πολλά ώστε να επηρεάσουν τον κόσμο της πόλης και ο κόσμος της πόλης επίσης να επηρεάσει το Πανεπιστήμιο. Πώς; Θα μπορούσε η γνώση που παράγεται και προσφέρεται στους φοιτητές να μην είναι άσχετη από τις συγκεκριμένες ανάγκες της περιοχής και από τα συγκεκριμένα προβλήματά της. Αυτό νομίζω ότι δεν έχει επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό και πιο πολύ μιλάω για τη δική μου ειδικότητα, για το τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης -Κοινωνικής Εργασίας. Πραγματικά θα ήταν πολύ σημαντικό να αναπτύσσονταν με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου και των φοιτητών δράσεις που να βοηθούν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες, να μπορούν να δίνουν γνώση στα στελέχη για να αναπτύσσονται πιο σύγχρονα προγράμματα πρόληψης, πρόνοιας, κοινωνικών υπηρεσιών, τα οποία ήδη υπάρχουν, αλλά σ΄ αυτά πραγματικά θα μπορούσε να συμμετέχει, δηλαδή να κάνει έρευνες και προγράμματα το Πανεπιστήμιο σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς.

ΠτΘ: Και να ενεργοποιεί και τους φοιτητές.

Δ.Φ.: Γίνεται αυτό μέχρι ενός βαθμού, δηλαδή οι φοιτητές κάνουν πρακτική και εργαστηριακή άσκηση στις τοπικές υπηρεσίες, αλλά θα μπορούσαν και να επηρεάζουν την λειτουργία τους, και όχι μόνο. Δηλαδή, οποιοδήποτε τμήμα θα μπορούσε να είχε πιο στενή συνεργασία με τον κόσμο ή ο κόσμος να είναι πιο ανοιχτός στο πανεπιστήμιο, στη γνώση, να δημιουργηθούν πιο ζωντανά κύτταρα συνεργασίας των πολιτών με το Πανεπιστήμιο και του Πανεπιστημίου μαζί τους.

ΠτΘ: Μήπως αυτό είναι περισσότερο ευθύνη του πανεπιστημιακού κόσμου, γιατί ουσιαστικά οι κοινωνίες σε σχέση με τη γνώση είναι περισσότερο αδρανοποιημένες; Ή σήμερα είναι μεγαλύτερος ο εφησυχασμός και των λεγόμενων πνευματικών ανθρώπων;

Δ.Φ.: Αυτό είναι αλήθεια, γιατί είναι όλοι πιο πολύ στραμμένοι προς το κέρδος, προς την ευημερία μέσα από τα υλικά αγαθά, και λιγότερο μέσα από τη συλλογικότητα, από τη συμμετοχή ή από την ανάπτυξη της πνευματικότητας. Από την άλλη έχουμε όμως χρέος να αναπτύξουμε και άλλες πλευρές του εαυτού μας, και άλλες δραστηριότητες για να νοιώθουμε ζωντανοί, συμμετέχοντας και στην κοινωνία. Είναι απαραίτητο αυτό, και θα πρέπει οι πνευματικοί άνθρωποι είτε προέρχονται από τον πανεπιστημιακό χώρο είτε από εκείνο των πολιτών να το διεκδικούν διαρκώς.

ΠτΘ: Να αναφερθούμε και στο αντικείμενο της δουλειάς σας. Πώς κρίνετε τη συνείδηση που έχουμε αναπτύξει ως κοινωνία για την απο – ασυλοποίηση, η δε ψυχιατρική μεταρρύθμιση θεωρείτε ότι έχει προχωρήσει; Αλλάξαμε τελικά στάση ως κοινωνία απέναντι στην ψυχική ασθένεια;

Δ.Φ.: Είμαστε κοινωνία που έχουμε ακόμα ταμπού, φόβο για το διαφορετικό. Μια κοινωνία όχι τόσο ανεκτική, δεκτική. Είναι αντιφατική η συμπεριφορά μας ως προς το θέμα αυτό. Από τη μια αντιδρούμε, αμυνόμαστε όταν πρόκειται να λειτουργήσει μία νέα δομή στην περιοχή μας ή στη γειτονιά μας και θα ζήσουν κοντά μας άνθρωποι που έχουν μειωμένη αυτονομία, είτε αυτή είναι ψυχική νόσος, είτε αναπηρία, είτε οτιδήποτε. Αυτή η συμπεριφορά εκφράζει φόβο, δεν θέλουμε να βλέπουμε κάτι που μας πληγώνει, μας πονάει, και, κατά συνέπεια, μας φοβίζει. Έχουμε σαν κοινωνία τέτοιες, ακόμη, αντιστάσεις. Από την άλλη, βοηθάμε πολύ τον δικό μας άνθρωπο. Έχουμε αντίσταση όταν δεν τον ξέρουμε, όταν δεν είναι ο οικείος μας, και γι΄ αυτό πιστεύω ότι σαν κοινωνία έχουμε πολλές δυνατότητες να γίνουμε πιο ανεκτικοί, πιο δεκτικοί σε τέτοιες μορφές περίθαλψης. Για παράδειγμα για τον ηλικιωμένο άνθρωπο σαν κοινωνία έχουμε μεγάλη συμπάθεια, κανένας έλληνας δεν θα ήθελε να βάλει τον πατέρα του ή την μάνα του σε ίδρυμα, θα ήθελε να τον φροντίσει, να είναι όσο γίνεται παρών. Δεν χρειάζεται λοιπόν να αυξήσουμε τα ιδρύματα για τους ηλικιωμένους και να τους κλείσουμε μέσα, χρειάζεται να αυξήσουμε άλλες μορφές φροντίδας για να ανακουφίσουμε και τους συγγενείς, ώστε ο άνθρωπος να μείνει στο περιβάλλον του και ο συγγενής να μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπό του και να μην ενοχοποιείται κλείνοντάς τον στο Ίδρυμα.

Λίγο πολύ έτσι συμβαίνει και μ’ όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή όταν προσφέρονται νέες δυνατότητες, οι άμυνες καταλαγιάζουν. Το είδαμε και με τα ψυχιατρικά ιδρύματα αν και είναι πιο δύσκολο η κοινωνία να δεχτεί τον ψυχιατρικό άρρωστο, γιατί συμπεριφέρεται περίεργα, μονολογεί ή κάνει πράγματα που δεν τα καταλαβαίνουμε εμείς οι υπόλοιποι. Όταν πρωτοέγιναν οι ξενώνες και βγήκαν οι άνθρωποι από τα ψυχιατρεία για να ζήσουν σε σπίτια όπως όλοι μας, και έπρεπε άρα να κυκλοφορήσουν στη γειτονιά, να αγοράσουν από το περίπτερο της γειτονιάς, να παίξουν τάβλι στο καφενείο της γειτονιάς, οι αντιδράσεις ήταν πολύ μεγάλες. Ξεσηκώθηκαν οι άνθρωποι, ήθελαν να μας πετροβολήσουν, μετά από λίγο όμως όταν οι «νέοι» άρχισαν να γίνονται γείτονές τους και να αισθάνονται ότι δεν είναι τόσο διαφορετικοί, άλλαξε τελείως το σκηνικό.

ΠτΘ: Θεωρείτε ότι κάτι έχει τελικά επιτευχθεί σε σχέση με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση; Ποιοι παράγοντες υπήρξαν ανασταλτικοί στην εμπέδωσή της;

Δ.Φ.: Σε σχέση με την κατάσταση όπως ήταν πριν, ναι έχουν γίνει πολλά. Ανασταλτικοί παράγοντες ήταν κυρίως οι πολιτικές και οι νοοτροπίες, οι νοοτροπίες των κοινωνιών και οι πολιτικές που ακολουθούνται. Έχουν γίνει και συστηματικά και σημαντικά βήματα, θα μπορούσαν όμως να γίνουν περισσότερα, όπως και σε άλλες χώρες. Για παράδειγμα στη Γαλλία και Ιταλία έγιναν περισσότερα τα ίδια χρόνια.

ΠτΘ: Περιμένετε να συνεχισθεί εντατικά η πορεία προς την ψυχιατρική μεταρρύθμιση;

Δ.Φ.: Βέβαια. Η μεταρρύθμιση είναι μονόδρομος. Για παράδειγμα στην Λέρο είχα πάει για πρώτη φορά το 1973, όταν δούλευα στο Αιγινήτειο, και όταν ξαναπήγα περίπου το 1991 δεν είχε καμία σχέση μ΄ αυτό που ήταν πριν, «φυλακή» ζωντανών ανθρώπων και, μάλιστα, άρρωστων χωρίς καμία φροντίδα. Αργότερα έγιναν πολλές προσπάθειες και πολλά προγράμματα και σήμερα, πηγαίνοντας τα τελευταία χρόνια με τους φοιτητές μου κάθε χρόνο, στο πλαίσιο των επισκέψεων, η διαφορά είναι συγκινητική. Παλιότερα έβλεπες ανθρώπους εγκαταλελειμμένους να έχουν φτάσει σε ζωώδη κατάσταση όχι από την αρρώστια, αλλά από την αντιμετώπιση, σήμερα τους βλέπεις να είναι άνθρωποι και μόνο από την αλλαγή στάσης της πολιτείας απέναντί τους.

ΠτΘ: Αυτή η επαφή σας με ό,τι θεωρείται μη υγιές κοινωνικά πόσο πλούτο σας προσέφερε;

Δ.Φ.: Εμένα μ΄ έκανε άνθρωπο. Η επαφή με τους ψυχικά ασθενείς με έκανε περισσότερο ανθρώπινη, με λείανε και μ΄ έκανε να μην φοβάμαι τίποτα στον άνθρωπο. Τους χρωστάω πολλά.

ΠτΘ: Τελευταία, γράψατε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ιδιαίτερα ενδιαφέρον όσον αφορά στον τομέα της ψυχολογίας. Βασικό αντικείμενό του, η εμψύχωση ομάδων, βασική παράμετρος πλέον σε πολλούς τομείς επιμόρφωσης. Μπορείτε να μας κάνετε περισσότερο σαφές το συγκεκριμένο αντικείμενο;

Δ.Φ.: Το βιβλίο αναφέρεται πιο πολύ στις τεχνικές εμψύχωσης και στις δεξιότητες που πρέπει να αναπτύξουν οι επαγγελματίες για ομάδες ανάπτυξης ανθρωπίνου δυναμικού. Ομάδες εκπαιδευτικών, παιδιών, γονιών, επαγγελματιών. Το βιβλίο, το οποίο έγραψα με τη συνάδελφό μου Ζάννα Αρχοντάκη, είναι απόρροια δουλειάς, 20 περίπου χρόνων, με ομάδες πολύ συγκεκριμένες, γονιών, φοιτητών μου αλλά και εκπαιδευτικών. Πολύ με βοήθησαν οι ομάδες γονιών, αλλά και των φοιτητών μου, γιατί όλα αυτά τα εφαρμόσαμε μαζί , καθώς επίσης και οι ομάδες των εκπαιδευτικών, με τους οποίους δούλεψα για πολλά χρόνια σε δήμους, αναπτύσσοντας προγράμματα εμψύχωσης ομάδων, ώστε να μπορέσουν οι ίδιοι να αναπτύξουν περισσότερες δεξιότητες για να εμψυχώσουν καλύτερα την τάξη τους, ή να κατανοήσουν καλύτερα τα προβλήματα που φέρνουν τα παιδιά μέσα από την σχέση που έχουν μαζί τους, την σχέση μετάδοσης γνώσης, γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι η γνώση δυσκολεύεται να περάσει, όταν το παιδί είναι μπλοκαρισμένο με συναισθηματικά, οικογενειακά και ψυχολογικά προβλήματα.

ΠτΘ: Ουσιαστικά διδάσκετε μεθόδους προσέγγισης;

Δ. Φ.: Ακριβώς. Και το βιβλίο αυτό είναι ένα εργαλείο πιο πολύ για επαγγελματίες που δουλεύουν με ομάδες για να μπορέσουν να ξεκινήσουν την ομάδα τους, να βοηθήσουν τα άτομα που είναι σ΄ αυτή την ομάδα να αναπτύξουν μεταξύ τους εμπιστοσύνη και άνεση, να μιλήσουν για πιο προσωπικά τους θέματα και για προβλήματα που τους βασανίζουν. Βιβλίο τεχνικών ανάπτυξης ουσιαστικών σχέσεων και εμπιστοσύνης, αλλά και διευκόλυνσης επίλυσης προβλημάτων.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι αυτή η μέθοδος επαφής και προσέγγισης έχει «περάσει» σε ικανοποιητικό βαθμό στην Ελλάδα;

Δ.Φ.: Είναι ακόμα καινούργια, δεν είναι πολύ διαδεδομένη, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ χρήσιμη και αρχίζουν πολλοί επαγγελματίες να θέλουν να μάθουν τη βιωματική μέθοδο, που δεν κάνεις μάθημα στον άλλον, ούτε διάλεξη, μιλάς για πράγματα που να είναι πολύ κοντά στο βίωμά του ή προκαλείς βιώματα. Θα σας πω ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητό.

Ένας επαγγελματίας για να μάθει να είναι σε μια σχέση βοήθειας όσο γίνεται πιο ισότιμα μπορεί να του προτείνουμε ένα απλό παιχνίδι, μια απλή άσκηση, στην οποία ο ένας να είναι τυφλός με δεμένα μάτια και ο άλλος, ο οδηγός του, να είναι συνοδός του σ΄ έναν περίπατο, όντας μουγκός για ένα τέταρτο. Άρα είναι αναγκασμένοι να βρουν μια άλλη επικοινωνία σ΄ αυτή τη σχέση εξάρτησης και να τη ζήσουν σαν παιχνίδι, αλλά με σοβαρό τρόπο, όπως τα παιδιά ασχολούνται με το παιχνίδι τους σοβαρά. Αυτό που ζουν είναι πολύ θετικό, μπορεί δηλαδή η συνθήκη του βιώματος μέσα στην ομάδα να είναι τεχνητή, αλλά, αυτό που ζουν, το βίωμά τους, είναι τελείως αυθεντικό. Ό,τι έζησαν έχει μεγάλη αξία γι΄ αυτούς μετά, γιατί ο ένας είχε στερηθεί την όραση, ο άλλος είχε στερηθεί την ομιλία και, σε μια κατάσταση αναπηρίας, έπρεπε να βρουν τρόπο να επικοινωνήσουν και να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Όταν το ζουν αυτό, μετά μιλούν πολύ εύκολα και πολύ ουσιαστικά γι΄ αυτό που έζησαν, και αρχίζουν και αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει να είσαι σε μια κατάσταση δύσκολη ή σε μια κατάσταση που εξαρτάσαι από τους άλλους. Αυτό είναι το βιωματικό. Επίσης, βιωματικό είναι να μπορέσει ο άλλος να βάλει τα κλάματα και να πει «ξέρεις το παιδί μου τελευταία έχει μια περίεργη συμπεριφορά και φοβάμαι ότι έχει μπλέξει». Να μπορέσει να το πει και να στηριχτεί και από τον ειδικό και από τους άλλους γονείς.

ΠτΘ: Στην Ελλάδα όμως είμαστε κυρίως μαθημένοι να ζούμε περίκλειστοι. Πιστεύετε ότι λίγο –λίγο αυτό «σπάει»; Καταφέρνουμε να εμπιστευόμαστε την ομάδα;

Δ.Φ.: Στις μικρές πόλεις είναι πιο δύσκολο, γιατί οι άνθρωποι γνωρίζονται και πάντα προς τα έξω βγάζουν ένα καλό κοινωνικό πρόσωπο. Είναι πολύ δύσκολο να βγάλουν αρνητικά συναισθήματα ή μια αρνητική εικόνα. Από την άλλη, εγώ θεωρώ πολύ θαρραλέους και θαυμάζω τους ανθρώπους που μπορούν να καταθέσουν την εμπειρία που τους βασανίζει, το πρόβλημά τους. Χρειάζεται κουράγιο, χρειάζεται θάρρος, και όσοι το είχαν, πραγματικά άλλαξε η ζωή τους, η πορεία τους, οι σχέσεις τους.

ΠτΘ: Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Δ.Φ.: Όλα τα χρόνια το ένα πόδι το είχα στην εκπαίδευση και το άλλο στην ψυχοθεραπεία. Είναι δύο τομείς της ζωής μου που μου έδωσαν πολλά. Αυτά θα συνεχίσω να κάνω. Μ’ αρέσει πολύ η εκπαίδευση, και συνεχίζω να εκπαιδεύω επαγγελματίες. Με τ’ άλλο που θα ασχοληθώ, είναι η ψυχοθεραπεία, ψυχοθεραπεία ομάδας. Αγαπώ πολύ τις ομάδες με γονείς, ίσως επειδή εμένα ο γιος μου μεγάλωσε. Το να συνεχίζω να βοηθώ τους γονείς με τις ομάδες, -γιατί για μένα η πρόληψη είναι πολύ σημαντική,- και θεωρώ ότι πολλοί γονείς έχουμε βοηθηθεί με τη συνεργασία μας, αυτό μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά και, ίσως, είναι και ένας τρόπος μέσα από τους άλλους γονείς, να συνεχίζω και εγώ τον γονεϊκό μου ρόλο. Γιατί η αλήθεια είναι ότι όταν μεγαλώνει το παιδί μας, πρέπει να κλάψουμε, να πενθήσουμε, να κλείσουμε τη σχέση μας σαν γονείς με το μικρό παιδί και να σχετιστούμε αλλιώς με τον ενήλικα, με το παιδί μας που είναι πια μεγάλο, που παίρνει αποφάσεις για τη ζωή του, που δεν είμαστε εμείς οι συνοδοί, οι σύντροφοι στις αποφάσεις του ή στην πορεία του, αλλά είναι ο σύντροφος του, είναι οι φίλοι του, οποιοσδήποτε.

ΠτΘ: Στην Ελλάδα δυσκολευόμαστε να απαρνηθούμε αυτό το ρόλο…

Δ.Φ.: Γι’ αυτό κι εγώ πιστεύω πολύ σ΄ αυτές τις ομάδες. Είναι πολύ σημαντικό για έναν γονιό να μπορεί να κουβεντιάζει την ευθύνη του και το άγχος του να μεγαλώσει ένα παιδί που να είναι ικανό να ζήσει στην εποχή μας, η οποία έχει πολλές δυσκολίες για έναν νέο άνθρωπο. Να ζήσει σ΄ αυτή την εποχή και να αποκομίσει όσο γίνεται περισσότερα σαν άνθρωπος από την ζωή του, να είναι ευτυχισμένος, να μπορεί να δημιουργεί, να έχει νόημα η ζωή του. Για να μεγαλώσει ένα παιδί ένας γονιός δεν είναι εύκολο. Θέλει στήριξη, συζήτηση, γνώση, να μπορεί ο ίδιος κάπου να ακουμπήσει τις ανησυχίες του και τις έγνοιές του. Αυτές οι ομάδες δεν είναι για ανθρώπους που έχουν προβλήματα απαραίτητα, είναι για όλους τους γονείς που θέλουν αυτό το μεγάλο έργο,- γιατί θεωρώ το σημαντικότερο έργο να μεγαλώνεις παιδιά,- να το μοιραστούν και να γίνουν καλύτεροι. Πολλοί πιστεύουν ότι με την γέννηση του παιδιού τους τα ξέρουν όλα. Το παιδί μας μάς δίνει την ευκαιρία να γίνουμε γονείς, τώρα, αν εμείς στην πορεία μεγαλώνοντας το παιδί γίνουμε πραγματικά γονείς, αυτό δεν είναι αυτονόητο. Η γέννα μας δίνει την ευκαιρία να γίνουμε γονείς, από κει και πέρα, εμείς πρέπει με το μεγάλωμα του παιδιού μας να μάθουμε απ’ αυτό το παιδί, να εξελιχθούμε.

ΠτΘ: Κυρία Φιλίππου, πολύ σάς ευχαριστούμε, αν και μαζί σας η συζήτηση θα μπορούσε να κρατήσει ώρες. Πολλά τα ενδιαφέροντα…

Δ.Φ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ. Θα έχουμε όμως την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε. Στο νου μου πάντα είναι το δεύτερό μου βιβλίο…

Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.