…Σαν μια βραδια Καρναβαλιου

Αποκριές στην παλιά Κομοτηνή. Στην Κομοτηνή της δεκαετίας του ’70, του ’60 ακόμη και του ’50, που όσοι την έζησαν σαν ενήλικες, νεαροί ή παιδιά, την αναθυμούνται με αγάπη.

Η αστική τάξη με την οικονομική της επιφάνεια έπλαθε εικόνες παραμυθιού στη διασκέδαση σε σάλες χορού, με τουαλέτες και ακριβά υφάσματα – εκτελεσμένες παραγγελίες στις ράφτρες και τους οίκους μόδας της Θεσσαλονίκης – περίτεχνα χτενίσματα, λαμπερά κοσμήματα και ακριβά υφάσματα.

Η κάθε γιορτή ήταν κοινωνικό γεγονός και οι χοροεσπερίδες αφορμή για συνοικέσια. Η χαρά και η συμμετοχή στη διασκέδαση ήταν υπόθεση όλων. Από τις ταβέρνες της γειτονιάς μέχρι τη Λέσχη Κομοτηναίων.

Σήμερα που οι δεσποινίδες έγιναν κυρίες, οι τουαλέτες, στην καλύτερη των περιπτώσεων, νάυλον δαντέλες ή τζιν πολλαπλών αποχρώσεων, οι αίθουσες χορού άχρωμες σάλες ξενοδοχείων, που την επομένη φιλοξενούν φωνασκούντες συνδικαλιστές, η διασκέδαση, ενώ κρατιέται σε χαμηλούς τόνους καθημερινά, κορυφώνεται το Παρασκευοσαββατόβραδο για να στριμωχτεί, να βιδωθεί στην καρέκλα, επιτρέποντας ένα παλαμάκι, μια έκταση χεριών, ένα ώπα!, άντε και μια γυροβολιά, μετά προσοχής, ανάμεσα σε πεντ’ έξι καρέκλες.

Για την Αποκριά της παλιάς Κομοτηνής

Αγνωστη στους νεώτερους η διασκέδαση της παλιάς Κομοτηνής και ίσως μείνει έτσι για πάντα, καθώς τα ήθη άλλαξαν, άλλαξαν και οι κοινωνιολογικές παράμετροι.

Η εκδότρια της εφημερίδας «Πρωινή» της Κομοτηνής κ. Ελένη Αντωνιάδου δανείζει στους νεώτερους τις αναμνήσεις της από μια Κομοτηνή της Αποκριάς, που είχε φωταγωγημένα σπίτια, είχε τους τελάληδες των χοροεσπερίδων, είχε τις χαρτονένιες διαφημιστικές αφίσες στα μαγαζιά της, είχε το «στενό των Θερμοπυλών» για τους μαθητές, είχε ορχήστρες, είχε κονφερανσιέ, είχε τουαλέτες και κοτιγιόν, είχε καντρίλιες, αλλά… πάντρευε, επίσης αρμονικά, και την παράδοση με νταούλια και ζουρνάδες για να συμπληρώσει την αίσθηση της χορταστικής διασκέδασης.

Σαν σε παλιά ελληνική ασπρόμαυρη ταινία του Φίνου, σημειώνουμε τις αναμνήσεις της κας Αντωνιάδου περιδιαβαίνοντας στις «Επίκαιρες σκέψεις για την Αποκριά της Παλιάς μα όμορφης, τότε, Κομοτηνής μας».

«Με την αρχή του Τριωδίου άρχιζε και η περίοδος των Απόκρεω στην Κομοτηνή και εκείνη την εποχή της δεκαετίας ή εικοσαετίας του 1950- 1960 έως 1970 η Κομοτηνή είχε μεγάλη και συνεχή αποκριάτικη κίνηση.

Σ΄ όλους τους δρόμους της πόλης γύριζαν αμάξια, που τα έσυραν άλογα στολισμένα με διάφορες αποκριάτικες αφίσες, γεμάτα με μασκαρεμένους, μουντζουρωμένους άνδρες συνήθως, με ποικίλες μάσκες που σκόρπιζαν στους δρόμους κομφετί και σερπαντίνες, αφήνοντας πίσω τα τραγούδια και τους ήχους από τα νταούλια και τους ζουρνάδες. Επί κεφαλής σ΄ αυτές τις εκδηλώσεις ο αείμνηστος Αυγερινός Αθανασιάδης.

Τα περισσότερα σπίτια, μονοκατοικίες ή διώροφα, ήταν φωτισμένα με αναμμένα τα φώτα της εξώπορτάς τους.

Τα βράδια, στις πολλές γραφικές, ζεστές ταβέρνες της Κομοτηνής, μαζεύονταν οι παρέες των παλαιών Κομοτηναίων και σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα ανθρωπιάς και αγάπης, πίνοντας το ουζάκι ή την αγνή ρετσινούλα, γλεντούσαν με τις όμορφες ορχήστρες εκείνης της εποχής. Στη Βενιζέλου, «το στενό των Θερμοπυλών», όπως έλεγε ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης Μαμέλης – που απαγόρευε να κυκλοφορούν μαθήτριες μετά της 7 το βράδυ – γινόταν τότε η παραδοσιακή βόλτα, όπως σε όλες τις επαρχιακές πόλεις. Ο δρόμος γέμιζε από κόσμο και η μια παρέα πετούσε στην άλλη κομφετί, ενώ τα γέλια και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν. Την άλλη μέρα η οδός Βενιζέλου ήταν σκεπασμένη από ένα παχύ στρώμα κομφετί που τα καθάριζαν τα κάρα του Δήμου.

Στη Λέσχη Αξιωματικών, και παλιότερα στη Λέσχη των Δημοσίων Υπαλλήλων, γινόταν οι χοροί. Οι περισσότερες χοροεσπερίδες, όπως τις αποκαλούσαν τότε – και τις διαφήμιζαν οι λιγοστές εφημερίδες, αλλά και οι πολύχρωμες αφίσες από χαρτόνια τυπωμένα, τοποθετημένες στις βιτρίνες των καταστημάτων της πόλης μας – δινόταν είτε από Συλλόγους της πόλης είτε από τον ίδιο το Σύλλογο «Ένωσης» της Λέσχης, στην ωραιότατη αίθουσα της Λέσχης Κομοτηναίων.

Εκεί υπήρχε το αδιαχώρητο, τόσο στην πάνω όσο και στην κάτω αίθουσα, ακόμη και στη σκάλα που συνδέει τους δύο ορόφους. Η Λέσχη ήταν κατάμεστη από όμορφες κυρίες και δεσποινίδες, με τις πραγματικά αιθέριες τουαλέτες, που παρακολουθούσαν τις χορευτικές ικανότητες των ζευγαριών.

Το ντύσιμο των γυναικών ήταν τότε πολύ σημαντικό. Όλες οι κυρίες φορούσαν θαυμάσιες τουαλέτες, η μια καλύτερη από την άλλη, λες και γινόταν συναγωνισμός. Κοντές τουαλέτες ή μάξι από ταφτά, βελούδο, σιφόν βελούδο, μετάξι, μουσελίνα και άλλα υφάσματα κεντημένα με πούλιες. Πολλές από τις κυρίες πήγαιναν τότε στη Θεσσαλονίκη και έραβαν εκεί τις τουαλέτες τους. Άλλες πάλι, σε κάθε χοροεσπερίδα φορούσαν και διαφορετική τουαλέτα. Όλες ήταν φρεσκοχτενισμένες, με φρέσκο το περμανάντ ή τον κότσο.

Η ορχήστρα ήταν το κάτι άλλο για κείνη την εποχή. Δημιουργούσε τέτοια ατμόσφαιρα, που γλεντούσαν όλοι, με αμείωτο κέφι, μέχρι τις πρωινές ώρες.

Επικεφαλής της ορχήστρας ο αξέχαστος, αγαπητός σε όλους τους Κομοτηναίους, Στέλιος Καρακατσούλης, που μάγευε με το βιολί του.

Εκείνο που ήταν το αποκορύφωμα του χορού ήταν οι αξέχαστες, ανεπανάληπτες «καντρίλιες». Ήταν ένας χορός που σκόρπιζε πολύ κέφι και χαρά, γρήγορος χορός, που κατά διαστήματα οι γυναίκες άλλαζαν τους καβαλιέρους τους.

Ο αείμνηστος Τάσσος Βάσος, εργολάβος, ήταν αυτός που με ειδικότητα είχε το γενικό πρόσταγμα και έδινε τα διάφορα παραγγέλματα. Όλοι πειθαρχούσαν απόλυτα και άλλαζαν ζευγάρια και γινόταν «πανζουρλισμός»!

Κυρίες και δεσποινίδες πουλούσαν λαχεία, λουλούδια, κοτιγιόν, με ωραία στολισμένα πανεράκια. Τα κοτιγιόν τα φορούσαν στη συνέχεια όλοι και έβλεπες όμορφες ή και αστείες παρουσίες.

Στους αποκριάτικους αυτούς χορούς στη Λέσχη Κομοτηναίων η μια παρέα πετούσε σερπαντίνες στην άλλη και πολλές φορές έβλεπες να δημιουργείται ένα γαϊτανάκι. Οι φωτογραφίες έδιναν και έπαιρναν, γιατί όλοι σχεδόν ήθελαν να έχουν κάποιο ενθύμιο από αυτές τις όμορφες στιγμές. Μαζί με όλα αυτά δημιουργήθηκαν και ειδύλλια που τα περισσότερα κατέληξαν σε αίσιο τέλος, με ευτυχισμένες σήμερα οικογένειες.

Στους χορούς αυτούς έκαναν την εισβολή τους αργά, πολλές μασκαρεμένες παρέες. Ανδρες ντυμένοι με κελεμπίες – Άραβες, γιατροί, με μπαστουνάκι, γυαλιά και τσάντα, (έτσι έβλεπαν το γιατρό την εποχή εκείνη), άλλοι με άσπρα κουστούμια και ψηλά καπέλα της εποχής με το απαραίτητο μουστακάκι. Γυναίκες με ρουζ στα μάγουλα, με εμπριμέ φουστάνια και γόβα και γυναίκες ντυμένες γοητευτικά. Το κλου ήταν τα νταούλια και οι ζουρνάδες που κατέκλυζαν την αίθουσα και δημιουργούσαν το πανδαιμόνιο.

Τα παιδάκια γλεντούσαν κι εκείνα στη Λέσχη Κομοτηναίων με το δικό τους «μπαλ ντ΄ ανφάν», συνοδευμένα από μητέρες και γιαγιάδες, όλα όμορφα ντυμένα σε παπαρούνες, κοκκινοσκουφίτσες, πιερότους, σε βασίλισσες και καουμπόις.

Καθ΄ όλη τη διάρκεια της Αποκριάς γέμιζαν τους δρόμους της Κομοτηνής με τις χαρούμενες φωνούλες τους, κι ευτυχισμένα καρναβαλάκια πηγαινοέρχονταν σε φιλικά και συγγενικά τους σπίτια. Όλοι τα καμάρωναν και τα κερνούσαν μπακλαβά και κουραμπιέδες.

Την Καθαρή Δευτέρα, στη Λέσχη Κομοτηναίων πάλι, έκλεινε ο κύκλος της Αποκριάς. Γινόταν το «Ντάνσινγκ», ο χορός της ημέρας εκείνης, με τα σαρακοστιανά. Όλους όσους έμπαιναν στην αίθουσα τους μουντζούρωναν, απαραιτήτως, στο μέτωπο με κάρβουνο. Ήταν το έθιμο.

Και τότε ερχόταν πάλι τα νταούλια και αποχαιρετούσαν όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι τις Απόκριες, με τη μεγάλη ευχή: να είναι όλοι καλά και του χρόνου».

Έφη Μωραΐτου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.