«Παραμενω δασκαλος μεσα απο τα βιβλια μου»
Δύσκολοι καιροί για το βιβλίο, για το τυπωμένο χαρτί, τις τυπωμένες σκέψεις και την παραγωγή του νου, είτε λογοτεχνική είτε εκπαιδευτική και παιδαγωγική. Ο Κρητικός συγγραφέας και επιχειρηματίας Γιάννης Σμυρνιωτάκης – χρόνια τώρα δραστηριοποιείται και στη Θράκη – μιλά σήμερα στον ΠτΘ για την μεγάλη του αγάπη, αυτή που δεν τον αφήνει να αναλώνεται σε λόγια για να εξοικονομεί σκέψεις, αυτή που οδηγεί τα βήματά του χρόνια τώρα σε μονοπάτια παράλληλα με αυτά των παιδιών, των νέων, της παιδαγωγικής και της εκπαίδευσης. Με όραμα έναν κόσμο του βιβλίου καθαρό, χωρίς μικροσυμφέροντα και μεγαλοεπιδιώξεις κομματικές και άλλες ο κ. Σμυρνιωτάκης παραμένει πάντα δάσκαλος μέσα από τα βιβλία του, ακόμα κι αν λείπει από τις αίθουσες της διδασκαλίας. Ωστόσο δεν μπορεί παρά να εκφράσει το παράπονό του και την οργή του για τον ανεξέλεγκτο, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά λέει, χώρο του βιβλίου, μια και τον γνωρίζει πολύ καλά και εκ των έσω ως επιχειρηματίας στο χώρο των εκδόσεων.
ΠτΘ.: κ. Σμυρνιωτάκη, θα ήθελα να μας δώσετε καταρχήν το προσωπικό σας στίγμα…
Γ.Σ.: Ξεκίνησα σαν δάσκαλος αποφοιτώντας από την Ακαδημία Ηρακλείου και εργάστηκα για δεκαπέντε χρόνια σε σχολεία της Κρήτης. Στη συνέχεια μετατέθηκα στην Αθήνα όπου εργάστηκα άλλα τόσα περίπου χρόνια και το 1985 υπέβαλα παραίτηση, αποσύρθηκα από την Υπηρεσία και άρχισα να ασχολούμαι πια επαγγελματικά με τη συγγραφή. Το πάθος αυτό το είχα από μαθητής Γυμνασίου. Λάβαινα μέρος σε όλους τους ποιητικούς και λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που κήρυσσαν όλα τα μαθητικά λογοτεχνικά περιοδικά και είχα βραβευθεί πολλές φορές. Ερχόμενος στην Αθήνα, παράλληλα με την διδασκαλική μου ενασχόληση, αφιέρωνα τα απογεύματα στην παρακολούθηση μαθημάτων σε μια σχολή λογοτεχνίας τετραετούς φοιτήσεως και πανεπιστημιακού επιπέδου από την οποία πήρα πολλά φώτα γύρω από την τέχνη της λογοτεχνίας. Έτσι, σιγά- σιγά, έγραψα το πρώτο μου, σημαντικό κατ’ εμέ, βιβλίο, «Η τεχνική των εκθέσεων», 500 σελίδων, το οποίο έκανε αίσθηση στην αγορά και χαρακτηρίσθηκε από την κριτική βιβλίου ως ένα από τα πιο αξιόλογα.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να με βοηθήσει, να μου δώσει κουράγιο και δύναμη, ώστε να αρχίσω να ασχολούμαι εντατικά με τη συγγραφή σχολικών βοηθημάτων. Ετσι έγραψα βιβλία μαθηματικών και γραμματικής για όλες τις τάξεις και διάφορα παιδικά βιβλία, με τα οποία εξακολουθώ να ασχολούμαι. Μέχρι σήμερα. έχω γράψει και εκδώσει σε αριθμό, αν θεωρείται αξιομνημόνευτος, 260 βιβλία. Θεωρώ ότι στο γράψιμο βρίσκω τη ζωή. Άλλοι έχουν χόμπι το κυνήγι, το ποδόσφαιρο, τη χαρτοπαιξία. Το δικό μου χόμπι είναι το βιβλίο ή το γράψιμο. Νομίζω ότι αν δεν έγραφα, θα είχα πεθάνει. Δουλεύω κάθε μέρα επί 17 ώρες και ποτέ λιγότερο από 15, γράφοντας, διορθώνοντας και συμπληρώνοντας τα βιβλία μου. Εκεί βρίσκω τη χαρά της ζωής μου. Δεν έχω τίποτα άλλο. Ενώ ζω στην Αθήνα μπορώ να σας πω ότι ελάχιστες φορές έχω πάει στο θέατρο ή σε ταβέρνα. Μπορεί να θεωρηθώ μοναχικός άνθρωπος, αλλά έτσι ικανοποιούμαι, ευχαριστούμαι. Η συγγραφή είναι κάτι που με γεμίζει.
ΠτΘ.: Πόσα χρόνια είστε στο στίβο της συγγραφής, κ. Σμυρνιωτάκη;
Γ.Σ.: Το 1972 εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο και εξακολουθώ μέχρι και σήμερα να εργάζομαι. Παρόλο που έχω φύγει τόσα χρόνια από την εκπαίδευση, από το 1985, θέλω να έχω, και νομίζω ότι έχω, την αίσθηση του δασκάλου. Εδώ και δεκαοχτώ χρόνια που έχω φύγει από την ενεργό υπηρεσία, εξακολουθώ να είμαι δάσκαλος μέσα από τα βιβλία μου. Και αυτό το αισθάνομαι πιο υπεύθυνα τώρα, γιατί πρώτα ήμουν δάσκαλος μέσα σε μία τάξη διδάσκοντας τριάντα ή σαράντα παιδιά, ενώ σήμερα νομίζω ότι διδάσκω μέσα από τα βιβλία μου χιλιάδες παιδιά. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν σε όλη την Ελλάδα, ακούω καλές κριτικές, αλλά αυτό το ξέρει ο κόσμος, ας μην το πω εγώ. Θεωρώ ότι βοηθούν πάρα πολύ και τους γονείς που παρακολουθούν από κοντά την επίδοση των παιδιών τους καθώς και τους συναδέλφους, οι οποίοι βρίσκουν έτοιμο υλικό που μπορούν να το δώσουν για εμπέδωση της ύλης στο μάθημα που διδάσκουν κάθε μέρα.
ΠτΘ: Γιατί κατευθυνθήκατε στην έκδοση και στη συγγραφή συμπληρωματικών βιβλίων της εκπαίδευσης;
Γ.Σ.: Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στην αδυναμία και στις ελλείψεις των διδακτικών βιβλίων. Κάποτε, σε συνέντευξή μου, είχα πει ότι τα βιβλία του Οργανισμού γράφονται και εκδίδονται ειδικά για μας τους συγγραφείς, για να προχωρήσουμε στα βοηθήματα, στα λυσάρια. Έχουν τόσες ατέλειες, ανακρίβειες, λάθη και παραλείψεις που ένα παιδί, για να μπορεί να μάθει σωστά κάτι θα πρέπει να καταφύγει σε ένα βοήθημα. Το σχολικό βιβλίο είναι πάρα πολύ περιληπτικό, θα έλεγα, κι ας μου επιτραπεί, πάρα πολύ κακογραμμένο, σε βαθμό που δεν βοηθά το παιδί. Εγώ πάρα πολλές φορές διαβάζω βιβλία που θέλω να τα επεξεργαστώ και δεν καταλαβαίνω τι λένε. Όταν δεν το καταλαβαίνω εγώ, που είμαι εκπαιδευτικός, τότε τι θα καταλάβει το παιδί; Τα σχολικά βιβλία χαρακτηρίζονται από μία ασάφεια που θα έλεγα ότι οφείλεται σε απειρία, σε βιασύνη στο γράψιμο. Μερικά βιβλία είναι για πέταμα και εξακολουθούν να κυκλοφορούν στα σχολεία και να είναι τα επίσημα σχολικά βιβλία. Τελευταία βγήκε μία προκήρυξη διαγωνισμού για τη συγγραφή σχολικών βιβλίων και εκεί νομίζω ότι στη ρίζα υπάρχουν πολλά τρωτά. Κατ’ αρχήν ορίστηκε μία περίοδος δύο μηνών μέσα στο καλοκαίρι για να συγγραφούν τα βιβλία αυτά, έστω ένα υπόδειγμα 20-30 σελίδων. Αυτό είναι αδύνατον. Θεωρώ ότι η προκήρυξη ήταν πολύ πιο πριν γνωστή στους πολλούς, οι οποίοι επεξεργάζονταν τα θέματα των βιβλίων και την τελευταία στιγμή για να δώσουν μία νομιμοποίηση στις ενέργειές τους, έβγαλαν την προκήρυξη. Ο διαγωνισμός για είκοσι βιβλία περίπου επαναλαμβάνεται γιατί τα υποβληθέντα βιβλία δεν εγκρίθηκαν. Μάλιστα, μιλώντας με έναν κριτή, συγκεκριμένα για τα βιβλία μουσικής Β΄ και Γ΄ γυμνασίου, μου είπε ότι με άριστα το 100 βαθμολόγησε με 17 και αυτό χαριστικά. Τα βιβλία ήταν για πέταμα. Χαρακτηριστικά μου είπε ότι, αν έβλεπε τους συγγραφείς μπροστά του θα τους χαρακτήριζε «ανεύθυνους, κακούς παιδαγωγούς, ανάξιους».
ΠτΘ: Κατά την άποψή σας γιατί ο Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων εξακολουθεί να παράγει βιβλία ακατάλληλα. Γιατί όμως δεν υπάρχει διάθεση να βγει ένα εγχειρίδιο σωστό;
Γ.Σ.: Νομίζω ότι δεν γίνεται σωστή αξιολόγηση των προσώπων ούτε των βιβλίων. Δυστυχώς ισχύουν παντού τα κυκλώματα, οι γνωριμίες, και θα σας πω συγκεκριμένα ένα παράδειγμα. Σε αυτόν τον τελευταίο διαγωνισμό που ανέφερα προηγουμένως υποβάλλαμε ένα βιβλίο, τον «Οδηγό της νηπιαγωγού». Οι αξιολογητές ήταν τρεις, ένας πανεπιστημιακός, ένας σχολικός σύμβουλος και μία εν ενεργεία νηπιαγωγός. Ο πανεπιστημιακός βαθμολόγησε το βιβλίο με 82, με άριστα το 100, ο δάσκαλος με 48 και η νηπιαγωγός με 17. Είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια διαφορά στη βαθμολογία; Στον ίδιο διαγωνισμό άλλο βιβλίο βαθμολογήθηκε από την ίδια νηπιαγωγό με 100. Τι απεδείχθη εκ των υστέρων; Η νηπιαγωγός ήταν συγκάτοικος, όταν γινόταν η μετεκπαίδευση στην Αθήνα, με τη συγγραφέα του εν λόγω βιβλίου. Οπότε βαθμολογώντας με 100 το βιβλίο, ό,τι βαθμό και να έβαζαν οι άλλοι, είχε εξασφαλίσει την πρωτιά. Με αυτό θέλω να πω ότι, όταν υπερισχύουν οι προσωπικές σχέσεις, οι φιλίες, τα κυκλώματα, οι γνωριμίες, δεν γίνεται σωστά η αξιολόγηση. Προσωπική μου άποψη είναι ότι θα έπρεπε να ισχύσει αυτό που ίσχυε παλιά, το πολλαπλό βιβλίο. Μόνο έτσι θα υπήρχε μία άμιλλα μεταξύ των εκδοτών και κυρίως των συγγραφέων για να συγγράφονται και να παράγεται ένα καλό βιβλίο. Το επίσημο βιβλίο είναι ένα καλό ή κακό, που το βάζουν στη σάκα του παιδιού και είναι αναγκασμένο το παιδί να χρησιμοποιεί αυτό το βιβλίο, δυστυχώς. Παλιότερα απαγορευόταν δια ροπάλου, επί ποινή το σωστότερο, η σύσταση ενός βιβλίου. Όταν ήμουν, λοιπόν, δάσκαλος είχα γράψει ανοιχτή επιστολή προς τους δασκάλους και τους ανακοίνωνα ότι εξέδωσα το τάδε βιβλίο, θα παρακαλούσα να το δείτε και αν το κρίνετε κατάλληλο να το συστήσετε στους μαθητές ελεύθερα και να μην δίνετε σημασία στις σκοταδιστικές διαταγές του Υπουργείου Παιδείας, που απαγορεύει τη σύσταση των βιβλίων. Κάποιος λοιπόν καλοθελητής πήρε την επιστολή αυτή, την έστειλε στο υπουργείο Παιδείας και ο υπουργός με κάλεσε σε απολογία γιατί χαρακτήρισα σκοταδιστικές την απόφαση του υπουργείου, που απαγόρευε τη σύσταση βιβλίου, λες και δεν ήταν σκοταδιστικές, με αποτέλεσμα να μου κάνουν περικοπή του μισθού 15 ημερών.
ΠτΘ.: Επί ποίου υπουργού έγινε;
Γ.Σ.: Επί υπουργείας του κ. Ράλλη. Θεωρώ ότι ο δάσκαλος είναι ο μόνος κατάλληλος να συστήσει ένα βιβλίο, γιατί, όπως όταν είμαστε άρρωστοι δεν πάμε στο φαρμακοποιό, αλλά στο γιατρό, για να μας συστήσει το κατάλληλο φάρμακο για την θεραπευτική αγωγή, έτσι και ο γονέας θα πρέπει να ρωτήσει τον δάσκαλο για το ποιο βιβλίο θεωρεί κατάλληλο προκειμένου να βοηθήσει το παιδί του. Όταν αυτό το δικαίωμα το απαγορεύεις στο δάσκαλο, τότε θα πάει στο βιβλιοπωλείο ο γονέας και εκεί, αν μεν ο βιβλιοπώλης είναι ευσυνείδητος και καλός, μπορεί να προτείνει το καλό βιβλίο, αλλά αν ο βιβλιοπώλης είναι ανημέρωτος ή έχει ένα βιβλίο που θέλει να ξεφορτωθεί επειδή οι πωλήσεις του δεν πηγαίνουν καλά ή επειδή από το βιβλίο αυτό έχει μεγαλύτερη έκπτωση από τον εκδότη, θα συστήσει αυτό που τον εξυπηρετεί. Ενώ αν έφτανε η μητέρα στο βιβλιοπωλείο, από τον δάσκαλο σταλμένη και έχοντας υπόδειξη από εκείνον ποιο βιβλίο να πάρει, και ζητούσε από τον βιβλιοπώλη ένα συγκεκριμένο βιβλίο, εάν δεν το είχε θα πήγαινε σε άλλο βιβλιοπωλείο ή θα το είχε παραγγείλει.
Για να λειτουργήσει σωστά αυτό το σύστημα, θα πρέπει το βιβλίο να μείνει ελεύθερο και το καλύτερο θα ήταν να ισχύσει, όπως είπα και στην αρχή, το πολλαπλό βιβλίο. Επίσης, θα πρέπει τα βιβλία να μην διατίθενται παραπάνω από μια 5ετία. Δεν είναι δυνατόν 10 χρόνια να κρατήσει ένα βιβλίο, ενώ έχουν αλλάξει οι συνθήκες, έχει γίνει πρόοδος, έχουν επέλθει αλλαγές σε διάφορους τομείς, είτε επιστήμη είναι αυτή είτε κοινωνία. Τουλάχιστον μετά από μια 5ετία τα βιβλία θα πρέπει να αποσύρονται και να αλλάζουν και όχι να κρατούν 10 χρόνια. Επιπλέον, πρέπει να γίνεται σωστή αξιολόγηση. Αν εξακολουθήσει, δηλαδή, και επιμένει ο Οργανισμός να εκδίδει τα κρατικά βιβλία, να αφήνει το ελεύθερο και στο εμπόριο, στους εκδότες, στους συγγραφείς να κυκλοφορούν ελεύθερα τα βιβλία και με απόφαση του συλλόγου των διδασκόντων να αποφασίζουν να διαθέτουν και ένα δεύτερο βιβλίο, χωρίς βέβαια να υποχρεώνουν κανένα να το πάρει. Να υπάρχει μια λίστα των καταλληλότερων βιβλίων, η οποία όμως λίστα να καταρτίζεται από υπεύθυνους και ευσυνείδητους ανθρώπους, πέραν κομματικών και όποιων άλλων προτιμήσεων, ώστε να μην μπορεί κανείς να υπεισέλθει στα θέματα αυτά και να αλλοιώσει τη σωστή επιλογή με παρεμβάσεις.
ΠτΘ.: Γιατί η χώρα μας για τόσα χρόνια δεν έχει καταφέρει να εγκαταστήσει αξιοκρατικές δομές; Τι νομίζετε ότι φταίει;
Γ.Σ.: Με κούρασε πολύ. Νομίζω ότι φταίει ο κομματισμός. Τα κόμματα υπεισέρχονται και σε αυτόν τον τομέα, ενώ έπρεπε τουλάχιστον στο χώρο του βιβλίου να υπάρχει μια εθνική πολιτική. Ανεξάρτητα από τον κάθε υπουργό, ανεξάρτητα από τα κόμματα και την εκάστοτε κυβέρνηση, έπρεπε να υπάρχει μια εθνική πολιτική σ΄ ό,τι αφορά το βιβλίο, την εκπαίδευση, την παιδεία. Δεν μπορεί κάθε φορά να αλλάζει το σύστημα, να έρχεται ο ένας υπουργός να φέρνει το μονοτονικό, ο άλλος το πολυτονικό, ο άλλος να αλλάζει τα βιβλία. Αυτή τη στιγμή έχει προκηρυχθεί διαγωνισμός για τη συγγραφή του βιβλίου και κάποιοι συγγραφείς γράφουν ήδη βιβλία. Εάν αύριο γίνει κάποια κυβερνητική αλλαγή πολύ φοβάμαι ότι αυτά θα μείνουν στη μέση και θα προκηρυχθεί νέος διαγωνισμός. Πριν δυο χρόνια ίσχυε ο νόμος για το πολλαπλό βιβλίο, – όχι με νόμο, ήταν μόνο μια απόφαση. Προκηρύχθηκε πάλι λοιπόν ένας διαγωνισμός, στον οποίο λάβαμε μέρος, το βιβλίο μας εγκρίθηκε, μας πλήρωσε το υπουργείο 20.000.000 για την επιλογή, με την υποχρέωση να το εκδώσει. Από τότε πέρασαν 5 χρόνια, πήραμε τα χρήματα, το βιβλίο το έχουμε υποβάλλει σε ηλεκτρονική μορφή και μονταρισμένο έτοιμο για εκτύπωση, και είναι σε κάποιο ντουλάπι, κάπου στο υπουργείο. Όπως μας είπαν, δεν θα εκδοθεί, γιατί η απόφαση αυτή για το πολλαπλό βιβλίο αναθεωρήθηκε, δεν ισχύει. Και βέβαια δεν είναι το μοναδικό βιβλίο, γιατί τότε είχαν επιλεγεί 3 βιβλία, μεταξύ των τριών ήταν και το δικό μας.
ΠτΘ.: Γνωρίζετε αν άλλες χώρες έχουν θεσπίσει μοντέλα αξιοκρατίας;
Γ.Σ.: Βέβαια, δεν νομίζω ότι υπάρχει αλλού αυτό το χάλι που υπάρχει στη δική μας εκπαίδευση. Αν ήμουν όργανο της Ε.Ε. θα απαιτούσα την επιστροφή των χρημάτων αυτών για το βιβλίο που μένει στο ντουλάπι και δεν εκδίδεται.
ΠτΘ.: κ. Σμυρνιωτάκη, έχετε γράψει 260 βιβλία. Τα αγαπάτε όλα με τον ίδιο τρόπο;
Γ.Σ.: Ναι, τα θεωρώ πνευματικά μου παιδιά. Χθες τελείωσα τη συγγραφή του τελευταίου βιβλίου μου και έχω μεγάλη αγωνία μέχρι να ολοκληρωθεί και να το δω τυπωμένο. Εκνευρίζομαι όταν δεν βλέπω να προχωρεί και επειδή ως εκδοτικός οίκος αναλαμβάνουμε την έκδοση και άλλων βιβλίων, έχω εκείνη την ιδιοτροπία να προτάσσω το δικό μου βιβλίο. Δηλαδή όπως είναι μια γυναίκα, η οποία είναι έγκυος και περιμένει και θέλει να δει το παιδί της, να το καμαρώσει, να το χαρεί, να το σφίξει στην αγκαλιά της, το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ όταν έχει φτάσει στην τελευταία του φάση το βιβλίο και πρόκειται να εκδοθεί και να κυκλοφορήσει.
ΠτΘ.: Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο που να το θεωρείτε ιδιαίτερα αξιόλογο και που να σας αντιπροσωπεύει;
Γ.Σ.: Νομίζω ότι σε όλα έχω βάλει την ψυχή μου, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα. Καταρχήν για να γράψω ένα βιβλίο, πρέπει να αγαπώ το θέμα του πριν το γράψω να το έχω ζήσει μέσα μου για πολύ διάστημα, να το έχω στριφογυρίσει στο μυαλό μου, -και γι΄ αυτό έχω και τόση παραγωγικότητα,- αφού την ημέρα γράφω τουλάχιστον 50 σελίδες. Για να γράψω όμως αυτές τις 50 σελίδες τις έχω προεργαστεί μέσα στο μυαλό μου πολύ πριν.
ΠτΘ.: κ. Σμυρνιωτάκη, είσθε επιχειρηματίας. Γιατί επενδύσατε στη Θράκη;
Γ.Σ.: Για λόγους εθνικούς, χωρίς να με θεωρήσετε εθνικιστή. Είμαι άνθρωπος που αγαπάω πολύ την πατρίδα και την εδώ ακραία περιοχή, επειδή είχα υπηρετήσει και την είχα αγαπήσει. Και τώρα, όταν λέω τη λέξη Θράκη, αυτή με συγκινεί, επειδή έχω διαβάσει πολύ την ιστορία, τα όσα έχει τραβήξει ο λαός της, τις περιπέτειές της και την ιστορική της διαδρομή. Με γεμίζει ως τόπος η Θράκη.
ΠτΘ.: Σήμερα επικρατεί η άποψη στους πολλούς ότι οι εκδόσεις έχουν γίνει χοντρά μπακάλικα, μία τεράστια παραγωγή στο χώρο της λογοτεχνίας χωρίς κριτήρια, μπορεί να είναι κριτήριο το ευπαρουσίαστο της συγγραφέως και όχι η γραφή της, στο χώρο δε του σχολικού βοηθήματος βλέπουμε έναν τεράστιο ανταγωνισμό. Ποια είναι η άποψή σας;
Γ.Σ.: Είναι αλήθεια ότι στο χώρο του σχολικού βιβλίου υπάρχει και ανταγωνισμός και υπάρχει και μεγάλη παραγωγή και αυτό οφείλεται στη ζήτηση. Ισχύει δηλαδή ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης. Όλοι οι γονείς και κυρίως οι νέοι γονείς, αλλά και οι παλιότεροι, οι παππούδες, οι γιαγιάδες επειδή η γενιά μας στερήθηκε πολλά πράγματα, γιατί μεγαλώσαμε στον πόλεμο, δεν είχαμε τις δυνατότητες που έχουν σήμερα οι νέοι, ούτε τις οικονομικές, για να μπορούμε να προμηθευτούμε βιβλία. Εξάλλου, δεν υπήρχαν τόσα βιβλία όσα υπάρχουν σήμερα, αισθάνονται μια ανάγκη να πάρουν στο παιδί τους ένα σχολικό βιβλίο, γι΄ αυτό υπάρχει μια μεγάλη ζήτηση στο χώρο και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την έξαρση έκδοσης πολλών σχολικών βιβλίων. Αντίθετα, στη λογοτεχνία τα πράγματα είναι τραγικά. Δηλαδή σήμερα στην λογοτεχνία το καλύτερο βιβλίο μπορεί να πουλήσει 500 αντίτυπα. Μπορεί μερικοί να γράφουν ότι είναι 10η έκδοση ή και 7η έκδοση, τα οποία όμως είναι πολλές φορές εικονικά. Γιατί η 7η έκδοση δεν σημαίνει ότι είναι κάποιες χιλιάδες, μπορεί την έκδοση να την εννοεί με 100 βιβλία. Εν ολίγοις ο χώρος είναι ανεξέλεγκτος
ΠτΘ.: Το παιδί σας θα προτιμούσατε να διαβάζει ένα σχολικό βοήθημα ή λογοτεχνία;
Γ.Σ.: Θα προτιμούσα λογοτεχνία. Μου αρέσει πολύ η λογοτεχνία γιατί ένα σωστό λογοτεχνικό βιβλίο δίνει πολλά μηνύματα, διευρύνει το πνεύμα, ευαισθητοποιεί το παιδί. Το σχολικό βιβλίο είναι ένας τυφλοσούρτης με το οποίο απλώς μαθαίνει τα σχολικά του μαθήματα, το βοηθάει να μάθει αυτό το συγκεκριμένο που απαιτεί το σχολείο, ενώ το λογοτεχνικό βιβλίο του δημιουργεί ένα ελεύθερο πνεύμα, του αναπτύσσει την φαντασία, τον κάνει πιο καλό πολίτη, άνθρωπο, ενώ το σχολικό απλώς καλό μαθητή.
ΠτΘ.: Πώς βιώνετε σήμερα την κατάσταση στον πνευματικό πολιτισμό; Στα θέματα της εκπαίδευσης υπήρξαν άνθρωποι που έγραψαν ιστορία, όπως ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. Διατηρήσαμε το πνευματικό status το οποίο παραλάβαμε;
Γ.Σ.: Εδώ μπορούμε να πούμε και ναι και όχι. Σε πολλούς τομείς πήγαμε τον πήχη λίγο πιο ψηλά, σε άλλους νομίζω έχουμε στειρότητα. Λείπουν εκείνα τα παλιά τα φωτεινά μυαλά, όπως είπατε τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, δεν νομίζω ότι υπάρχει ένας που να είναι ισάξιός του. Δεν ξέρω τι φταίει, ίσως ο γρήγορος ρυθμός ζωής, που δεν υπάρχουν σήμερα ποιητές συγγραφείς. Σήμερα ο καθένας γράφει ένα βιβλιαράκι, και δηλώνει ποιητής. Οι μισοί Έλληνες είναι ποιητές σήμερα.
ΠτΘ.: Και στην εκπαίδευση πώς κρίνετε το επίπεδο; Συνεχώς γίνονται αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Υπάρχει όραμα στην εκπαίδευση;
Γ.Σ.: Νομίζω ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν στην εκπαίδευση σωστά αν υπήρχε εθνική πολιτική. Εφόσον εξακολουθήσει να επικρατεί αυτή η κατάσταση, ο κάθε υπουργός να επιβάλλει τις δικές του απόψεις δεν αλλάζει τίποτα.
ΠτΘ: κ. Σμυρνιωτάκη σας ευχαριστούμε πολύ.
Γ.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β.- Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
