Μην πετροβολατε το Πατριαρχειο

«Η διαμάχη ανάμεσα στην Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης δεν είναι μια διαμάχη εξουσίας, αλλά είναι, πρωτίστως, διαμάχη ιδεολογίας». Αυτό υποστηρίζει με τη σημερινή του συνέντευξη στον ΠτΘ, ο Διδάκτωρ θεολογίας και δημοσιογράφος, Συμεών Σολταρίδης, επισείοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο οι σχέσεις του Οικουμενικού θρόνου και της ελλαδικής εκκλησίας να οδηγηθούν σε οριστικό αδιέξοδο με συνέπεια το Πατριαρχείο να διακόψει το «κοινόν ποτήριον».

Οι ευθύνες γι΄ αυτήν την εξέλιξη, κατά τον κ. Σολταρίδη, βαρύνουν αποκλειστικά και προσωπικά τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο, «ο οποίος από την ημέρα της εκλογής του έχει αποδυθεί σε έναν αγώνα εξουσίας εις βάρος του Πατριαρχείου, συνασπιζόμενος ακόμα και με τον Πατριάρχη της Μόσχας».

Επί της ουσίας για την πράξη του 1928 περί των λεγομένων νέων χωρών, ο κ. Σολταρίδης υποστηρίζει ότι «το Πατριαρχείο δεν ζητά τίποτε άλλο από το να γίνουν σεβαστά αυτά που υπέγραψε κάποτε και η εκκλησία της Ελλάδος, όπως ακριβώς γίνονται σεβαστά και από την ελληνική πολιτεία» και ζητά να μην χρησιμοποιούν «εθνικές κορώνες» που βλάπτουν το Πατριαρχείο, όλοι εκείνοι που δεν γνωρίζουν από εκκλησιαστικό δίκαιο και δεν έχουν διαβάσει τα αρχεία για το τι πράγματι συνέβη το 1928».

ΠτΘ: Η διαμάχη ανάμεσα στον Πατριάρχη και τον Αρχιεπίσκοπο μοιάζει να έχει χαρακτηριστικά σύγκρουσης για εξουσία, κάτι που μου φαίνεται ότι δεν είναι καθόλου χριστιανικό…

Σ.Σ.: Επιτρέψτε μου να πω ότι δεν είναι μια διαμάχη εξουσίας, αλλά είναι μια διαμάχη ιδεολογίας. Και η εξουσία έπεται της ιδεολογίας. Θα πρέπει να δούμε πρώτα το πνεύμα που διέπει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δηλαδή την οικουμενική κίνηση και το οικουμενικό πνεύμα και την ελλαδική εκκλησία από την άλλη, η οποία είναι μια εκκλησία που διέπεται κυρίως από εθνική ιδεολογία που περιορίζεται εντός των ορίων της Ελλάδος. Από εκεί ξεκινάει η διαμάχη και έρχεται στο θέμα της εξουσίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει την εξουσία, δεν χρειάζεται άλλη εξουσία. Το πρόβλημα δημιουργείται στην ελλαδική εκκλησία σε κάποιες καίριες χρονικές στιγμές, όταν κάποιοι αρχιεπίσκοποι επιθυμούν να «εκμεταλλευτούν» την αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου λόγω πολιτικών δεδομένων, και να προσπαθήσουν να πάρουν ορισμένα πράγματα από το Πατριαρχείο. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε ότι αυτή η εξέλιξη ξεκινάει επί Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου το 1929 και για δεύτερη φορά γίνεται επί εποχής Ιερωνύμου. Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ δεν έκανε τίποτα το ιδιαίτερο, απλώς είχε διακόψει εν μέρει τις σχέσεις του με το Πατριαρχείο, τήρησε, όμως, την πράξη του 1928.

ΠτΘ: Θέλετε να πείτε ότι ο Σεραφείμ έστελνε προς έγκριση τους καταλόγους χηρευουσών μητροπόλεων της Βόρειας Ελλάδας και της Ηπείρου, στο Φανάρι;

Σ.Σ.: Βεβαίως, έχουμε τις δύο περίφημες αποστολές καταλόγων προς έγκριση για τη Μητρόπολη Γρεβενών και τη Μητρόπολη Ιωαννίνων.

Μετά την ανάληψη του θρόνου της ελλαδικής εκκλησίας από τον κ. Χριστόδουλο, υπήρξε η τάση να επανέλθουν καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί επί εποχής Ιερωνύμου. Το σημαντικότερο είναι ότι επί κ. Χριστόδουλου ξεκινάει από τον ίδιο η τάση για άσκηση εξωτερικής πολιτικής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτομάτως επιθυμεί και δημιουργεί το γραφείο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, άρα διασπά την ενότητα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Επί της ουσίας το Πατριαρχείο δεν ζητά τίποτα άλλο από το να γίνουν σεβαστά αυτά τα οποία είχε υπογράψει κάποτε και η Εκκλησία της Ελλάδος, όπως ακριβώς γίνονται σεβαστά και από την ελληνική πολιτεία.

ΠτΘ: Η πράξη ίδρυσης γραφείου στις Βρυξέλλες δεν αποτελεί μια θετική κίνηση της ελλαδικής εκκλησίας στο πλαίσιο μιας πολιτικής εξωστρέφειας και προσέγγισης με όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς;

Σ.Σ.: Ναι αλλά η Ευρώπη ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό που κάνει η ελλαδική εκκλησία, επίσης, και το βλέπουμε καθημερινά πια, είναι η συνεργασία με το Πατριαρχείο της Μόσχας, και αυτό το πράγμα είναι, επιτρέψτε μου να πω, κατακριτέο. Ας μην ξεχνάμε ότι το πατριαρχείο της Μόσχας αναδύει κατά καιρούς την λεγόμενη θεωρία της «Τρίτης Νέας Ρώμης», θέλει, δηλαδή, να πάρει τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και το σημαντικότερο που έγινε τελευταία και δεν βγήκε στα ΜΜΕ, είναι ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αντέδρασε στην πρόταση του Πατριαρχείου ώστε να μπει μέσα στο ευρωπαϊκό σύνταγμα ο όρος ότι το Πατριαρχείο είναι διεθνής οργανισμός, συνεπικουρούμενη και από το Πατριαρχείο της Μόσχας.

ΠτΘ: Μα και η Εκκλησία της Ελλάδος το μόνο που ζητά είναι να ισχύσουν όσα ίσχυαν από το 1928 και για 75 συναπτά χρόνια χωρίς να αντιδρά το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης…

Σ.Σ.: Έχουμε την αλληλογραφία της εποχής του Αθηναγόρα προς την Εκκλησία της Ελλάδος, έχουμε την αλληλογραφία του Πατριάρχη Δημητρίου προς την Εκκλησία της Ελλάδος, όπου ρητά αναφέρεται ότι δεν αποδέχονται την διαφοροποίηση της πράξης του 1928.

ΠτΘ: Θα επιμείνω ότι το θέμα ήγειρε ο κ. Βαρθολομαίος όταν προέκυψε το θέμα της χηρείας της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Γιατί δεν αντιδρούσε τόσο καιρό που είχαν κενωθεί πολλές άλλες Μητροπόλεις της Βορείου Ελλάδος;

Σ.Σ.: Επιτρέψτε μου να πω ότι δεν είναι σωστό το επιχείρημα πως όλες οι Μητροπόλεις έχουν την ίδια σημασία. Αλλά μια που το αναφέρετε, και στη Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως, που έχει χηρέψει, το ίδιο πράγμα γίνεται. Ζητήθηκε και πάλι ο κατάλογος από το Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο είναι ένας θεσμός που κατευνάζει, δεν δημιουργεί εντάσεις και διενέξεις. Εκτός κι αν τα πράγματα φτάσουν «στο μη περαιτέρω». Αυτήν την περίοδο φτάσαμε πια στην κορυφή του παγόβουνου.

ΠτΘ: Υπάρχουν αρκετοί Έλληνες που φοβούνται ότι η εφαρμογή της πράξης του 1928, θα σημάνει την υπαγωγή των Μητροπόλεων των νέων χωρών στο νομάρχη Κωνσταντινουπόλεως που είναι αυτός που διορίζει και τον ίδιο τον Πατριάρχη…

Σ.Σ.: Το θέμα των εθνικών αναστολών μου θυμίζει κάποιες άλλες παρωχημένες σκέψεις και την κινδυνολογία κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων.

Το θέμα των «Νέων Χωρών», όπως τότε χαρακτηρίσθηκαν από Έλληνες πολιτικούς, ή των Μητροπόλεων του κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα, ξεκινάει από το 1912-13 όταν αρχίζουν να απελευθερώνονται και να εντάσσονται στον εθνικό κορμό. Συν τοις άλλοις, έχουμε εκείνη την περίοδο την επαναστατική κυβέρνηση του 1917 στη Θεσσαλονίκη. Έτσι λοιπόν, ξεκινάει ο κόσμος και οι τότε αρχιερείς των περιοχών που απελευθερώνονται να ζητούν μια πνευματική αρχή, διότι δεν ανήκαν στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία δημιουργήθηκε, γνωστό αυτό και από τις δηλώσεις και το γραπτά του Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεου, με την Βαυαρική συνεργασία. Στο σημείο αυτό ζητούν από το Πατριαρχείο να τους δοθεί το δικαίωμα να κάνουν μια ημιαυτόνομη Εκκλησία την οποία δεν δέχεται το Πατριαρχείο διότι θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα. Έτσι σταματάει για λίγο το θέμα, μέχρι που να τελειώσει και ο Ά Παγκόσμιος πόλεμος που μαίνονταν την εποχή εκείνη. Η Μικρασιάτικη καταστροφή η οποία έρχεται στη συνέχεια και η ανταλλαγή των πληθυσμών δημιουργεί ένα τεράστιο πρόβλημα. Παρά την κρούση των ιεραρχών και του ποιμνίου της εποχής εκείνης προς το Πατριαρχείο, αυτό έχοντας μια σώφρονα πολιτική φτάνει μέχρι την υπογραφή της πράξης του 1928. Η υπογραφή της πράξης, πάντως, ξεκινάει από το 1924-25 και υπάρχει μια αλληλογραφία την οποία ερευνώ αυτή τη στιγμή μέσα στους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας και στο αρχείο του υπουργείο Εξωτερικών αλλά και στο προσωπικό αρχείο του Βενιζέλου, όπου βλέπουμε την αλληλογραφία που δημιουργείται μεταξύ των δύο εκκλησιών και της πολιτείας.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι σε κάποια φάση, ενώ ο τότε Αρχιεπίσκοπος κ Χρυσόστομος ζητά να αφομοιωθούν οι μητροπόλεις, τελικά το Πατριαρχείο προτείνει στην ελληνική κυβέρνηση να παραχωρηθούν επιτροπικώς αυτές στην ελλαδική εκκλησία. Θα πρέπει καταλάβει ο κόσμος ότι ο άμεσος συνομιλητής του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η ελληνική πολιτεία. Γι΄ αυτό κατοχυρώνεται και η πράξη του 1928 μέσα στο Σύνταγμα της Ελλάδος.

Αρα θα πρέπει και οι ιεράρχες της ελλαδικής εκκλησίας και οι ανήκοντες στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και οι λαϊκοί οι οποίοι θέλουν να έχουν λόγο, να διαβάσουν λίγο ιστορία, να διαβάσουν εκκλησιαστικό Δίκαιο, να ακούσουν τις νομικές γνωμοδοτήσεις και στη συνέχεια να γνωμοδοτούν με επιζήμιο τρόπο για πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουν. Και είναι επιζήμια η συμπεριφορά τους, διότι δεν γνωρίζουμε πως θα αντιδράσει το Πατριαρχείο σε περίπτωση που δεν θα υπάρξει αυτή, η κατά κάποιο τρόπο, συγχώνευση των σκέψεων και των ιδεών μεταξύ της ελλαδικής εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οταν υπέγραφαν μαζί και τα τρία μέρη την πράξη του 1928, τότε μιλούσαν για πραγματική εθνική υποχρέωση ώστε να παραμείνουν οι μητροπόλεις αυτές, ως περιοχές των νέων χωρών. Τι άλλαξε λοιπόν μέσα σ΄ αυτό το διάβα των τόσων ετών; Μην ξεχνάτε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο πολλές φορές «κατ’ οικονομία» παραχώρησε πολλά πράγματα, μέχρι και το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, 13-14 χρόνια μετά την απελευθέρωσή της.

ΠτΘ.: Και αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο Πατριάρχης είναι εγκλωβισμένος στις σκοπιμότητες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, έχουν άδικο;

Σ.Σ.: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ένας Τούρκος πολίτης, εφόσον ζει στην τουρκική επικράτεια, εκλέγεται από την σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στη συνέχεια, εφόσον αναλαμβάνει έναν θεσμικό ρόλο, η τουρκική κυβέρνηση αποδέχεται το διορισμό του νέου Πατριάρχη. Ορισμένοι χρησιμοποιούν αυτά τα πράγματα για να δημιουργήσουν εκείνες τις λεγόμενες εθνικές κινδυνολογίες.

ΠτΘ.: Η Άγκυρα δεν ελέγχει τη λειτουργία του Πατριαρχείου;

Σ.Σ.: Δεν θέλω τώρα να κάνω συγκρίσεις με το τι συμβαίνει σε άλλες περιοχές, απλά όμως θέλω να πω ότι βεβαίως και είναι ένα από τα αιτήματα του Πατριαρχείου να σταματήσει η Άγκυρα να ασχολείται με τα «έσω-πατριαρχικά» πράγματα και το έθεσε αυτό ο Πατριάρχης στις πρόσφατες συναντήσεις του με τους κ.κ. Ερντογάν και Γκιουλ.

ΠτΘ.: Δεν είναι όμηρος, λοιπόν, της Τουρκίας ο κ. Βαρθολομαίος;

Σ.Σ.: Όχι δεν είναι όμηρος, απλώς είναι ένας πολίτης μιας χώρας όπου θα πρέπει να προασπίσει πρωτίστως το γένος, θα πρέπει να προασπίσει την ομογένεια της Πόλης, θα πρέπει να προασπίσει όλες τις παρακαταθήκες τις οποίες έλαβε, και δεν παύει, βέβαια, να είναι ένας Οικουμενικός Πατριάρχης. Λίγες φορές βγήκε και κατήγγειλε του τουρκικό κράτος για όλα αυτά τα οποία έπραξε σε βάρος της ομογένειας; Αν ήταν ισορροπιστής ή όμηρος δεν θα τα έλεγε.

ΠτΘ.: Δεν είναι άσχημο το φαινόμενο να παρουσιάζεται σήμερα ο κ. Βαρθολομαίος να ασκεί αντιπολίτευση στον Αρχιεπίσκοπο έχοντας υπό την επιρροή του ορισμένους μητροπολίτες που συνασπίζονται γύρω του;

Σ.Σ.: Ξέρετε κάτι; Συνασπίζονται όχι γύρω από τον Πατριάρχη, αλλά γύρω από τον εαυτό τους, διότι στην ελλαδική εκκλησία, το καταγγέλλουν ήδη οι ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπάρχει μια απολυταρχία και δεν υπάρχει δημοκρατία.

ΠτΘ.: Βλέπετε την κυβέρνηση να παίρνει θέση για να λυθεί η διαφορά που έχει προκύψει;

Σ.Σ.: Όχι, ίσα –ίσα βλέπω ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να μείνει τελείως έξω από αυτή την καθαρώς εκκλησιαστική υπόθεση. Δεν είναι, πάντως, αυτή μια αμφίδρομη διαμάχη. Είναι μια διαμάχη που εκπορεύεται από την ελλαδική εκκλησία εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ξέρετε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πολλές φορές υπομένει, μπορεί να υπομένει επί μήνες, επί χρόνια, αλλά πολύ φοβάμαι ότι όταν αντιδρά, αντιδρά καταλυτικά. Το έχω γράψει στην Ελευθεροτυπία πολλές φορές αυτό το πράγμα σε άρθρα τα οποία έχω δημοσιεύσει. Φοβάμαι ότι στο τέλος, εξαιτίας κάποιων κύκλων που βρίσκονται γύρω από τον αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο, θα τον οδηγήσουν σε πράγματα στα οποία το Φανάρι πλέον θα αντιδράσει αρνητικά με αποτέλεσμα να έχουμε οικτρές συνέπειες στην Εκκλησία της Ελλάδος. Και όταν λέω οικτρές συνέπειες, φοβάμαι μη φτάσουμε στο σημείο να διακόψει το Οικουμενικό Πατριαρχείο το «κοινόν ποτήριον» με την Εκκλησία της Ελλάδος.

ΠτΘ: Αυτό μου ακούγεται σαν απειλή…

Σ.Σ.: Δεν είναι απειλή. Όταν αυτή τη στιγμή δημιουργούνται διάφορα προβλήματα, πρέπει κατά κάποιον τρόπο και το Πατριαρχείο να αντιδράσει.

ΠτΘ: Θέλετε να πείτε ότι το Πατριαρχείο βρίσκεται σε άμυνα;

Σ.Σ.: Βεβαίως, και όλα αυτά τα χρόνια το Πατριαρχείο βρισκόταν σε άμυνα. Αν διαβάσετε τα αρχεία θα δείτε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δέχτηκε πολλά ραπίσματα και από την τουρκική κυβέρνηση, αλλά και από διάφορες άλλες περιοχές, ακόμα και αυτής της ίδιας της Αθήνας.

ΠτΘ: Είσθε αισιόδοξος για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης;

Σ.Σ.: Όσο η Τουρκία εκσυγχρονίζεται και εκδημοκρατίζεται τόσο φτάνουμε πιο κοντά στην λύση της Χάλκης.

Ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας έγκειται σε πάρα πολλά δεδομένα και σε πολλούς άξονες επάνω. Το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης αποτέλεσε μια κατάφορη αδικία σε βάρος της ομογένειας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό που θα πρέπει να το κατανοήσει η ίδια η τουρκική κυβέρνηση. Η τουρκική πολιτεία πρέπει να αποδεχτεί να ανοίξει η θεολογική σχολή της Χάλκης με τα δεδομένα του 1951-52 και όχι με τα σημερινά δεδομένα που γίνεται προσπάθεια να ενταχθεί κάτω από την ομπρέλα της ανώτατης επιτροπής Παιδείας της Τουρκίας.

ΠτΘ: Αυτόν τον καιρό ετοιμάζετε κάποιο συγγραφικό πόνημα;

Σ.Σ.: Ναι, ετοιμάζω κάτι σχετικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τη συνθήκη της Λοζάννης και τις νέες χώρες. Είναι μια νέα μελέτη, έχω ολοκληρώσει την βιβλιογραφία όποτε είναι τώρα πλέον είναι θέμα να το γράψω. Πιστεύω περίπου σ΄ ενάμιση χρόνο να έχω ολοκληρώσει το έργο μου.

ΠτΘ: Σας ευχαριστώ πολύ.

Σ.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Δ.Δ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.