Για τον θερινο κινηματογραφο
Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο, η εξαγγελθείσα Δημοτική Πινακοθήκη στο Μέγαρο Στάλιου και τώρα η δημιουργία του Θερινού Κινηματογράφου, στους πάλαι ποτέ κήπους της πόλης, στα περιβόλια της, παραδίδουν τη Ρέμβη στον εαυτό της. Στον ρεμβασμό δηλαδή και την ονειροπόληση προς τα αγαθά μιας πλούσιας πολιτιστικής παραγωγής, με άποψη και αισθητική. Στην περιπλάνηση του νου και της φαντασίας, στη χαμένη αθωότητα της νιότης μας.
Προέκταση στην ουσία ενός αγνοημένου και παραμελημένου ιστορικού κέντρου (Αστικό Κέντρο της παλιάς Κομοτηνής, «ο Παλιόκοσμος») η Ρέμβη διασώζει την ιστορική, πολιτιστική κληρονομιά αυτού του ιστορικού κέντρου, περιβάλλει και τιμά τις προαναφερθείσες πολιτιστικές παρακαταθήκες (Δημοτική Βιβλιοθήκη – σήμερα Δημοτικό Θέατρο) και είναι έτοιμη να διεκδικήσει και να υποδεχτεί οτιδήποτε αναδεικνύει, προστατεύει και εξελίσσει την πολιτιστική παράδοση της πόλης.
Θέλω να επανέλθω λοιπόν, με την ευκαιρία αυτού του άρθρου, για να αποκατασταθεί κάποια πιθανή παρανόηση που μοιραία θα μπορούσε να προκαλέσει την οξύτητα της αντιπαράθεσης, από την «επίθεση» που η Δημοτική Αρχή δέχτηκε, επειδή υιοθέτησε τη δημιουργία ενός θερινού κινηματογράφου.
Δεν αποφασίστηκε η δημιουργία θερινού κινηματογράφου στη συγκεκριμένη περιοχή της Ρέμβης επειδή οι σημερινές οδοί Κονδύλη και Ν. Πλαστήρα ήταν κάποτε «Οδοί της χαράς» λόγω… «Σαλιαμπάλια». Ήταν κι έτσι. Αλλά όχι μόνον. Νομίζω όμως ότι ήμουν σαφής, ως προς τις ιστορικές σχέσεις της περιοχής στην αναφορά μου, κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Δύο μόνον επιπλέον λόγια, ως προς την πολιτική σημασία όσων είπα.
Οφείλουμε σήμερα να αποκαταστήσουμε στη συλλογική μνήμη των κατοίκων της συνοικίας και της πόλης, την πολιτιστική αξία των τόσο σημαντικών για την Κομοτηνή «κτιρίων – μνημείων» της, που πριν κάποιες δεκαετίες, λόγω της χρήσης τους απαξιώθηκαν από μια λογική μισαλλοδοξίας και εμφυλιοπολεμικού σπαραγμού.
Υπάρχουν ακόμη και σήμερα συνδημότες μας, που θυμούνται το Μέγαρο Στάλιου, ως κτίριο της Ασφάλειας και τα κρεμασμένα πτώματα των ανταρτών στο προαύλιο όπου σήμερα το κτίριο του Προσκοπισμού, λίγα μέτρα πιο κει από το σημείο, όπου θα υπάρξει ο θερινός κινηματογράφος.
Θεωρούμε υποχρέωσή μας, ως Δημοτική Αρχή, να παραδώσουμε κτίρια και χώρους στους δημότες, ως σύμβολα δημιουργικής ενότητας, ειρηνικής συμβίωσης και πολιτισμού.
Η Ρέμβη είναι μια προσφυγική συνοικία. Έχει φιλήσυχους, εργατικούς και προοδευτικούς ανθρώπους. Κάτοικοι που κόντρα στις επιταγές των σύγχρονων καιρών, διατηρούν με πάθος συνήθειες και παραδόσεις της παλιάς γειτονιάς. Καθαριότητα, ασπρισμένα πεζοδρόμια, πράσινο και λουλούδια, στα λίγα τετραγωνικά του προσφυγικού τους σπιτιού. Τις «κομσού-καπού», τις μικρές παρέες τις νύχτες του καλοκαιριού μπροστά σε κάθε αυλόπορτα, στο πεζοδρόμιο.
Συγκαταβατικοί και φιλόξενοι υποδέχτηκαν στη συνοικία τους τις οικογένειες των συμπολιτών μας, από την πρώην Σοβιετική Ένωση πριν από μια δεκαετία περίπου.
Τα όποια προβλήματα συγκατοίκησης που παρουσιάστηκαν στην αρχή ξεπεράστηκαν. Σήμερα, συναντάς εικόνες μιας ήπιας, ειρηνικής συνύπαρξης. Ασπρόμαυρες ίσως ακόμη, λόγω των προβλημάτων της επιβίωσης, αλλά καθόλου σκληρές, ούτε αφιλόξενες και ξενόφοβες.
Επί του προκειμένου τώρα και επί των όποιων διαμαρτυριών εκφράστηκαν για τη δημιουργία του θερινού κινηματογράφου:
Θα θεωρούσα περισσότερο ειλικρινή τα επιχειρήματα των ολίγων διαμαρτυρόμενων νέων κατοίκων της Ρέμβης αν αυτά υποστήριζαν ότι ο θερινός κινηματογράφος θα τους κρύβει κάποιες από τις πολυτελείς κατασκευές των νεόδμητων κατοικιών τους, όχι όμως ότι η λειτουργία του θα «υποβαθμίσει» την περιοχή.
Άλλωστε ο χαρακτηρισμός του χώρου ως χώρος θερινού κινηματογράφου αναψυχής υπήρχε πριν την ανέγερση των κατοικιών τους.
Οπότε είναι προφάσεις εν αμαρτίαις ο ισχυρισμός τους περί «χώρου αμιγούς κατοικίας». Ο οποίος ισχυρισμός εκτός από αφελής και αντιφατικός, είναι και παραπλανητικός ως προς τις θεμιτές προσδοκίες για έναν αναβαθμισμένο τρόπο ζωής. Διότι «ο χώρος αμιγούς κατοικίας» όπως μετ’ επιτάσεως τίθεται, αποκλείει – σύμφωνα με τη λογική τους – οποιουδήποτε κοινόχρηστου χώρου πρασίνου ή παιδιάς ή ψυχαγωγίας και αντιφάσκει ως προς τα άλλα επιχειρήματα περί ελλείψεως παιδικών χαρών, πλατειών κ.λπ.
Ο θερινός κινηματογράφος, που θα κατασκευαστεί εκεί θα αποτελεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έναν πνεύμονα πρασίνου κι ένα χώρο δημιουργικής συνεύρεσης και ψυχαγωγικής δράσης των κατοίκων της περιοχής και της πόλης.
Προβλήματα στη συνοικία της Ρέμβης υπάρχουν. Έλλειψη κοινοχρήστων χώρων και πλατειών υπάρχει. Τίθεται εδώ και χρόνια στις λαϊκές συνελεύσεις στη συνοικία. Η Δημοτική Αρχή έχει προτάσεις και θα προτείνει λύσεις.
Δεν είδα όμως ποτέ τους σημερινούς διαμαρτυρόμενους να συγκεντρώνουν υπογραφές, να απαιτούν την αποκατάσταση της Χ. Βαμβακά, μπροστά στο 4ο Δημοτικό Σχολείο, ως πεζοδρόμου, όπως έχει χαρακτηρισθεί και που από τους περισσότερους παραβιάζεται.
Δεν είδα παραδείγματος χάριν να διαμαρτυρηθούν για τη λειτουργία νυχτερινών μπαρ ένα δρόμο πίσω από την πλάτη των σπιτιών τους. Ούτε γιατί τόσα χρόνια το Μέγαρο Στάλιου ρημάζει αναξιοποίητο ή ότι ο σκελετός μιας ημιτελούς πολυκατοικίας δεκαετίες τώρα αποτελεί κίνδυνο – θάνατο, για το παιχνίδι των παιδιών.
Δεν είδα τέλος προτάσεις τους για την αναβάθμιση του κεντρικού δρόμου της Ρέμβης, της παλιάς οδού Ξάνθης, δρόμος ο οποίος μεταφέρει ακόμη τη ρύπανση και τη φθορά από τις παλιές «βαριές» επαγγελματικές και άλλες χρήσεις.
Γνωρίζω φυσικά τη δική μας ευθύνη, της Δημοτικής Αρχής, για όλα αυτά. Αλλά όμως πρέπει και οι δημότες να υποστηρίζουν και να προτείνουν τις παρεμβάσεις της, οι οποίες να είναι σίγουροι ότι γίνονται για το κοινό όφελος.
Πιστεύω και ελπίζω ότι θα πετύχουμε την μεγαλύτερη το δυνατόν συσπείρωση και την υποστήριξη των συνδημοτών μας, με την επανασύσταση και επαναλειτουργία των ξεχασμένων συνοικιακών συμβουλίων.
Η πολιτική μας και τα έργα μας έχουν αναφορά στον άνθρωπο και τη ζωή του. Στον άνθρωπο και τις κοινωνικές του δραστηριότητες. Επ’ ουδενί δεν θα κατασκευάζαμε ένα θερινό κινηματογράφο, όπου θα ήταν η «πράσινη γραμμή» μεταξύ της παλιάς συνοικίας της Ρέμβης και των νέων πολιτών της.
Το «εμείς δεν είμαστε Ρέμβη» αλλά «Χίλια Δέντρα» αποτελεί μια επικίνδυνη διάκριση, αποκαλύπτει μία ελιτίστικη αντίληψη και οδηγεί σ’ έναν ιδιότυπο απομονωτισμό.
Άλλωστε τα «Χίλια Δέντρα» δεν υπάρχουν πια (λόγω και του χαρακτηρισμού του ως χώρου «αμιγούς κατοικίας»), παρά μόνον (ίσως) στις αναμνήσεις των μαθητικών εκδρομών του κ. Μήλιογλου και ως λογοτεχνικός τίτλος για κάποια άλλα «Χίλια Δέντρα» στο υπέροχο διήγημα του Γιώργου Ιωάννου.
Πάντως κι αυτά όταν υπήρχαν, υπήρχαν ένα χιλιόμετρο περίπου πιο κάτω, από το χώρο όπου η κατοικία του και ο θερινός κινηματογράφος, στο Πανθρακικό Στάδιο. Εκεί όπου κείται το Ολυμπιακό Πνεύμα και μαζί του η τελευταία ελπίδα ολοκλήρωσης των έργων του.
Για πόλεις στα πρότυπα του ηλεκτρονικού παιχνιδιού «SIMS CITY», παραπέμπουμε στο πολιτιστικό πρόγραμμα της αντιπολίτευσης του Δήμου όπως αυτό επαναδιατύπωσε, με πρόσφατη συνέντευξή του, ο κ. Σερμπέζης. Πρόταση για μια πόλη και έναν πολιτισμό που θα παράγει η εικονική πραγματικότητα του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Πρόταση για έναν πολιτισμό, που παραπέμπει σε τουριστικές αφίσες του ΕΟΤ, που αφήνει έξω τον άνθρωπο, τη συμμετοχή του πολίτη και εναποθέτει το μέλλον, στον χρήσιμο μεν για την επικοινωνία, απρόσωπο δε «κυβερνοχώρο».
Θα συνιστούσα στον κ. Σερμπέζη να επιστρέψει στην προσφιλή του και περισσότερο εποικοδομητική ενασχόλησή του με την παράδοση και τη… «λαογραφία», που πιστά υπηρέτησε και σήμερα δημοσίως απορρίπτει. Ή τέλος πάντων παρέλειψε να μας αναφέρει ότι μέχρι σήμερα υπήρξε ο «ιδεολογικός» εκφραστής αυτής της πολιτιστικής παραγωγής, που σήμερα ο ίδιος χαρακτηρίζει «οπισθοδρόμηση». Οι όποιες διαφορές του με τον Μορφωτικό Όμιλο Κομοτηνής, τον κύριο και αναγνωρισμένο φορέα διάσωσης και προβολής της λαογραφικής μας κληρονομιάς, δεν μπορεί να τις χαρακτηρίζει προτάσεις για την πολιτιστική πολιτική στο Δήμο και να επιδίδεται σε εύκολη κριτική.
Ούτε φυσικά μπορεί κανείς να θεωρήσει σοβαρές τις προτάσεις για τη στέγαση του θερινού κινηματογράφου στο «Χωριό των Γεύσεων».
Ο θερινός κινηματογράφος δεν αποτελεί μουσειακό είδος, ούτε με τη δημιουργία του επιδιώκουμε την αναβίωση ή την αναπαράστασή του. Δεν πιστεύουμε ότι είναι ένα είδος που εξέλειψε, αφού σήμερα μπορούμε να τον ξαναδημιουργήσουμε έτσι όπως τον ζούσαμε.
Οι καλοκαιρινές νύχτες παραμένουν οι ίδιες, το ίδιο και τα φεγγάρια και ο ουρανός ένας και κοινός. Το άρωμα του γιασεμιού και το χρώμα της βουκαμβίλιας μοσχοβολούν ακόμη στη γειτονιά. Μένει λοιπόν σ’ όλα αυτά να δώσουμε ψυχή.
Θα επιμείνουμε στην απόφασή μας για τη δημιουργία θερινού κινηματογράφου στη Ρέμβη. Θα επιμείνουμε να παρεμβαίνουμε σε χώρους όπου ζουν άνθρωποι, πολίτες, δημότες, οι οποίοι θα συμμετάσχουν, θα δημιουργούν, θα επικοινωνούν. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να αναπλάσουμε τους χώρους (εκεί όπου υπάρχουν ή τους δημιουργούμε) ως μοντέλα του «Playmobil».
Είμαστε αποφασισμένοι να ξανακερδίσουμε τις χαμένες ευκαιρίες του παρελθόντος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του κινηματογράφου είμαστε υποχρεωμένοι να «δώσουμε πάλι πίσω τους ανθρώπους το τρυφερό σκοτάδι αλλά και το διάλειμμα…» όπως θα έλεγε κι ο αγαπητός συμπολίτης μας συγγραφέας Μισέλ Φάις μιλώντας για τα «θερινά σινεμά» της πόλης μας.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
