Κασσιανη: Αγια η αμαρτωλη;
Πρόκειται για την εκ παραδόσεως, γνωστή νέα, την οποία δεν έκανε σύζυγό του ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, που προτίμησε αντί γι αυτήν τη Θεοδώρα.
Είναι γνωστή από τους Βυζαντινούς χρονογράφους η ιστορία κατά την οποία το 830 μ.Χ. η μητριά του Θεόφιλου, Ευφροσύνη, θέλοντας να βρει άξια σύζυγο στο θετό γιο της διοργάνωσε ένα είδος καλλιστείων, στέλνοντας εντολή σε όλα τα θέματα, τις διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, να συγκεντρωθούν οι ωραιότερες κοπέλες και να παρουσιαστούν στο παλάτι. Ανάμεσα στις δώδεκα κόρες που ορίστηκαν ως υποψήφιες και που κατάγονταν από τις ευγενέστερες οικογένειες, ξεχώρισαν δύο: η Κασσία, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγόταν από οικογένεια ευπατρίδων και η αρχόντισσα επίσης Θεοδώρα.
Οταν συγκεντρώθηκαν στην επίσημη αίθουσα, η Ευφροσύνη έδωσε στο Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο να το προσφέρει στην κόρη που θα τον συγκινούσε περισσότερο. Εκείνος στράφηκε προς την Κασσία, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της για να της προσφέρει το μήλο. Ιδιόρρυθμος καθώς ήταν της απηύθυνε μια απροσδόκητη και κακόβουλη παρατήρηση: “Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα”.
Η Κασσιανή δείχνοντας υπόδειγμα συμπεριφοράς Χριστιανής παρθένου, κοκκίνισε, όπως λένε οι ιστορικοί, αλλά ούτε τα έχασε, ούτε υπολόγισε ότι θα έχανε το θρόνο, ούτε δέχθηκε να προδώσει την αλήθεια και το φύλο της. Και έδωσε μια απάντηση, καμπάνα θεολογίας, που έτρεψε σε φυγή την κακόδοξη ψυχή του Θεόφιλου: “Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω”, του είπε κάνοντας με τις επτά αυτές λέξεις περίληψη ολόκληρης της χριστιανικής θεολογίας.
Ο Θεόφιλος νιώθοντας την αξία και την ευστροφία της και πειραγμένος από την απάντηση αυτή, της γύρισε την πλάτη, όπως γύρισε την πλάτη και στην Παναγία, στη γυναίκα “εξ ής πηγάζει τα κρείττω”, αρνούμενος την εικόνα και Αυτής και του Υιού Της και έδωσε το χρυσό μήλο της εκλογής στη σιωπηλή Θεοδώρα. Η Κασσιανή, πέφτοντας θύμα της ευφυΐας και της ελευθεροστομίας της, είχε χάσει οριστικά το θρόνο.
Σ αυτήν αποδίδονται πολλά δοξαστικά, μεταξύ των οποίων και ένα περίφημο δοξαστικό των Χριστουγέννων. Πιο γνωστή όμως είναι από το δοξαστικό των αποστίχων της Μεγάλης Τρίτης σε ήχο πλάγιο Δ. Δικό της επίσης ποίημα είναι οι τέσσερις πρώτοι Ειρμοί του Κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου.
Η περίφημη Βυζαντινή ποιήτρια Κασσιανή, γνωστή στις πηγές και ως Κασσιανή, Ικασία, Κασία και Κασσία, γεννήθηκε περίπου στα 810 μ.Χ. Η προσωπικότητά της κινείται ανάμεσα στην ιστορία και στο μύθο. Την ιστορική της εικόνα αμαυρώνουν πολλές πλάνες και παρεξηγήσεις.
Φιλόλογοι, ιστορικοί, λαογράφοι και θεολόγοι ερίζουν για το πρόσωπο και το έργο της Κασσιανής. Ο απλός λαός άλλοτε την θεωρούσε αγία και άλλοτε πόρνη. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως το γνωστό τροπάριό της είναι ποίημα μιας πολύ αμαρτωλής γυναίκας, μιας μετανοημένης πόρνης.
Το θέμα, ωστόσο, του τροπαρίου της Κασσιανής δεν είναι προσωπικό, δεν αναφέρεται δηλαδή στη ζωή και την αμαρτία της ποιήτριας. Αναφέρεται στο γνωστό επεισόδιο της αμαρτωλής γυναίκας, που μετανιωμένη για την ακάθαρτη και αμαρτωλή ζωή της συνάντησε το Χριστό στην οικία του Φαρισαίου και, αφού άλειψε με μύρο τα πόδια του Κυρίου, ζήτησε με δάκρυα την άφεση των αμαρτιών της.
“Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, τήν Σήν αισθομένη θεότητα, οδυρόμενη μύρα Σοί πρό του ενταφιασμού κομίζει…”. Μια γυναίκα αμαρτωλή, καταλαβαίνοντας την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, αναλαμβάνει το ρόλο της Μυροφόρου, και φέρνει στο Χριστό μύρα, πριν από τον ενταφιασμό Του. Με μια συγκινητική χειρονομία αγάπης, σιωπηλή, αλείφει με μύρο τα πόδια του Κυρίου, και τα σκουπίζει με τα δάκρυα και τα μαλλιά της, δείχνοντας μ΄ αυτό τον τρόπο την έμπρακτη μετάνοιά της, την οποία ο Κύριος κάνει αμέσως αποδεκτή.
“Καταφιλήσω τους αχράντους Σου πόδας”. Θα φιλήσω τα άχραντα πόδια Σου και θα σκουπίσω με τα μαλλιά της κεφαλής μου αυτά τα ίδια πόδια που η Εύα μετά την παρακοή της το δειλινό μέσα στον Παράδεισο, άκουσε τον ήχο των βημάτων τους και κρύφθηκε από το φόβο της. Όμως εγώ, σαν να λέει η αμαρτωλή, αλλά μετανοημένη γυναίκα, δε φεύγω από φόβο, αλλά πέφτω και πλένω με τα δάκρυά μου τα πόδια, που φοβήθηκε η Εύα, γιατί εγώ ΄΄αγάπησα πολύ΄΄ και μετανόησα.
Μυροφόρος η πόρνη γυναίκα, στην ψυχή της οποίας παρέμεινε η ευαισθησία και η συναίσθηση της αμαρτίας. Δάκρυα, μύρα, ταπείνωση, μπλέκονται με τα αισθήματα αγάπης προς Αυτόν, ο οποίος τη λυτρώνει από την αμαρτία. Δεν μιλά, μονάχα πράττει. Δε φωνάζει ότι αγαπά, αλλά προσφέρει, δεν δηλώνει ότι είναι αμαρτωλή, αλλά μετανοεί, δεν φοβάται την κατακραυγή, αλλά προέχει η σωτηρία, δεν μένει να χαρεί για το έλεος του Θεού, παρά μόνο απέρχεται, για να συνειδητοποιήσει ότι εφ΄ όρου ζωής έχει ένα αβάσταχτο χρέος αγάπης, συναίσθησης της ευεργεσίας και δοξολογίας προς τον Κύριο.
“Δέξαι μου τάς πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ. Μη με την Σήν δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος”. Και η αντίδραση του Χριστού στην πράξη της μυροφόρου είναι η ίδια όπως και σε κάθε ανθρώπινη ψυχή. Δεν δέχεται την αντίδραση των άλλων – ανάμεσά τους και των μαθητών Του- , οι οποίοι διαμαρτύρονται, συχνά υποκριτικά, για την αξία του μύρου που σπατάλησε η μυροφόρος, αλλά σιωπηλά αποδέχεται το μύρο, την πράξη, το άδειασμα της αμαρτίας και την ευωδιά της αγάπης:
Μετά την απόρριψη από τον Θεόφιλο η Κασία έγινε μοναχή, όχι από ερωτική απογοήτευση προς τον ουσιαστικά άγνωστό της Θεόφιλο, αλλά από έρωτα θείο. Έδωσε την περιουσία της για να κτισθεί η περίφημη τότε μονή ΄΄Εικασίας της μοναχής΄΄. Κλείσθηκε μέσα σ΄ αυτήν και έζησε τη μακάρια ζωή της εν Χριστώ ησυχίας, όταν η ευσεβής επίσης και ορθόδοξη Θεοδώρα, που τελικά επέλεξε ο Θεόφιλος για σύζυγο, ζούσε μέσα στις αγωνίες και τις συνωμοσίες του παλατιού αγωνιζόμενη να κρατήσει τα παιδιά της στην Ορθοδοξία.
Στο Μοναστήρι η Κασσιανή έγραψε πολλά ποιήματα με τα οποία τραγούδησε την ευδαιμονία του μοναχικού βίου και δίδαξε βαθύτατη θεολογία. Επίσης έγραψε και άλλα συγγράμματα και συλλογές, προ πάντων όμως πάρα πολλά τροπάρια, ιδιόμελα, εκκλησιαστικούς ύμνους κ.λ.π. μεταξύ των οποίων και το γνωστό ΄΄Τροπάριο της Κασσιανής΄΄, το οποίο είναι ένα ολοκληρωμένο σε σύλληψη ποίημα, γεμάτο Χριστιανικό μεγαλείο, αγάπη και γνώση θεολογική και ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, σαν σήμερα, στους Ιερούς Ναούς συγκεντρώνοντας πλήθη πιστών για να το ακούσουν.
Σύμφωνα με μια ρομαντική μεν, αλλά καθόλου αληθινή παράδοση, ο Θεόφιλος δεν λυτρώθηκε ποτέ από τον έρωτα που του ενέπνευσε η ομορφιά της Κασσιανής και την αναζητούσε στα Μοναστήρια της αυτοκρατορίας του. Κάποτε που έφτασε στο μοναστήρι της, η Κασσιανή κρύφτηκε για να αποφύγει την ανεπιθύμητη αυτή συνάντηση. Ήταν τότε που συνέθεσε το ιδιόμελο της. Το κείμενο βρισκόταν στο αναλόγιο μισοτελειωμένο, ως τη φράση : “ών (ποδών) έν τώ παραδείσω Εύα το δειλινόν”.
Ο Θεόφιλος διάβασε το τροπάριο, αναγνώρισε το ύφος της Κασσίας, και θέλησε να την πειράξει για μια ακόμα φορά. Πήρε τη γραφίδα και συμπλήρωσε τη φράση “κρότων τοίς ωσίν ηχηθείσα τώ φόβω εκρύβη”, κάνοντας έτσι υπαινιγμό στο φόβο που αυτή ένιωσε όταν άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του. Όταν ο Θεόφιλος έφυγε, η Κασσία γύρισε στο κελί της και με έκπληξη είδε την επέμβαση του Θεόφιλου. Χωρίς όμως να απαλείψει τη φράση, συνέχισε και ολοκλήρωσε τον ύμνο της.
Η ζωή και η ιστορία έχουν τους δικούς μυστικούς νόμους. Δύο γυναίκες αντίπαλες σε μια κορυφαία κρίση υποβολής και κοσμικής εξουσίας, παραδόθηκαν στη συνέχεια στην κρίση της ιστορίας. Η μια έγινε βασίλισσα κι αργότερα αγία, η άλλη ταπεινή μοναχή. Οπωσδήποτε και οι δύο δικαιώθηκαν ενώπιον του θρόνου του Θεού.
Ο κόσμος όμως γνωρίζει ποια από τις δύο κέρδισε την υστεροφημία και τη συμπάθεια των ανθρώπων. Η ταπεινή μοναχή Κασσιανή έχασε τον επίγειο θρόνο, αλλά έγινε πιο διάσημη και πιο δημοφιλής με ένα μόνο τροπάριο.
Το επεισόδιο της Κασσιανής με το Θεόφιλο ήταν φυσικό να περάσει και στην περιοχή της λόγιας λογοτεχνίας και προ πάντων στην νέα Ελληνική Λογοτεχνία όπου γράφηκαν πολλά ποιήματα και τρυφερά διηγήματα και μυθιστορήματα. Το θέμα της Κασσιανής επηρέασε έντονα πολλούς Βυζαντινούς χρονογράφους, ιστορικούς και φιλολόγους, τον Κωστή Παλαμά, τον Ψυχάρη, τον Πολίτη κ.α.
Επιμέλεια: Α.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
