Οταν ο καμπινες εγινε τουαλετα
Σήμερα το παραμύθι μας μπορεί να αρχίσει κάπως έτσι:
Μια φορά και έναν καιρό, τα λίγο παλιά χρόνια, όταν κτίζονταν ένα σπίτι με πλίνθους και κεράμους, έψαχνε όλη η οικογένεια το μέρος της αυλής που θα έκανε τον καμπινέ της. Γινόταν έτσι ένα μικρό σπιτάκι ένα επί ένα, με μια τρύπα στη μέση και ένα καρφί για τη λάμπα πετρελαίου. Έξω από αυτό το σπιτάκι απαραιτήτως κρεμασμένο το μουσλούκι και πιο πέρα η τουλούμπα.
Όλα πήγαιναν ωραία και καλά την άνοιξη και το καλοκαίρι, με φροντίδα περισσή για το ασβέστωμα και την περιποίηση του χώρου και με επισκέψεις τακτικότατες από τα μέλη της οικογένειας. Όταν όμως άρχιζε το φθινόπωρο και ερχόταν ο χειμώνας, με κρύο και χιόνια που μόνο στις πολεμικές ταινίες του ΄40 βλέπουμε πια, τότε ο έχων την ανάγκη και το κόψιμο, αφού εξαντλούσε όλα τα περιθώρια, οπλίζονταν με κουράγιο, έπαιρνε την ευχή των συγγενών και φίλων, τη λάμπα και το φτυάρι (για να ανοίξει το δρόμο) και ξεκινούσε. Σημειωτέον πως φως δεν υπήρχε πουθενά ολόγυρα και τον ξένο πάντα τον συνόδευε κάποιος του σπιτιού για να μη χαθεί ψάχνοντας.
Δεν γνωρίζουμε αν το φαινόμενο ήταν γενικό, αλλά σε κάποιες οικογένειες έγινε επανάσταση όταν τέθηκε επί κιλιμιού το θέμα του καμπινέ στο καινούριο σπίτι. «Εγώ θα τρώω και θα έχω τον απόπατο δίπλα μου;» ήταν το κλασσικό ερώτημα που έθεταν συνήθως ο σύζυγος και τα πεθερικά, ενώ η απέγνωσμένη νύφη προσπαθούσε να πείσει για την αναγκαιότητα της εισβολής.
Έτσι προέκυψε η καινούρια γενιά καμπινέδων που συνδέονταν με βόθρο, με βρύση και έναν κουβά με νερό για τη γνωστή χρήση και ένα τσιγκέλι για τις χασαπόκολλες ή τις εφημερίδες (οι πιο παλιοί καταλαβαίνουν το υπονοούμενο και δε χρειάζεται να επεκταθούμε περαιτέρω). Ηλεκτρικό υπήρχε πια, όλα όδευαν καλώς και, μόλις το καζανάκι με το τρεχούμενο νερό συμπλήρωσε το χώρο, ακόμη καλύτερα.
Αργότερα μπήκε ο νεροχύτης κάτω από τη βρύση, το κάθισμα για να «εκφραζόμαστε» αναπαυτικότερα, το χαρτί υγείας προς τέρψιν των αιμορροΐδων και πολύ μετά η μπανιέρα με το θερμοσίφωνα, ο μπιντές και το κλειδί πίσω από την πόρτα. Ο καμπινές μετονομάστηκε σε τουαλέτα ή λουτρό ή μπάνιο.
Ο ευρωπαίος πλέον Έλληνας, και ας λένε πως ευρωπαίοι γίναμε από τη μέρα που ενταχθήκαμε στην τότε ΕΟΚ, άρχισε να καταλαβαίνει την αξία του μπάνιου, που από Σαββατιάτικη και εορταστική διαδικασία έγινε καθημερινή απόλαυση, την περιποίηση του σώματος και γιατί όχι και του πνεύματος, μια που ο χώρος ενδείκνυται για περισυλλογή.
Έτσι φτάνουμε στην τελευταία γενιά τουαλέτας. Της αεροδυναμικής ή, πιο σικάτα, WC, που με τα πλακάκια υπερπολυτελείας, τις μπανιέρες, τα υδρομασάζ και τις σάουνες, τις αστραφτερές βρύσες, τα κρεμοσάπουνα, τα σαμπουάν, τα αφρόλουτρα, τις κολόνιες και τα αρώματά μάς κάνει και ξεχνάμε το λόγο της επίσκεψής μας. Ακούγεται συχνά το σχόλιο «καλέ, αυτή έχει ένα WC που ντρέπεσαι να πατήσεις». Αν βέβαια «ντρέπεται να πατήσει» κάποιος, σίγουρα θα πρέπει να έχει πολύ νοσηρή φαντασία και διαστροφή για να σκεφτεί να κάνει κάτι περισσότερο.
Ο Έλλην εξελίσσεται και ευημερεί. Και αν ισχύει η γνωστή παροιμία «δείξε μου την τουαλέτα σου, να σου πω ποιος είσαι», τότε καθησυχαστικά τον διαβεβαιώνουμε πως δεν έχει να φοβάται καμιά σύγκριση με κανέναν λαό της γης.
Γ. Συ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
