Η συνεχεια μιας εποχης
«Να ράψεις, τα νυφιάτικα
χωρίς ραφή και ράμμα»
Γ.Βιζυηνός
Ήταν μια εποχή που το επάγγελμα της μοδίστρας μεσουρανούσε. Αλήθεια, ποιος δεν θυμάται εκείνες τις κυρίες με τις καρφίτσες στο πέτο και το ψαλίδι στο χέρι να δίνουν συμβουλές στις μαθητευόμενες, οι οποίες κρέμονταν από τα χείλη τους και να προσπαθούν να φτιάξουν ό,τι πιο όμορφο καλύπτοντας τις ατέλειες; Ή ποιος δεν θυμάται τους ράφτες και τους τεράστιους πάγκους με τους διάφορους πήχεις, τα τεράστια ψαλίδια να κόβουν και να ράβουν τα κουστούμια και πουκάμισα των πελατών τους; Ή ποιος δεν θυμάται εκείνα τα τεράστια σίδερα των 5 και 8 κιλών με το κάρβουνο για να είναι οι τσάκες όσο το δυνατόν καλύτερες;
Λίγο πολύ οι περισσότεροι θυμούνται το αυστηρό πρόσωπο του ράφτη και τις υποδείξεις του. «Για να έχεις καλό αποτέλεσμα πρέπει να κάνεις στο ρούχο τρεις πρόβες», έλεγαν. Τι τυραννικό θεέ μου να κάθεσαι με τις ώρες όρθιος, να σε τρυπούν οι καρφίτσες, να γυρνάς από δω και από εκεί, σύμφωνα με τις υποδείξεις του ράφτη. Μπρος στα κάλη τι είναι ο πόνος;
Τα χρόνια πέρασαν και όπως ήταν φυσικό η βιομηχανική κοινωνία δυστυχώς ήρθε να ισοπεδώσει και το επάγγελμα αυτό. Και όπως ήταν φυσικό κάποιοι άρχισαν να νοσταλγούν κάποιες καθημερινές στιγμές, κάποιες εικόνες που σπανίζουν. Έτσι η εικόνα του ράφτη και της μοδίστρας άρχισε να ξεθωριάζει. Τα ραμμένα ρούχα έδωσαν τη θέση τους στα έτοιμα. Κάποιοι όμως συνέχισαν και συνεχίζουν να ανθίστανται στο ρεύμα αυτό της εποχής. Συνέχισαν παρόλες τις δυσκολίες να κρατούν το ψαλίδι, την καρφίτσα, να παίρνουν μέτρα, να φτιάχνουν πρόβες. Ελάχιστοι, και όμως υπάρχουν, δίνοντας συνέχεια στο επάγγελμα αυτό.
Ένας από αυτούς τους ελάχιστους και ο Νίκος Κουτίδης, που εδώ και 36 χρόνια παρέμεινε πιστός στις αξίες του: Εδώ και 35 χρόνια έχοντας δίπλα του τη γυναίκα του συνεχίζει να ντύνει τις γυναίκες της περιοχής μας. «Ξεκίνησα να δουλεύω στις αρχές του ’60 στο μαγαζί του Παπαναστασίου. Στην αρχή με ανδρικά και μετά γυναικεία το 1966 άνοιξα το δικό μου μαγαζί στην πλατεία. Στην αρχή είχα πέντε μαθητευόμενες, οι οποίες σιγά – σιγά έφευγαν και στο τέλος έμεινε μία την οποία και παντρεύτηκα. Από τότε δουλεύουμε μαζί. Ξεκινήσαμε δυναμικά και από την πρώτη στιγμή είχαμε επιτυχία. Πάμε πάρα πολύ καλά. Από το 1987 επεκταθήκαμε και στα υφάσματα εξυπηρετώντας τις πελάτισσές μας και στον τομέα αυτό».
Ο κ. Νίκος Κουτίδης συνεχίζει να ράβει με τον παραδοσιακό τρόπο. «Παίρνουμε τα φιγουρίνια που κυκλοφορούν δύο φορές το χρόνο με την τελευταία λέξη της μόδας για ιδέες. Ράβουμε παραδοσιακά με την κοπτική, την ραπτική, με τα μέτρα, με τις τρεις πρόβες. Το burda είναι για τις ερασιτέχνες μοδίστρες. Θέλουμε το αποτέλεσμα να είναι τέλειο, έτσι και ξεφύγει λίγο, γιατί το σώμα της γυναίκας δεν είναι ποτέ ίδιο, είναι αποτυχία. Με το burda δεν μπορείς να διορθώσεις. Με τον παραδοσιακό τρόπο μπορείς να πετύχεις το τέλειο».
Ο κ. Κουτίδης έχει σταθερή πελατεία εδώ και χρόνια. Μάλιστα, όπως σημειώνει η σύζυγός του, «τελευταία παρατηρείται ένα μεγάλο μέρος της πελατείας μας να είναι νέες κοπέλες και μάλιστα λεπτές, οι οποίες θα μπορούσαν να βρουν και έτοιμα ρούχα. Ίσως όμως το έτοιμο δεν έχει την απαιτούμενη ποιότητα και ίσως και να είναι πιο ακριβό».
Το συγκεκριμένο επάγγελμα φθίνει συνεχώς. «Δεν υπάρχουν νέα παιδιά για να γίνουν ράφτες. Εμείς είμαστε η τελευταία γενιά και υπάρχει ακόμη ένα παιδί με αποτέλεσμα το επάγγελμα να χάνεται από την πιάτσα. Παρουσιάστηκαν και τα έτοιμα και ο κόσμος τα προτιμά».
Ο κ. Κουτίδης εκτιμά ότι αυτό δεν έχει σχέση με το γεγονός ότι το έτοιμο είναι πιο φθηνό. «Το καλό το έτοιμο είναι ακριβό, το συνηθισμένο είναι φτηνό. Δεν σημαίνει ότι η παραγγελία είναι ακριβότερη. Μπορεί να είναι και φθηνότερη. Την πελάτισσα την συμφέρει να ράβεται και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εμείς συνεχίζουμε να δουλεύουμε. Ας μην ξεχνάμε και ότι μια κυρία η οποία θέλει να φορέσει κάτι καλό θα το ράψει. Στο έτοιμο παίρνει ό,τι βρίσκει, ενώ στην παραγγελία κάνει ό,τι θέλει».
![]() |
Ο κ. Κουτίδης νοσταλγεί την εποχή που δούλευε στο κατάστημα του Παπαναστασίου και έκαναν επιδείξεις μόδας σε γυναικεία ρούχα με μεγάλη επιτυχία. «Έρχονταν τα μανεκέν από την Αθήνα και στη Λέσχη Κομοτηνής ή στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο κάναμε επιδείξεις με έτοιμα ρούχα».
Στο κατάστημα του κ. Κουτίδη η πελάτισσα μπορεί να επιλέξει και το ύφασμα που θέλει. Υφάσματα άριστης ποιότητας και υψηλής αισθητικής, φθηνά και ακριβά. Στόχος όμως είναι πάντα η ποιότητα. Επίσης, εδώ και πολλά χρόνια οι πελάτισσές του εξυπηρετούνται και στον τομέα των νυφικών.
«Οι πελάτισσές μας είναι φυσικό να είναι απαιτητικές. Όταν αγοράζουν έτοιμο και κουσούρι να έχει δεν διαμαρτύρονται. Στην παραγγελία δικαιολογημένα έχουν απαιτήσεις. Και εμάς βέβαια δεν μάς συμφέρει ένα ρούχο να βγει ελαττωματικό. Προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο».
Ο Νίκος και η Σωτηρούλα Κουτίδου δηλώνουν ότι όσο μπορούν θα συνεχίσουν να ράβουν. Τα παιδιά τους έχουν ακολουθήσει το δικό τους δρόμο και δεν θα ασχοληθούν με τη δουλειά του πατέρα τους. Οι ίδιοι όμως θα συνεχίσουν να μας προσφέρουν την εικόνα μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής με το ψαλίδι, τις καρφίτσες, τα μέτρα, τη μεζούρα, τις τρεις πρόβες.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

