Τι σε φοβιζει πιοτερο μωρο μου…

Πέρναγα τις προάλλες έξω από την αμερικάνικη πρεσβεία, με τη φιλενάδα μου. Στη γωνία το ξύλινο σπιτάκι των φρουρών. Χαλεποί καιροί και οι φρουροί διπλασιάζονται… Κοιτάω ψηλά, καθώς έτσι μ’ έμαθε να κάνω πάντα η μαμά μου και αναφωνώ «Ωραία! Δε βλέπω αεροπλάνο…» Και αυξάνουμε ταχύτητα στο βήμα. Για να φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στον προορισμό μας. Και σίγουρα… Κυρίως να φτάσουμε σίγουρα. ..

Ένας απ’ τους φρουρούς διαθέτει και χιούμορ. Με βλέπει να κοιτάω τον ουρανό για αεροπλάνα – τρομοκράτες και μειδιά. Τελικά δεν ξέρω… ίσως και να είναι ο άντρας της ζωής μου. Όχι πολύ ψηλός, ωραίος, γόης, με χιούμορ. Τι να ζητήσει άλλο ένα θήλυ; Τι άλλο από το να επιζήσει από μια ενδεχόμενη τρομοκρατική επίθεση η ώρα 00.30 έξω από την πρεσβεία επί της Βασιλίσσης Σοφίας εν Αθήναις τόπω, σαλτάροντας στην αγκαλιά του χιουμορίστα φρουρού με τις χρυσές επωμίδες;

Κι αφού νιώθω ασφαλής έπειτα από ένα ακόμη «Λαντέικο» χτύπημα μεταμεσονύκτιου ιερού πολέμου, επιβραδύνω το βήμα. Και Ταλιμπάν και τα «λοιπάν»…

Η φιλενάδα μου με αφήνει. Φτάσαμε «Βυζαντινό» και η παρέα περίμενε. Εγώ προχωρώ. Διασχίζω την πολύβοη λεωφόρο με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ο φρουρός μένει πίσω. Πίσω εκ βορείων. Τραβώ ίσια πέρα, κάτω, προς νότο. Παραλία μεριά. Πιάνω τον εαυτό μου να κοιτά διαρκώς πίσω. Στα στενά του πάρκου παραπλεύρως, ένας ζητιάνος. Φοβάμαι. Θυμάμαι τον επιδειξιομανή της εφηβείας μου, με την καπαρτίνα, να παρενοχλεί γιαγιάδες φορτωμένες μανταρίνια απ’ τη λαϊκή και ανυποψίαστες κορασίδες στα στενά της πόλης.

Και αυξάνω το βήμα. Μεγαλώνω την απόσταση του πριν από το «τώρα». Το τώρα το ζω. Με ρήτρα επιφύλαξης κλεισμένη σ’ ένα φάκελο με λίγο σάλιο και κάμποση σκόνη άνθρακα. Άντε τώρα να πείσεις τη γιαγιά μου απ’ το Μέτσοβο ότι εφεξής θα πρέπει να σιδερώνει πριν ανοίξει, το γράμμα του γιου της απ’ την Αστράλια. Να το σιδερώνει μέχρι να εξατμιστεί ο «φόβος» του άνθρακα. Και μαζί με το μικρόβιο του άνθρακα και αυτό της επιφύλαξης. Εξολόθρευση της «ρήτρας» και πάλι απ’ την αρχή. Μέχρι το επόμενο γράμμα. Σιδερωμένες επικίνδυνες αλληλογραφίες. Και μου προτείνουν: επιστροφή στην «ασφάλεια» του διαδικτύου…

Φτάνω αρχή Συγγρού με τα τραβέλια. «Εδώ παραείναι επικίνδυνα» σκέφτομαι. «Ας μπουκάρω σε κανά ταξάκι. Για μεγαλύτερη ασφάλεια, όχι τίποτε άλλο…»

Και έτσι φθάνω «σώα» σπίτι. Στο ασανσέρ φοβάμαι τον ενδεχόμενο σεισμό. Σείεται η γης, κολλάς ανάμεσα στον τρίτο και στον τέταρτο, μένεις εκεί, ο αέρας τελειώνει, σκέφτεσαι «τι τρόπος ν’ αφήσω τα εγκόσμια», πεθαίνεις.

Λέω να πάρω τις σκάλες τελικά. Άφησα και πάλι το παράθυρο ανοιχτό. Τυχερή δε λέω… Όλα στη θέση τους. Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Δίπλα σφυρίχτρα, φακός και κόμικ. Για ώρα ανάγκης βλέπετε. Ανήκω και εγώ στην «ένδοξη» μετασεισμική γενιά του ’99, απ’ ό,τι φαίνεται.

Φορτίζω το κινητό-πομπό των δορυφόρων και κλείνω το ’84 του Όργουελ. Πολυφορεμένο στις μέρες. «Big Brother» και μαθαίνεις να μη φοβάσαι τη διείσδυση της «αρχής» στην τουαλέτα σου. Τουλάχιστον τώρα θα έχεις και παρέα εκεί μέσα. Μαθαίνεις να γελάς με την τρέλα του «φίλου» σου. Να «πουλάς» την ξανθιά με τα πολλά κουνήματα. Και έτσι έρχεσαι μια ανάσα πιο κοντά στα 50 εκατομμύρια. Σιγά-σιγά θα μάθεις να το κάνεις και χωρίς τις κάμερες μπροστά. Και στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς και του μπαμπά. Και στη δουλειά. Ίσως μάθεις και το παιδί σου να το κάνει στο διπλανό του στο σχολείο. Και παραέξω. Και άσε τους να μιλάνε για «νόμους» περί τρόμου. Εσύ δεν σκαμπάζεις από «τρομονόμους» μωρό μου. Πάντα κάτι με τροχονόμους θα νομίζεις ότι έχει να κάνει. Ασ’το να τσουλήσει. Ποτέ δεν ξέρεις. Η ελπίδα, εξάλλου, φεύγει τελευταία. Σαν την ανοργασμική ερωμένη.

«Όχι, όχι… Δε θα περάσει η τρομοκρατία εκμάθησης του φόβου», σκέφτομαι. Θα κάνω την επανάστασή μου εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή «α-φοβίας»… Όχι πως ένας κούκος φέρνει την άνοιξη… Θα βαδίζω εφεξής έξω απ’ την πρεσβεία της Coca-Cola και θα κοιτάω ψηλά… για να χαζεύω τα άστρα. Και θα φλερτάρω με τον άγνωστο φρουρό. Θα καταργήσω και το φόβο της απόρριψης. Θα κάνω ergo μιαν υπέρβαση εαυτού. Κι ας έχω το φίλο να μου λέει ότι φοβάται τις γυναίκες αράχνες και ότι μπλέκεται στον ιστό τους. Εγώ φίλες μου, σας προτείνω μετάλλαξη σε πεταλούδες. Όλες, εξάλλου, καλές νοικοκυρές θα γίνουμε στο τέλος.

Και κάθε που θα κάνει σεισμό, θα σπάω τα ποτάμια ιδίαις χερσί.

Σιωπηρή συναίνεση στην πικρία της γης για την αδικία του «παραμυθιού» που της πούλησαν περί αστυφιλίας και υλοτομικής ανάπτυξης.

Και έτσι ηρεμώ. Και θα διώχνω τις σκιές. Και αν είναι να πεθάνω από άνθρακα, τουλάχιστον ο θάνατός μου θα έχει γούστο και θα είναι και μοντέρνος. Θα συγχρονίσω, επί-τέλους, το αραχνιασμένο μου γούστο και με τις απαιτήσεις ενός μεταμοντέρνου θανάτου. Και άσε τη Stirella για τη γιαγιά.

Θα κάνω υπέρβαση επομένως. Και θα εναρμονίσω τις κινήσεις του σώματός μου στις ευμετάβλητες αλλαγές των διαθέσεών μου. Θα ξεκλειδώσω την «εσωτερική ελευθερία» του γκουρού του γείτονα και θα αποφυλακίσω το ατίθασο πνεύμα μου. Ίσως και να χορέψω χωρίς παπούτσια στο κρύο μάρμαρο του σπιτιού. Και θα καταρρίψω και το φόβο του κρυώματος. Θα υπερβαίνω, θα υπερβαίνω, θα υπερβαίνω. Και θα χορεύω. Γιατί πιότερο φοβόμουν τις γιορτές που όλοι χόρευαν και έπιναν. Και την αίσθηση που σου άφηναν στο τέλος οι μπουφέδες που έχουν άδειους δίσκους με λιγοστές εναπομείνασες σταφίδες από το σουφλέ ρυζιού. Και θα κάνω έναν χορό-γιορτή. Γιατί, μωρό μου, η ζωή είναι ένα «σουφλέ ρυζιού».

Υπάρχει μόνον στη φαντασία σου…

Τζωρτζάτου Όλγα

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.