Επαναδραστηριοποιηση του Γεωπονικου Συλλογου Ροδοπης

Επαναδραστηριοποιείται ο γεωπονικός σύλλογος Ροδόπης θέτοντας ως στόχο να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στην γεωργική ανάπτυξη της περιοχής. Ηδη τα μέλη του έχουν κάνει μια πρώτη συνάντηση ενώ την Παρασκευή θα πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση για την εκλογή του νέου Διοικητικού του Συμβουλίου.

Η επαναδραστηριοποίηση του συλλόγου

Ο Γεωπονικός Σύλλογος Ροδόπης δημιουργήθηκε το 1992 από μια ομάδα νέων γεωπόνων που πέρασε την πόρτα του ΚΕΓΕ και αποτάθηκε στον Κώστα Μπούντα για τη δημιουργία συλλόγου. Ο κ. Μπούντας συμφώνησε και έτσι μπήκαν οι βάσεις του.

 

Επαναδραστηριοποιείται τώρα «παρότι σε εμάς τους παλιούς φάνταζε ως ευσεβής πόθος», όπως δηλώνει ο κ. Μπούντας, τονίζοντας ότι « θέλαμε ως επιστημονικός σύλλογος να έχουμε φωνή και ταυτότητα όπως τον καιρό που ήταν ο σύλλογος ενεργοποιημένος. Τώρα η θέληση και πάλι νέων παιδιών τάραξε τα νερά και πάρθηκε η απόφαση για ενεργοποίηση. Η εποχή μας χρειάζεται τον επιστημονικό γεωπονικό σύλλογο, γιατί είμαστε αγροτική περιοχή, και κυρίως τις νέες ιδέες των νέων παιδιών, τις καινούργιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Εμείς βέβαια πάντα θα είμαστε δίπλα τους γιατί η γεωργία μας βρίσκεται σε μια πολύ δύσκολη καμπή».

Να ξυπνήσουμε από το λήθαργο των είκοσι πέντε ετών

Την άποψη ότι πρέπει να ξεφύγουμε από τα μέχρι σήμερα τετριμμένα της ελληνικής γεωργίας εκφράζει ο κ. Μπούντας και προς αυτή την κατεύθυνση ο Γεωπονικός Σύλλογος Ροδόπης μπορεί να βοηθήσει.

 

«Είναι γεγονός ότι δεν μπορούμε να επηρεάσουμε καμία αγορά αγροτικών προϊόντων ποσοτικά. Θα πρέπει να ξυπνήσουμε από το λήθαργο των είκοσι πέντε ετών με τον αυτοσκοπό των επιδοτήσεων και την θεοποιημένη ποσοτική γεωργία και να βαδίσουμε προς την κατεύθυνση μιας γεωργίας που διευρύνει τις απαιτήσεις για την ποιότητα και ασφάλεια των προϊόντων. Εμείς μπορούμε να σταθούμε και να έχει η γεωργία ένα βιώσιμο μέλλον εάν προσέξουμε την ποιότητα και ασφάλεια των αγροτικών μας προϊόντων. Συνεχώς επαναλαμβάνω στους γεωργούς ότι πρέπει να προσέξουν τρία πράγματα:

 

Πρώτον ποιότητα, δεύτερον ποιότητα, τρίτον ποιόητα. Πέρα από την ποιότητα και την ασφάλεια πρέπει να προσέξουμε και την ιδιαιτερότητα των προϊόντων μας, γιατί ως χώρα έχουμε ιδιαίτερα και διαφορετικά προϊόντα. Δεν μπορεί μια αγροτική χώρα σαν την Ελλάδα που μπορεί να καλλιεργήσει από μπανάνες μέχρι τεύτλα σήμερα βάσει των στατιστικών στοιχείων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης να είναι ελλειμματική κατά εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, όχι μόνο στα γαλακτοκομικά που αποτελούν αιμορραγία συναλλάγματος, αλλά και στα φρούτα και λαχανικά τα οποία εισάγουμε από Βουλγαρία, Τουρκία Γερμανία. Κατά 92% τα όσπρια είναι εισαγόμενα», αναφέρει ο κ. Μπούντας τονίζοντας ότι ευελπιστεί «ότι ο γεωπονικός σύλλογος θα πάρει θέσεις σε αυτά τα θέματα και θα κάνει έντονη την παρουσία του προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να μπορέσουν οι παραγωγοί μας να στραφούν προς την ποιότητα αλλά και στο να έχουμε επώνυμα και πιστοποιημένα προϊόντα όπως ζητά η κοινωνία».

 

Ο σύλλογος κατά τον κ. Μπούντα είναι καθαρά επιστημονικός χωρίς βέβαια να αποκλείεται μέσα από τις θέσεις του να έχει και διεκδικητικό χαρακτήρα. «Πάνω απ’ όλα είμαστε επιστημονικός σύλλογος και καλά θα κάνουμε αυτά τα δύο να τα ξεχωρίζουμε».

 

Ήδη οι ενδιαφερόμενοι είχαν μια συνάντηση ώστε να δοθούν οι κατευθύνσεις και την Παρασκευή θα πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση για την εκλογή διοικητικού συμβουλίου.

Ανάγκη για κατάρτιση των αγροτών

Δύο τα μεγάλα αιτούμενα για την ελληνική γεωργία έτσι όπως κατατέθηκαν από τον κ. Μπούντα, η ποιότητα και η ασφάλεια, τα οποία όμως απαιτούν παιδεία αλλά κυρίως κατάρτιση.

 

«Η κατάρτιση σήμερα των αγροτών στη χρήση των μέσων και εφοδίων παραγωγής και πιο συγκεκριμένα στη χρήση φαρμάκων και λιπασμάτων είναι περισσότερο απαραίτητη, δεδομένου ότι οι αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι οδεύουμε στο να έχει ο παραγωγός μικρότερο οπλοστάσιο.

 

Καταργούνται πολλές δραστικές ουσίες, γιατί είναι επικίνδυνες με συνέπεια το οπλοστάσιο του παραγωγού στην αντιμετώπιση ασθενειών να μειούται συνεχώς. Ο παραγωγός για να αντιμετωπίσει την κατάσταση πρέπει να οπλιστεί με γνώσεις. Πρέπει να περιορισθεί ο τύπος του παραγωγού που πήγαινε στον προμηθευτή του και του έδινε όποιο φάρμακο θεωρούσε απαραίτητο. Θα πρέπει να ξέρει τι ζητά και να αντιλαμβάνεται ο ίδιος την αναγκαιότητα ή όχι κάποιας επέμβασης και άρα θα πρέπει να έχει γνώση για να αναγνωρίζει εχθρούς και ασθένειες, θα πρέπει να επιλέξει το κατάλληλο γεωργικό φάρμακο, θα πρέπει να μπορεί να διαβάσει την ετικέτα, ώστε να χρησιμοποιεί την συνιστώμενη ποσότητα, θα πρέπει να ξέρει πού και πότε θα το χρησιμοποιήσει και μάλιστα στην κατάλληλη βιολογική στιγμή του παρασίτου ώστε να έχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Τέλος θα πρέπει να ξέρει και πώς θα το χρησιμοποιήσει, δηλαδή να μπορεί να χρησιμοποιεί μέσα αυτοπροστασίας, γιατί η άγνοια κινδύνου οδηγεί σε δυσάρεστες καταστάσεις, να τηρεί τα όρια μεταξύ τελευταίου ψεκασμού και συγκομιδής.

 

Αυτά είναι τα βασικά σημεία πάνω στη χρήση των γεωργικών φαρμάκων. Οπωσδήποτε θα πρέπει να καταρτισθεί ο παραγωγός και θα πρέπει να πω ότι ίσως είμαστε η μοναδική χώρα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης που ακόμη δεν έχει καθιερώσει το πράσινο πιστοποιητικό δεν έχουμε εναρμονίσει την νομοθεσία μας όσον αφορά στην διαχείριση κενών συσκευασίας από τα γεωργικά φάρμακα δεν έχουμε πιστοποιημένους ψεκαστές»

Πρόταση προς το Υπουργείο Γεωργίας

Σε συνεννόηση με τον ΟΓΕΕΚΑ ΔΗΜΗΤΡΑ το Κέντρο της Κομοτηνής κατέθεσε πρόταση προς το Υπουργείο Γεωργίας, η οποία μάλιστα υποβάλλεται από το 1998, με την ελπίδα, όπως τονίζει ο κ. Μπούντας «ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει ευήκοον ους για να υιοθετήσει όλα τα παραπάνω και ουσιαστικά να εναρμονίσει το εθνικό καθεστώς με το κοινοτικό», γιατί υπάρχουν πάρα πολλά προβλήματα ως προς τη χρήση των γεωργικών φαρμάκων και ατυχήματα σε ανθρώπινες ζωές.

 

«Σύμφωνα με έρευνες θάνατοι στα χωριά συνδυάζονται με τη χρήση γεωργικών φαρμάκων και μάλιστα δίνουν στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι θάνατοι από καρκίνο είναι δύο έως τέσσερις φορές περισσότεροι στα χωριά απ’ ό,τι στα αστικά κέντρα. Αυτό βέβαια είναι ένα στοιχείο που συνδυάζεται με τη χρήση χημικών, δηλαδή λιπάσματα, φάρμακα και όποια άλλα χημικά εμπλέκονται. Επίσης είναι πολλές οι περιπτώσεις στις παραβάσεις που καταγράφονται που ο παραγωγός δεν χρησιμοποιεί το φάρμακο που είναι εγκεκριμένο για την καλλιέργεια. Χρησιμοποιεί κάποιο σκεύασμα το οποίο δίνει λύση αλλά δεν έχει έγκριση για την δεδομένη καλλιέργεια. Για να μην έχει έγκριση σημαίνει ότι υπάρχουν παρενέργειες. Όλα αυτά ο παραγωγός πρέπει να τα μάθει».

 

Πρόβλημα επίσης υπάρχει με τα παράνομα σκευάσματα που εισάγονται από διπλανές χώρες και παράγονται εκεί. «Είναι φάρμακα ανέλεγκτης ποιότητας και δεν ξέρει κανείς τι περιέχουν μέσα και τι παρενέργειες μπορούν να έχουν. Οι παραγωγοί βέβαια τα προμηθεύονται σε χαμηλότερες τιμές, αλλά ό,τι πληρώνεις παίρνεις», αναφέρει ο κ. Μπούντας.

 

Σύμφωνα με την πρόταση που έχει κατατεθεί ο ΟΓΕΕΚΑ καλείται σε επίπεδο χώρας να αναλάβει την κατάρτιση των αγροτών με συγκεκριμένο πρόγραμμα που περιλαμβάνει την κατάρτισή τους για τουλΆχιστον 300 ώρες και θα συνοδεύεται με τεστ γνώσεων και δεξιοτήτων και θα εφοδιάζεται ο παραγωγός με πιστοποίηση. Θ γίνεται επανακατάρτιση κάθε τρία χρόνια ώστε να ενημερώνεται για τις εξελίξεις που υπάρχουν στον τομέα της χρήσης των γεωργικών φαρμάκων και θα υπάρχει ένας φορέας που θα ελέγχει την καλή λειτουργία των ψεκαστικών.

 

«Η πρότασή μας δεν ξέρουμε αν υιοθετηθεί και αν θα τροποποιηθεί αλλά αποτελεί πρόταση για βάση συζήτησης που έχει ως στόχο την κατάρτιση του παραγωγού, να αυξήσει το οπλοστάσιό του στην παραγωγή ασφαλέστερων και ποιοτικότερων προϊόντων», αναφέρει ο κ. Μπούντας.

Οι επιδοτήσεις όπως τις ξέραμε τέλειωσαν

Στην Ελλάδα υπάρχει μια νοοτροπία ο αγρότης να εμμένει στην παραγωγή για παράδειγμα βαμβακιού και να μην προσανατολίζεται σε νέες παραγωγές και αυτό σύμφωνα με τον κ. Μπούντα «δεν είναι άμοιρο και του γεγονότος ότι ακόμη δεν έχει καταρτισθεί ο παραγωγός με μια γενικότερη κατάρτιση για τα αγροτικά θέματα.

 

Εμμένει σε κάτι που ξέρει και δεν θέλει να ξεφεύγει. Δέλεαρ αυτής της περίπτωσης είναι το οικονομικό. Σήμερα μπορεί να έχει ένα αξιοπρεπές εισόδημα αύριο τίποτα. Από το 2013 και μετά οι επιδοτήσεις κόβονται. Γενικά έχουμε συνηθίσει ως λαός μόνο όταν ο κόμπος φθάσει στο χτένι να ξεκινάμε να διαμαρτυρόμαστε και να ζητάμε παρατάσεις. Όλα αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια που πέρασαν μέσα στη θεοποιημένη ποσοτική γεωργία και τον αυτοσκοπό των επιδοτήσεων ο πολιτικός κόσμος δεν κατηύθηνε τον αγρότη προς την παραγωγική κατεύθυνση. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι με την απορρόφηση των κοινοτικών πόρων και χωρίς να έχουν στόχο, χωρίς κατεύθυνση. Όλοι γνώριζαν με μαθηματική ακρίβεια ότι όλα αυτά κάποια στιγμή θα τελειώσουν.

 

Ήταν γνωστό από το 2000 για να μην πω από το 1999 που μπήκαν οι βάσεις για αυτή την εξέλιξη ότι το 2013 θα κόβονταν οι επιδοτήσεις. Από το 2006 που εφαρμόζεται η νέα ΚΑΠ ήταν δεδομένο αυτό. Όταν σαν χώρα υπογράφεις και συμφωνείς και αποδέχεσαι αυτά δεν μπορεί όταν φθάνει το 2013 να λες άλλα. Και μπορεί από επίσημη πλευρά να μην ειπώθηκαν αυτά αλλά ο παραγωγός έχει αφεθεί σε αυτή την νοοτροπία. Επιδοτήσεις όπως τις ξέραμε τελείωσαν. Μπορεί τότε που καθιερώθηκαν να ήταν αναγκαίες και απαιτητές αλλά ήταν πόροι για αξιοποίηση. Εμείς δεν τους αξιοποιήσαμε τους απορροφήσαμε. Άλλο αξιοποίηση και άλλο απορρόφηση. Αξιοποίηση σημαίνει ότι τα χρήματα τα χρησιμοποιείς για να γίνεις αξιολογότερος και ανταγωνιστικότερος και να πλημμυρίσεις την αγορά της Ευρώπης σε φρέσκο φρούτο και λαχανικά».

Ως καταναλωτές ανάγκη να στραφούμε στα ελληνικά προϊόντα

Ο καταναλωτής σήμερα συμπεριφέρεται επιεικώς παράξενα κατά τον κ. Μπούντα. «Κάποιος που θέλει να αγοράσει ένα προϊόν που ως εισαγόμενο έχει τιμή ένα ευρώ και ως ελληνικό δύο προτιμά να πάρει το εισαγόμενο ως φθηνότερο. Θα πρέπει όμως να γνωρίζει ότι το ευρώ που πλήρωσε έφυγε και δεν πρόκειται να επιστρέψει στη χώρα. Το ευρώ πηγαίνει στη χώρα για να συντηρήσει τις θέσεις εργασίας εκεί. Το ελληνικό λόγω μείωσης της ζήτησης θα σταματήσει κάποια στιγμή να παράγεται. Τότε όμως ο εισαγωγέας που πουλά το προϊόν του ένα ευρώ και καταλάβει ότι δεν υπάρχει πλέον στην αγορά το ελληνικό προϊόν θα ανεβάσει την τιμή και θα την κάνει δύο ευρώ. Όταν εκλείψει λοιπόν ο ανταγωνισμός θα ανεβεί η τιμή. Συνεπώς θα πρέπει να καταλάβουμε ως καταναλωτές ότι πρέπει να στραφούμε στα ελληνικά προϊόντα. Για παράδειγμα λένε ότι δεν υπάρχουν ελληνικά βιολογικά προϊόντα αλλά και αυτά που υπάρχουν είναι πανάκριβα. Παρόλο που από τον παραγωγό παίρνονται φθηνά αλλά στο ράφι φθάνουν πανάκριβα. Αντίστοιχα προϊόντα από άλλες χώρες είναι πάμφηνα. Για παράδειγμα οι γίγαντες κοστίζουν το μισό κιλό οκτώ ευρώ και εισάγουμε από Αργεντινή και Βραζιλία.

 

Βιολογικό όμως σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιούμε φάρμακα και λιπάσματα και είναι αγνό και ασφαλές και άρα δεν επιβαρύνεται το περιβάλλον. Όταν λοιπόν μεταφέρεται από την Αργεντινή και Βραζιλία δεν επιβαρύνεται το περιβάλλον; Γιατί δεν μπορούμε να οργανώσουμε καλύτερη αγορά βιολογικών προϊόντων εδώ στη χώρα μας; Να δώσουμε και σε αυτούς τους ανθρώπους διέξοδο. Μια απλή πρόταση θα κάνω. Να ταΐζουμε νοσοκομεία και παιδικούς σταθμούς με βιολογικά προϊόντα. Ας ξεκινήσουμε από τους παιδικούς σταθμούς να ταΐζουμε. Γιατί επειδή είναι ακριβά δεν πρέπει; Τα παιδιά αυτά όμως που βρίσκονται στον παιδικό σταθμό είναι φθηνά; Ακολουθούμε την τακτική επώνυμα ρούχα και φθηνότερα τρόφιμα. Πρέπει αυτό να αντιστραφεί. Και μάλιστα μιλάμε για πιστοποιημένα προϊόντα και με αυτό τον τρόπο θα δώσουμε διέξοδο στη ζήτηση και θα διευκολύνουμε τους νέους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με τα βιολογικά προϊόντα και την πιστοποιημένη γεωργία. Να δημιουργήσουμε εμείς θέσεις εργασίας. Πρέπει να σκεφθούμε και τις συνέπειες του φθηνού».

 

Άννα Πατρωνίδου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.